Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Μόνο Το Είδωλό Σου...

Σε Συνεργασία Με Τη Φίλη "Μιμόζα"

Στέκομαι εδώ, λίγες ανάσες μακριά σου
με τα πόδια βουλιαγμένα στη λάσπη της ασφάλτου,
πλαγιασμένο το σπασμένο μου κορμί σε είδωλο καρέκλας
γιατί μονάχα με είδωλα βαστάω τη ζωή μου εγώ.
Και σαν θελήσω να την κόψω
είδωλα θα βάλω πάλι στα άδεια σου δωμάτια,
μαύρα φερετράκια θα σου ζωγραφίσω
μα μήτε όνομα μήτε σταυρός δε θα χωράει.
Στέκομαι εδώ, λίγα μέτρα πιο κοντά σου
να σε βλέπω καθαρά, μη μου φύγει λεπτομέρεια
μη τυχόν ξεχάσω τα λακκάκια στις άκρες των χειλιών σου 
και αρχίσω να σε ζωγραφίζω κάπως διαφορετική.
Ή δεν ξέρω ότι οι οδύνες της ψυχής μου είναι εκείνες
που παλεύεις κάθε μέρα να κάνεις τάχα πως δε βλέπεις;
Στέκομαι εδώ, σε έναν κόσμο που με σβήνει,
στέκομαι κάπως μουδιασμένος μπροστά από μια θολή παρουσία
που ζεσταίνει την καρδιά μου 
μα ονειρεύομαι στενά σοκάκια, κήπους δίχως λουλούδια
και κάτι πελώριους σταυρούς που ξεπροβάλλουν 
χωρίς ποτέ μου να τους ακολούθησα.
Γιατί είναι δύσκολο να ακολουθείς χωρίς να ξέρεις.
Στέκομαι εδώ, και τώρα που καταφέρνω να σε πλησιάσω
εσύ χάνεσαι μέσα στη θολούρα των χρόνων μας.
Είδωλο κι εσύ μέσα στα άλλα, 
μα φαινόσουν τόσο αληθινή, τόσο ωμή και αιμάτινη
που τα ‘χασα την πρώτη φορά όταν σε αντίκρισα. 
Ήταν εκείνο το σπίτι που γιγαντωνόταν καταμεσής του δρόμου
και μια ανείπωτη ζεστή ημέρα
που έκανε τον αντικατοπτρισμό των χειλιών σου να φαντάζει αληθινός.
Η μέρα προχωρούσε και σαν έφτασε στη μέση της
τα χείλη σου άρχισαν να στάζουν κρασί και αίμα.
Τόσο αίμα, τόσο κρασί. 
Πήγα μια βόλτα στην ταράτσα του παλιού σου σπιτιού
και το σπασμένο σου κορμί με ακολουθούσε με ρυθμό θανάτου.
Το αίμα σου γινόταν κρασί στο ποτήρι μου, κι εγώ εκεί, επέμενα.
Επέμενα να σε αντικρίζω όπως εκείνο το μεσημέρι, 
καταμεσής του πύρινου δρόμου
που έκαιγε τα πρόσωπά μας
και αυλάκωνε τα κόκκινα πέλματά μας.
Γεμίσαμε τα ποτήρια μας από τις φλέβες σου
και καθίσαμε σε ένα παλιό καφενείο,
ένα από εκείνα που σου άρεσαν.
Ζήτησες να ξαναγεμίσεις το ποτήρι μου, 
μα το κρασί ήταν πλέον γλυφό, άνοστο, 
έμοιαζε με αίμα, με νερό, είχε τη γεύση της συνήθειας.
Σηκώθηκες αργά, έφτυσες ένα "κρίμα"
και απομακρύνθηκες κουτσαίνοντας.
Έμεινα εκεί να σε κοιτάζω.
Στεκόμουν εκεί, λίγα μέτρα μακριά σου
προσπαθούσα να σε βλέπω καθαρά,
δεν ήθελα να μου φύγει λεπτομέρεια
μη τυχόν ξεχάσω τα λακκάκια στις άκρες των χειλιών σου. 
Άρχισα να σε ζωγραφίζω
όπως σε έδειχνε η σκιά σου καθώς μου έφευγες.
Τα άδεια μου δωμάτια έμειναν κενά χωρίς εσένα.
Μόνο το είδωλό σου ήθελα, αυτό αναζητούσα.
Μόνο αυτό και θα ήμουν ευτυχισμένος. 

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Μόνο Ουρανός...

Σε Συνεργασία Με Τη Φίλη "Μιμόζα"


Άφησε με να μπω για λίγο,
άνοιξέ μου κι ας μην έχεις διάθεση για κουβέντες,
ας μην κάνεις κέφι απόψε να δεις ξενέρωτες φάτσες.
Κι εγώ, στάσου να σου πω, μη μου θυμώνεις πάλι,
θα μείνω εκεί απέναντι σου αμίλητος κι αν κάποια στιγμή
θελήσεις να κράξεις το θάνατο, 
ρουσφέτια να σου τάξει, άφησέ με να σταθώ μπροστά από 
το παλιό παράθυρό σου, σου έφερα βασιλικό. 
Μ' ακούς; Έφερα μια γλάστρα με βασιλικό,
να κοίτα, εδώ θα τον αφήσω.
Μ' ακούς;
Πότε έπαψες να βλέπεις γύρω σου, πότε έφυγες, 
σου είχα πει να γυρίσεις.
Πότε θα γυρίσεις;
Να εδώ στην παλιά πολυθρόνα του σπιτιού σου θα ακουμπήσω
για λίγο μονάχα, για λίγο.
Να γείρω το κεφάλι, μήπως χαθώ κι εγώ στον κόσμο που παλεύεις,
κι αν τα καταφέρω θα σε φέρω πίσω.
Αν τα καταφέρουμε κι oι δύο θα σε πάρω από το χέρι
και θα πάμε έξω,εκείνη τη βόλτα που σου έταξα πριν φύγεις.
Στη χρωστώ, θυμάσαι;
Μονάχα να μού δώσεις το αποψινό σου βράδυ, να μπω μέσα,
δεν θα σε ενοχλήσω, εδώ θα καθίσω δίπλα στο παράθυρο
-χάλασε κι αυτό- στην παλιά σου πολυθρόνα, δίπλα στο βασιλικό.
Θυμάσαι που πηγαινοερχόμασταν κάποτε μέσα στο σύμπαν;
Είχαμε γνωρίσει εκείνα τα περίεργα πλάσματα που μάς έμοιαζαν,
που ποτέ δεν πιστεύαμε ότι μπορούσαν να υπάρξουν,
κι όμως, ήταν εκεί.
Κι εκείνα τα φυτά που μας μιλούσαν στη γλώσσα των παλιακών ανθρώπων, τα θυμάσαι;
Δε τα λέγανε βασιλικούς εκεί, δεν υπήρχαν βασιλικοί,
δεν υπήρχαν βασιλιάδες.
Τότε, ήσουν εκεί, δίπλα μου.
Πώς σε έχασα έτσι; Γιατί σε άφησα να χαθείς μέσα σου;
Θα με συγχωρέσεις;
Έλα να πάμε χιλιάδες βόλτες αντί τη μία που σου χρωστάω.
όμως όχι, δεν σου χρωστάω μόνο βόλτες.
Βόλτες μπορείς να πας με όλους.
Σου χρωστάω ένα πέταγμα στον ουρανό, 
πάνω από τα ηχεία της πόλης,
πάνω από τα μπαρ που μεθούσαμε, 
μέσα από τις φωτιές της πλατείας.  
Θα περάσω το βράδυ από το στενό σου, κοίτα να είσαι εκεί.
Στείλε την καρδιά σου να μου δείξει το δρόμο
και πες της να μου δώσει ένα βαθύ φιλί στο στόμα
για να σε νιώσω μέσα μου μήπως και γίνω εσύ 
κι έτσι πετάξουμε αγκαλιασμένοι.
Να πετάξουμε θέλω, να πετάξουμε.
Κι αν σου είμαι βάρος, πέτα με κάπου στο σύμπαν, έτσι, απλά.
Αλλά εσένα δε σου αξίζει να κολυμπάς στο βούρκο.
Εσένα μόνο ουρανός σου πρέπει.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ένα Καθάριο Λεπτό

Με αφορμή κάτι που διάβασα κάπου...

Θέλω να φύγω από εδώ

Θέλω να με πας μια βόλτα
Κάπου αλλού
Να μπούμε σ' ένα αυτοσχέδιο διαστημόπλοιο
Φτιαγμένο από τραγούδια και φιλιά
Και να εκτοξευθούμε στ' αστέρια
Να αψηφήσουμε τον νόμο της βαρύτητας
Κι όλους τους νόμους - τους δικούς μας και των άλλων
Κι αν δεν γίνεται τόσο μακριά
Δεν πειράζει
Πάμε μόνο μια βόλτα
Να, εδώ κοντά έχει ένα καφενείο
Να πιούμε έναν καφέ στη χόβολη
Να ζεσταθούμε
Να μου γελάσεις λίγο
Να ζεσταθεί και η ψυχή μου που μπάζει κρύο
Να στεγνώσουν και τα ρούχα μου που στάζουν δάκρυα
Μην γελιέσαι, δεν είναι δάκρυα λύπης, μα χαράς
Από εκείνα που σπάνε το πρόσωπο σε χίλια κομμάτια 
και το φτιάχνουν ξανά μπροστά σου
Πέρα από έναν κόσμο που γεύεται την ηδονή τηλεοπτικά
εμείς, έλα να τη δημιουργήσουμε
Εκεί που η αλήθεια φαντάζει ψέμα
και οι υποσχέσεις μας δεν έχουν καμία αξία, κανένα βάρος
κι έτσι, χωρίς βαρύτητα συνοδεύουν τις ελπίδες μας και εξυψώνονται
Δε θα είναι η βόλτα μας μακρινή,
σημασία έχει να νιώσω τον παλμό σου έστω και για λίγο
Ακόμα κι αν δε ζήσουμε τον ήλιο, τον αέρα και τη νύχτα όπως οι άλλοι
Ακόμα κι αν ο χρόνος είναι μηδαμινός και τα δευτερόλεπτα σπάνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα
Ακόμα κι αν πιστεύεις πως είμαστε χαμένοι σε ένα πικρό όνειρο
Ακόμα κι αν οι νόμοι τους μάς εξουσιάζουν
Ακόμα κι αν ήσουν πάντα εκεί όταν εγώ έλειπα
μην ξεχνάς ότι αν ζήσεις ένα, μόνο ένα, καθάριο λεπτό μας
θα σε συντροφεύει για πάντα όπου κι αν πας μετά,
όσες ώρες κι αν έχεις για ξόδεμα και πέταμα,
όσα δευτερόλεπτα κι αν φτιάξεις με την πλαστελίνη τους
Ακόμα κι αν χαθείς μέσα στο σύμπαν
μην ξεχάσεις τα αλεξίσφαιρα λεπτά μας 
που ο χρόνος τους δεν κατάφερε να σημαδέψει. 

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Φίλε, Πρόσεξε...

Ρε συ, να μη χάνεσαι
γιατί δεν μπορώ να νιώθω ότι δεν είσαι πουθενά.
Και ο ήλιος λάμπει καλύτερα αν ξέρω ότι είσαι εκεί, κάπου.
Kαι το φεγγάρι δεν λάμπει όταν λείπεις.
Ο Φίλος μου είναι σαν ένα έντομο που τρέφεται από 'μένα
ένας κοριός τόσο μικρός, ένα πίσω-μπρος στη ζωή μου.
Κι αν τώρα νιώθεις μόνος, το ξέρω πως θα με αναζητήσεις
κι εγώ θα είμαι εκεί για 'σένα.
Μαζί του, όταν εκείνος το θέλει, όταν φωνάξει πως με χρειάζεται.
Εκεί, στην παλιά γειτονιά, στα Κάτω Πατήσια, όταν παίζαμε μπάλα μικροί
τον άφηνα καμιά φορά να κερδίζει για να μη στενοχωριέται
και αυτός από τη χαρά του με κερνούσε από εκείνη την πορτοκαλάδα του κυλικείου
που σαν άδειαζε, την παραγεμίζαμε με χαρτιά και παίζαμε πάλι μπάλα στην αυλή του σχολείου, οι δυο μας, ανάμεσα σε εκατοντάδες παιδιά, μόνοι μας.

Και μετά, μεγαλώνοντας, βόλτες στο κέντρο.
Εξάρχεια και Λυκαβηττό, αρχές '90 στο Ρόδον για συναυλίες.
Περπατούσαμε και μιλούσαμε με τις ώρες
πίναμε και κοιτάζαμε εκστασιασμένοι το κάθε πρόσωπο.

Μα και τώρα που μεγαλώσαμε, εγώ αυτά θυμάμαι ακόμα.
Όχι, δεν τα αναπολώ, δεν μεμψιμοιρώ.
Τώρα ξέρω πως τον αγαπάω περισσότερο αυτόν τον Φίλο.

Όχι επειδή τον ξέρω τόσα χρόνια, δεν είναι αυτό.
Είναι γιατί όταν πονάει, κάτι καίει την καρδιά μου.
Είναι που όταν γελούσε δυνατά 
ήξερα πως θα έρθει η στιγμή και για το δυνατό κλάμα.
Και δάκρυζα χωρίς να με βλέπει.

ΥΓ: Φίλε, πρόσεξε μήπως χαθείς μέσα σου.
Εγώ πάντως είμαι εδώ.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Μη Φοβηθείς

Μη με περιμένεις στο λιμάνι, δε θα είμαι εκεί.
Το πλοίο που με πήρε είχε επιβάτες γεμάτους σκιές

και σκούρα χρώματα τα φουγάρα του έσταζαν καταχνιά
και παλιές κυμάτινες μνήμες
μα μην ανησυχείς, το φευγιό ήταν ήσυχο.
Μην κλάψεις που δε θα είμαι εκεί μαζί σου, δε μπορούσα να έρθω.
Μη με ψάξεις ούτε στους μίσχους των χρόνων μας 

ούτε στο παλιό μας μπουκάλι με το χαμένο θησαυρό.
Ίσως μια σκιά σου φωνάξει
"πήγαινε στο προηγούμενο λιμάνι να τον βρεις,
κρύφτηκε σε ένα παλιό υπόγειο"
μα μην κοπιάσεις για μένα, απλά ξέχασέ με
μόνο, αν μπορείς, δείξε μου την καρδιά σου από μακριά
όπως εκείνη θα φεγγοβολά μέσα στο σκοτάδι
που εκπέμπουν τα λούτρινα πλοία των παιδικών μας χρόνων
κι έτσι όπως θα φωτίζει τον ανθό της αθωότητας των χελιδονιών
που στριφογυρνούν γύρω από τη φωλιά τους μετά το μακρινό ταξίδι της επιστροφής.

Εγώ θα καταλάβω πόσο με θέλησες
"δε χρειαζόμαστε πολλά για να νιώσουμε τη λάμψη" 

έτσι δεν έλεγες πάντα;

(Πέσαμε σε δύσκολους καιρούς και δεν άντεξα να σηκώσω αυτές τις λέξεις, συγνώμη)

Mα στους θανατερούς ορμητήρες των κάστρων,
φωνές παλιών πολεμιστών και κλάματα μικρών ερωτευμένων παιδιών
θα ακούγονται από το υπόγειο λιμάνι της νιότης μας
κι η θάλασσα θα αναδεύεται και θα ξεπουλά τα υπάρχοντά της στους πειρατές της γης
κι ο ουρανός θα αποστρέφει το βλέμμα του από πάνω μας
και μαζεύοντας τα φανταχτερά του πέπλα κάτω από τη πύρινη σφαίρα
κροταλίζοντας τα σιδερένια του βλέφαρα θα κατεβαίνει προς τη γη και θα ρίχνεται με τη βροχή του μέσα στην άβαθη θάλασσα.

Μα μη φοβηθείς, κάπου εκεί θα βρίσκομαι και θα σε κοιτάω.
Ακόμα κι όταν δε με έβλεπες εγώ ήμουν πάντα εκεί.

Μα μην ψάξεις να με βρεις, θα έχω φύγει μέσα στα όμορφα κύματα της παγωμένης θάλασσας του Σεπτέμβρη

ενώ εσύ θα ντύνεσαι την όψη τους και θα γεύεσαι τον ηδονικό αφρό τους.

Θα ήθελα να μου πεις αν με θυμάσαι καθόλου όπως όταν πρωτογνωριστήκαμε.
Έμεινε κάτι ή όλα θάφτηκαν μέσα στην εποχή που μετράει τους ανθρώπους σαν εμπόρευμα και ζωοποιεί τους αριθμούς μέσα στα μυαλά τους;
Να με θυμάσαι πού και πού
και κοίτα να φυλάς τους εγκεφαλικούς σου δρόμους απ' τις κακοτοπιές του ανόητου καιρού μας.
Κι αν αξίζει τον κόπο να ξαναερωτευθείς, μη το κάνεις επειδή πρέπει
ούτε επειδή η βουή του κόσμου σε ανάγκασε να υποκύψεις στην ηδονή.
Κάνε το μόνο αν είσαι σίγουρος.
Και να μη ξεχάσεις ποτέ εκείνο το πολύβουο αστέρι που καβαλήσαμε μαζί σα να ήμασταν μόνοι μας

γιατί σε εκείνο το αστέρι ελπίζω να σε ξαναβρώ
αν κάποτε μπορέσω να σηκώσω τους ήχους των δύσκολων καιρών που μαζί ζήσαμε.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Ανίκανοι Φαινόμαστε

Γραμμένο Μαζί Με Τη Φίλη "Μιμόζα"

Γέμισαν οι δρόμοι γκρίζο και μουντίλα,
δε βρέχει, μονάχα κάπου κάπου πέφτουν αστραπές, 

δεν είναι από τον ουρανό σου λέω,όχι.
Για στάσου λίγο, κοίτα, να εκεί, ένα πλήθος μαζεμένο, κάτι ετοιμάζουν.
Να είσαι έτοιμος, ναι θα προσέχω κι εγώ, ίσως να πάω μαζί τους, μη φοβάσαι.
Είναι που δεν αντέχω το κοντά μας, το γύρω μας, πώς να το πω;
Φάτσες ανέκφραστες, αγέλαστες, πλαστικές.
Έρχονται και φεύγουν, μένω πάλι μόνη, και να πω ότι φοβάμαι
τη μοναξιά...
Όχι ρε φίλε, πάει πέρασε αυτό, δε με τρομάζει άλλο.
Λίγο που με χαλάει η θολούρα που έχω στο μυαλό και με κάνει
να τρυπώνω σε κάτι κρύα δωμάτια γεμισμένα μούχλα και σαπίλα.
Και φεύγω ολοένα πιο πολύ χωρίς να αφήνω πίσω μου
σημάδια να γυρίσω.

Ολοένα μεγαλώνει το δωμάτιο,
φωτίζεται και βρίσκομαι πάλι στο σαλονάκι της γιαγιάς
με το μικρό σκρίνιο, στολισμένο με κεντημένα σεμεδάκια,
ποτηράκια, βαζάκια με γλυκό μελιτζανάκι.
Μέσα στα μικρά του συρταράκια κρυμμένες καλά καλά
κάτι σουρίτσες με χαρτονομίσματα, τυλιγμένες με κόκκινη κλωστή,
προσεκτικά και ευλαβικά βαλμένες από χέρι ανθρώπου γελαστού.
Πώς έφτασα σε τούτο εδώ το δωμάτιο;
Και πώς να θυμάμαι πότε και γιατί έφτασα σε όλα εκείνα τα δωμάτια των παιδικών μου χρόνων;
Ρωτάς κι εσύ χωρίς να σκέφτεσαι πόση υπομονή έχω κάνει με όλους σας και με 'μένα.
Στο ένα στεκόταν ο πατέρας μου και διάβαζε την εφημερίδα του.
Στο άλλο η μάνα μου τον κοιτούσε μέσα από τους τοίχους κουνώντας το κεφάλι της.
Είμαι έξω απο το σπίτι τώρα και γεύομαι τις αστραπές των θεών.
Σε εκείνο το σπίτι είναι όλοι νεκροί, αλλά γιατί μπορούν να με δούν;
Η μουντάδα δε λέει να φύγει, μάλλον θα μείνει, για πάντα.
Συνηθίστε το άνθρωποι, όλα αυτά είναι δικά μας, ειδικά ο θάνατος.
Ανίκανοι φαινόμαστε στον πόλεμο, όταν ο εχθρός μάς στέλνει τους απεσταλμένους του.
Ανίκανοι στο παιχνίδι της ζωής, όταν εκείνη μάς στέλνει τις λύπες της.
Ανίκανοι στο παιχνίδι των άλλων, όταν εκείνοι μάς ζητούν ανείπωτες ευθύνες, με βλέμματα και μισόλογα.
Το πλήθος θα μάς καταπιεί ζωντανούς, αν δεν καταλάβουμε τη δύναμή του.
Οι δρόμοι θα γεμίσουν με αίμα, αν δε ρίξουμε την ανθρώπινη βροχή μας.
Οι αφέντες θα μάς στήσουν στον τοίχο, αν εμείς δε βρούμε το μέλλον μας.
Σταμάτησα να κοιτάω μέσα στο σπίτι που έμεναν εκείνοι.
Είναι ώρα να πάω μπροστά ή πίσω, αλλά τώρα πιά μόνη μου.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Ακόμα Κι Έτσι...

Γραμμένο Μαζί Με Τη Φίλη "Μιμόζα"

Περπατάω, στέκομαι, κοιτάζω,
παραπατώ μα συνεχίζω. 
Πατώ επάνω στις σιωπές σας 
εκείνες που αποφεύγετε ν' ακούσετε,
σε δρόμους ντυμένους με όσα τρομάζετε
ν' αναγνωρίσετε.
Μα στέκομαι μπροστά σας
και γυρνώ, ανάθεμά με, γύρω γύρω
με μάτια ανοιχτά
και ρουφάω τ' αρώματα
σφραγίζω τις εικόνες,
κλειδώνω φάτσες, ανάσες και κουβέντες.
Γεμίζω τα σπλάχνα και το νου μου
να μη τα καταπιεί η λησμονιά
και θυμάμαι, θυμάμαι όσα διώξατε από ανάγκη,
όσα αποποιηθήκατε από ντροπή, 
τα πετώ μέσα μου καθώς παραπατώ,
ανάθεμά σας, είναι τα δικά σας.
Κι έτσι όμως, ακόμα κι έτσι
θα σας πολεμήσω με όσα όπλα κι αν έχω. 
Πέτρες, μπουκάλια και λαλιά πουλιού.
Ό,τι η φύση μού έδωσε,
ό,τι ο πολιτισμός σας μού στέρησε, θα το χρησιμοποιήσω.
Πέτρες για να σπάσω τη σιωπή σας.
Μπουκάλια για να κόψω τις φλέβες της ανέστιας ελπίδας σας.
Λαλιά πουλιού για να τραγουδήσω δυνατά τη δική μας ελπίδα.
Θα στέκομαι μπροστά σας και δίπλα σας και πίσω σας.
Θα ανάψω τσιγάρο για όλο τον κόσμο
κι η καύτρα του θα φαίνεται στα πέρατα του κόσμου
και τα σπλάχνα μου θα ρέουν στην ορμή του κόσμου
κι εκείνος θα μεταμορφώνεται σε ηλιαχτίδα. 
Με μάτια ανοιχτά θα κοιτώ τον ήλιο
και θα ρουφάω το ψύχος των πόλων
εκεί που ποτέ δεν στράφηκε ανθρώπου βλέμμα.
Περπατάω, στέκομαι, κοιτάζω,
παραπατώ μα συνεχίζω. 
Συνεχίζω πάνω από γραφεία και τέμνοντα μυαλά
να βρω πότε έγινε το λάθος του Θανάτου
πότε αφήσαμε να ξεχαστούμε πάνω στα νούμερα και τα χαρτιά
Με μάτια ανοιχτά θα κοιτώ τον φεγγάρι
και όλα τα αστέρια θα καθαρίσω από τα χνώτα σας
και τα βραδινά σας όνειρα.
Κι όταν έρθει ο καιρός θα σας ξαναπολεμήσω
χωρίς ήλιο, χωρίς φεγγάρι, με μόνο όπλο τη δική μας ελπίδα.
Τα χαρτιά σας θα σβηστούν,
οι αριθμοί σας θα σφαγιαστούν από τις λέξεις μας.
Η γη θα γεννήσει νέους σεισμούς και λάβα από αρώματα
ποτάμια με στίχους ποιητών θα σας κατακλύσουν
κι η αγάπη θα ξεκαθαρίσει από ανούσια χάδια 
και φτηνά ερωτικά κόλπα.
Παραπατάω,
μα θα συνεχίσω να χύνω μελάνι στο βιβλίο του νου σας.
Θα πέφτω, αλλά πάντα θα ξανασηκώνομαι, ξανά και ξανά. 

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Οι Κήποι Μας

Γραμμένο μαζί με τη Φίλη "Μιμόζα"

Μια μάζα από σάρκα και οστά,
παλεύεις να κρύψεις την ψυχή σου,
να μη την πληγώσουν, μη τη λερώσουν,
μη σαπίσει το σώμα και χάσει κι εκείνη το μέρος που φωλιάζει.
Βυθίζεται να μη βλέπει όλα όσα τα μάτια αντικρίζουν,
βρώμικα, ψεύτικα κι άλλοτε νοσηρά αγαπημένα.
Ξεχνά, δήθεν, τις ουλές από τ' αγκάθια των λουλουδιών
καθώς σεργιάνιζε στους ολάνθιστους κήπους.
Μα ήρθε η μέρα που τους ρήμαξαν κι αυτούς,
οι φίλοι που μεγάλωσαν απότομα και δε βρήκαν χρόνο να περάσουν.
Φίλε στο είχα πει, τα λουλούδια πονάνε όταν τα αγνοείς
φίλε θυμάσαι πως ρουφούσες το άρωμά τους 
και φώναζες "ποτέ δε θα ξεχάσω";
Θυμάσαι εκείνο το απόγευμα,
θυμωμένος που δεν κατάλαβα τις έγνοιες σου, 
πέρασες στο απέναντι πεζοδρόμιο,
ουρλιάζοντας πως ο κόσμος άλλαξε;
Πικράθηκα μα δε με νοιάζει για εμένα,
σ' άκουσαν εκείνα φίλε και μαράθηκαν.
Μαράθηκαν γιατί έτρεχες να προλάβεις το εμπορικό.
Και οι εχθροί, που κάθε μέρα τον γεμίζουν σκουπίδια,
από εκείνα που ποτέ δε θα γίνουν ένα με το χώμα,
δε θα γίνουν λίπασμα για να τα βοηθήσουν να ανθίσουν.
Ολοένα και πληθαίνουν οι εχθροί,
καμιά φορά δυσκολεύεσαι να τους αναγνωρίσεις.
Θαρρείς πως είναι φίλοι και τους αφήνεις να περάσουν,
κι εκείνοι επειδή έτσι έμαθαν να κάνουν σφίγγουν τα χέρια
και κόβουν τα μπουμπούκια.
Τα μπουμπούκια ρε γαμώ το.
Οι φίλοι δεν έχουν χρόνο, οι εχθροί αντρειεύουν,
τα λουλούδια πια μαράθηκαν και τα μπουμπούκια κόπηκαν... 
Ένα παγκάκι, ένα δειλό κορμί
και η ψυχή σακατεμένη, θλιμμένη, μουδιασμένη.
Όμως στέκεται και σιγοκαίει τη φλόγα της και ακόμα δυναμώνει.
Κι εκείνοι οι φίλοι πέρασαν και χάθηκαν σε άλλους κήπους
και τα μπουμπούκια προσπαθούσαν την αναγέννησή τους.
Ήλιος, Άνεμος και το μαύρο της ψυχής μας.
Εκεί κατακάθησε το μυαλό να ξεκουραστεί.
Κάτω από τον ήλιο, χτυπώντας στα ίσια τον Άνεμο
δίνοντας στον ορίζοντα μια τελευταία ελπίδα ύπαρξης.
Ήλιος, Άνεμος κι η ψυχή του ολόγυμνη.
Κι αν τελειώσουν όλα, πάλι θα υπάρχει χρόνος.
Ώρες, παρακαλούν ικετευτικά την αιωνιότητα για λίγο παραπάνω μα εκείνη δεν επιθυμεί τίποτα άλλο από τον αιώνιο εαυτό της.

Aυτές υπακούν.

Και ο κήπος όσο περνάει ο Χρόνος ανθεί και πάλι.
Κι οι φίλοι, καινούργιοι φίλοι,
ανοίγουν το μυαλό μου και τοποθετούν καλώδια ελπίδας.
Ήλιος, Άνεμος κι η ψυχή τους ολόγυμνη.
Μα πού βρίσκονταν τόσα χρόνια αυτοί οι αληθινοί φίλοι;
Σε ποιους κήπους τριγυρνούσαν, ποιο άγιο χώμα πατούσαν;
Τα ίχνη τους ακούγονται από μακριά,
τα μάτια τους κλειστά
και μια διαρκής απορία σχηματισμένη στις ρυτίδες τους.
Δεν είναι χαρακιές εμπειρίας ούτε χρόνων.
Αυτές οι ρυτίδες είναι ανώριμες,
σε πρόσωπο μωρού βαλμένες
είναι χαρακιές που αλλάζουν στη στιγμή
που φοβούνται την ωριμότητα των μεγάλων.
Μα και η ψυχή φοβάται το μυαλό των μεγάλων του κόσμου.
Των μεγάλων του Θανάτου.
Των μεγάλων της Ζωής.
Μακάρι να ξανανθίσουν οι κήποι μας μέσα στην Οικουμένη τους.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Όμορφοι Αυτοί Οι Δρόμοι...

Γραμμένο μαζί με τη Φίλη "Μιμόζα"

Αν θέλεις να έρθεις θα σου κρατήσω μια θέση
στον ηλεκτρικό, κοντά στη δική μου.
Όχι πλάι μου, δε θέλω το μπράτσο σου να με αγγίζει
μα κάπου αντικριστά, τα μάτια σου να βλέπω.
Κάπου-κάπου θα μπαίνει κάποιος ανάμεσά μας,
κι εσύ με τρόμο θα κινείσαι, ψάχνοντας με,
μη τυχόν κατέβω, μη με χάσεις. 
Και σαν το πλήθος λιγοστεύει θα με κοιτάς,
εκλιπαρώντας στο πλάι μου, μια φορά να περπατήσεις.
Μα τότε θα πρέπει να σου πω πως τα μέρη όπου σεργιανίζω
είναι θλιμμένα, σκοτεινά, μυρίζουν δάκρυα και ούρα.

Όχι δε φοβάμαι -αν ρωτάς- μονάχα που καμιά φορά λυπάμαι
σαν σκέφτομαι κάτι μέρες παλιές, φωτεινές 
που μύριζαν βασιλικό, λεμονιά κι αγάπη.
Aυτές τις μέρες μη τις ξεχάσουμε ποτέ
μα να τις κρατάμε σαν το δικό μας μυστικό
και να πηγαίνουμε από πόρτα σε πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα:
Η θλίψη είναι ετοιμοθάνατη.
Η θλίψη πέθανε, δεν έχει θέση εδώ, δεν μπορεί να ριζώσει.
Η θλίψη δε μπορεί να μάς νικήσει
είναι δημιούργημά μας, είναι σάρκα μας
αλλά εμείς ξέρουμε πώς να την κάνουμε κι αυτή χαρούμενη μέσα μας.
Με φίλους άσπιλους και αμαρτωλούς
από αυτούς που παγώνουν στη θεά του πρώτου φωτός
και θερμαίνονται από τον ήχο μιας κιθάρας και της παιδικής μας φωνής.

Μην κάτσεις πλάι μου, στο είπα.
Είναι που θέλω να φωτίζομαι από τα μάτια σου
και να μπορώ να σε κοιτάω όπως τότε, θυμάσαι;
Κλέβαμε τους καρπούς του ήλιου και στολίζαμε τα μαλλιά μας
κάθε βόλτα μαζί σου ήταν μια ουτοπία, 
κάθε ματιά σου ένα ακόμα βήμα.
Ήθελες να περπατάμε στους βρώμικους δρόμους
γιατί ήταν δικοί μας.
Μη φοβάσαι, είναι ακόμα όμορφοι.
Τα δάκρυα, τα δάκρυά μας είναι τα πρώτα που χαράκτηκαν στα δέντρα τους, σε αυτούς τους δρόμους πρωτοένιωσα το χτύπο της καρδιάς σου.

Μη φοβάσαι, είναι ακόμα όμορφοι αυτοί οι δρόμοι.

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Ένα Παιδί Μονάχο

Mια καρέκλα απέναντι στο φως του ήλιου και ένα παιδί μονάχο.
Εμείς σε έναν κόσμο από αιθάλη και μαύρη σκόνη.
Η καταστροφή δε θα έρθει μόνη της, μα ούτε από τον ουρανό.
Δεν υπάρχει κανείς εκεί.

Ένα λουλούδι που αντιστέκεται στον άνεμο της νύχτας.
Ένας σπόρος που μόλις έπεσε στη ρημαγμένη γη.
Ένα παιδί μονάχο του.
Ένας ταξιδευτής που μιλάει στα νερά.
Τα μολυσμένα νερά που μάς καταπνίγουν
πέφτουν στα χωράφια και ξανασηκώνονται σαν μαύρα σύννεφα.
Ένα παιδί μονάχο.

Ένα σκαθάρι που ξαναμπαίνει γρήγορα στο χώμα.
Μια γλάστρα πήλινη και ο ήλιος που την κοιτά κατάματα
νιώθει τον παλμό των βλαστών της και καρπίζει το χώμα της.
Μια ερημιά που ξεχειμωνιάζει μόνη της.
Και μια φωτογραφία σκισμένη στη μέση.

Βάλθηκα να σε ξαναδώ και βούτηξα σε ένα μεγάλο ποτάμι.
Με πέταξε στον ωκεανό, δεν ήταν κανείς.
Μόνο ένα παιδί μονάχο.
Κι ένας ταξιδευτής να μιλάει στον ουρανό.
Βρέχει στον μεγάλο ωκεανό.

Ένα φύλο που ξεμάκρυνε από το κλαδί
και έπεσε στον ουρανό ανοίγοντάς τον στα δύο.
Φάνηκε η ομορφιά σου μέσα εκεί.
Mια καρέκλα απέναντι στο φως του ήλιου και ένα παιδί μονάχο του.
Άσε να σκέφτομαι ότι θα είσαι εδώ
ότι θα σε δω να πέφτεις από το ουράνιο σχίσμα.
Ταξιδευτής μέσα στους Ταξιδευτές.
Παιδί μονάχο που ψάχνει για το φως που δε θα σβήσει ποτέ.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Αυτοί Που Καίγονται

Έλα όπως χθες, κατά τις δέκα, να δούμε αν μπορούμε να σκάψουμε για να βρούμε τα θεμέλια της ψυχής μας.
Ο Γιώργος δε θα είναι μαζί μας.
Μου είπε πως δεν έχει ψυχή πιά, ούτε κουράγιο να ακονίσει τα νύχια του σκάβοντας αισθήσεις ξεχασμένες.
Μην τον παρεξηγείς, νομίζει πως κατάφερε να ξεχάσει και φοβάται να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του.
Είναι μόνη της κι αυτή, μόνη να κινεί μια ολόκληρη μοναξιά.

Όταν φύγουμε από ‘κει, να περπατήσουμε πάνω στα σύρματα σαν αυτά τα πουλιά που περιμένουν να ξημερώσει, χωρίς άγχος, έξω από το χρόνο των αυτοκινήτων της νύχτας και των τρένων που πάντα βλέπαμε από μακριά.

Μην ανακατεύεις το μυαλό σου με σκέψεις, είμαστε ελεύθεροι να ζήσουμε όπως θέλουμε.

Στην πλατεία, εκεί θέλω να πάμε και να περιδιαβούμε τα παγκάκια και να φανταστούμε πόσοι άνθρωποι τα βρήκαν έρημα τέτοια ώρα με μόνα τα πουλιά του πρωινού να τους αγκαλιάζουν.
Και τον πρώτο περαστικό που θα συναντήσουμε να τον κεράσουμε το κατακάθι της ψυχής μας, μήπως και δει μέσα του αυτό που μάς καίει,

ό,τι δε μάς αφήνει να ησυχάσουμε.

Εγώ δεν κατάφερα να πάω μακριά, εσύ όμως κοίτα να μην αφεθείς στα βλέμματά τους, θα σε στυλώσουν στο κέντρο και θα σε θάψουν όπου βρουν.
Και αν σε υποδεχτούν τα πεζοδρόμια στα βήματά τους,

τόλμησε να περπατήσεις με όσους οι άλλοι αποφεύγουν.
Και τότε θα αντικρύσεις το πραγματικό πρόσωπο του κόσμου,

που κανείς δεν μπόρεσε να σκεφτεί ότι υπάρχει.
Η αποφυγή είναι σαν το θάνατο και αυτόν μόνο οι απόκληροι τον ξέρουν, όλοι αυτοί που καίγονται πάνω στην κόψη αυτού του κόσμου.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Μια Ημέρα

Τους είδες;
Τους είδες που κατέβαιναν τρέχοντας;
Σε ρωτάω.
Ούτε εσύ ξέρεις ούτε κανείς άλλος.
Μάλλον ήθελαν να αποφύγουν τη σύγκρουση με τον εαυτό τους.
Ίσως ήθελαν να τον προσπεράσουν, τώρα, σήμερα, που κάτι μπορεί να γίνει.
Αύριο θα είναι αργά.
Το σήμερα περνάει μπροστά τους κι εκείνοι δεν παίρνουν χαμπάρι.

Οι τα πάντα συγκρίνοντες απαγορεύουν τις συγκρίσεις.
Όσοι εμφυλιοπολεμούν με επαναφέρουν στην τάξη όταν προσπαθώ απλά να ψελλίσω τη γνώμη μου, γιατί λένε ότι αυτή είναι που ξυπνά τα πάθη.
Οι θρησκευόμενοι λένε ότι βρίζω τα θεία, εγώ που δεν έχω κάτι ιερό πέρα από τον Άνθρωπο, τί μπορούν να βρούν για να με βρίσουν;
Οι συνάδελφοι απλώς με παρατηρούν, δεν κουτσομπολεύουν.
Οι άλλοι έρχονται ενώ εγώ ακόμα πηγαίνω.
Ο πατέρας κι η μάνα πάντα θέλουν το καλό σου αδερφέ, γιατί εσύ ξέρεις μόνο το κακό σου.
Οι φίλοι έχουν ξεχυθεί να πέσουν στα ποτάμια για να μην κρεμαστούν.
Τα βρέφη θηλάζουν από τις θηλές της κοινωνίας και αρρωσταίνουν.
Τα τασάκια είναι γεμάτα, αλλά εγώ θυμάμαι πως ήθελα να το κόψω.
Τα ποτήρια- έχω δύο, πίνω κρασί και ούζο μαζί, αλλά πάντα ξεχωριστά- έγιναν ένα μπροστά στη φωτογραφία σου.
Το πικάπ παίζει ωραίες μουσικές και η βελόνα ράβει κάμποσες καινούργιες.
"Ο ανελκυστήρας δε λειτουργεί", πάλι με τις κυλιόμενες σκάλες πρέπει να πάω.
Ο φωταγωγός γεμάτος με τέρατα όμορφα, ωραίες φάτσες που χαμογελούν καθώς μου πετάνε φλόγες.
Ήταν να πάω μια βόλτα, το θυμάμαι, αλλά δε μπόρεσα να ντυθώ, είχα παραλύσει από τους σπασμούς της μεγαλούπολης.
Το αυτοκίνητο χάλασε και πού να πάω τώρα με τα πόδια;
Δεν έχω συνηθίσει τα καινούργια μου πέλματα. 
Αν ήσουν εδώ θα με βοηθούσες να συμπαρασταθώ σε όσους το ζητούν.
Αν ήμουν εκεί θα καταλάβαινες ότι κανένας κόσμος δεν μπορεί να με χωρέσει, ούτε εγώ μπορώ να υποκριθώ ότι χώρεσα κάποιον.
Οι αρχηγοί πετάνε συνθήματα που σκάνε στους ζεστούς δρόμους σαν βόμβες μολότωφ πάνω σε ακατέργαστους μπάτσους.
Η τηλεόραση παίζει ένα σίριαλ του συρμού κι εγώ δεν μπορώ να την κλείσω, δεν μπορώ να κουνήσω τα χέρια μου καν.

Θέλω να περπατήσω για να σου φέρω λίγο γάλα να ξεδιψάσεις, είσαι εκεί;
Η νύχτα αυτή με παίδεψε, την ένιωθα σαν μέρα φωτεινή και δε με έπαιρνε ο ύπνος.
Και ο σκύλος κροτάλιζε κι ενώ μου έτρωγε τα σωθικά κατάφερα να συρθώ μέχρι το δωμάτιο σου.
Είχες αλλάξει πολύ, σχεδόν κροτάλιζες κι εσύ, το στήθος σου ήταν κομματιασμένο, μόνο δύο τρύπες αντίκρυσα.
Έφερες μια κανάτα με νερό για να πλύνω το πρόσωπό μου κι εγώ το ήπια λαίμαργα, λαίμαργα και οικεία.
"Τι κάνεις εκεί;" με ρώτησες κι εγώ δεν απαντούσα, δεν ήξερα τί να πω.
Μόνο που άρχισε να φεύγει το νερό από το στόμα μου και να χύνεται στα πόδια σου και τότε κατάλαβα πως τα κομμάτια του στήθους σου βρίσκονταν στο στόμα μου.
Ήταν ακόμα ζεστά και κόκκινα, ήταν ζωντανά, όμορφα.
Τα άφησα στο πάτωμα και τα πότισα με γάλα και νερό για να μεγαλώσουν.

Εσύ με κοιτούσες και έφερες το κεφάλι μου να κουρνιάσει στον ώμο σου.
Πόσα βράδια είχα περάσει με αυτή την εικόνα.
Πόσα βράδια έπρεπε να περάσουν για να σου πω ότι σε πεθύμησα!

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Τα ίδια Ρε ΄Συ

Κόψε με τα δάχτυλα τις σελίδες εκείνου του μικρού βιβλίου
και πάμε πίσω, εκεί, στη γειτονιά που μεγαλώσαμε.
Και μην περιμένεις να σε ξεναγήσω
ξέρεις πως ποτέ δε μου άρεσε να μιλάω πολύ ούτε να παριστάνω τον δάσκαλο.

Και να σου πω ρε 'συ, τα βιβλία δεν έχουν ανάγκη από ευγένεια όταν είναι αληθινά και στάζουν καθάριες σκέψεις.
Μουτζούρωσέ τα ρε και κάψε και τα εξώφυλλα αν θες.
Και αν μπορείς, δώσε μου λίγο να πιώ από το χθεσινό σου ποτό.
Δε με πειράζει που δεν πίνεται πιά, που έχει ζεσταθεί
μόνο να έχω την αίσθησή σου ρε φίλε
γιατί τόσα χρόνια που σε έχασα, αλλάξαμε κι οι δύο.
Εσύ πήγες παραπέρα κι εγώ εδώ, στάσιμος.

Μα τί ζητάς; Αφού στο είπα.
Δεν υπάρχουν αλλαγές να σου πω,
μόνο κάτι ευτυχισμένες στιγμές που τις έχω ξεχάσει κι αυτές.
Εσύ όμως που ταξίδεψες στον κόσμο θα ΄χεις να μου πεις πολλά για τους ανθρώπους.
Εδώ ό,τι ξέρω, είναι αυτό που άφησες και τώρα δεν μπορείς να καταλάβεις.
Πολύ καταχνιά, λίγο φως και οι δρόμοι ίδιοι.
Γεμίζουν το χειμώνα, αδειάζουν το καλοκαίρι.
Όπως τα ΄ξερες δηλαδή.

Εσύ;
Πού βρισκόσουν;
Και τί είδες;
Τί περιμένουν αλλού οι άνθρωποι;
γελάνε με την ψυχή τους;
είναι χαρούμενα τα παιδιά τους;
έχουν αλάνες να παίξουν;
φτιάχνουν μπάλες χάρτινες;

Εδώ τα ίδια, όλα σχεδόν όπως τα άφησες.

Για στάσου, κάτι θυμήθηκα.
Kοντά, εκεί που μεγαλώσαμε ρε, ξέρεις τί υπάρχει τώρα;

Εκεί, ανάμεσα στα δύο περίπτερα που στέκονταν ακοίμητοι φρουροί της πλατείας, σφηνωμένοι διάφυλοι άνθρωποι που περιμένουν τα τρόλεϊ και τα λεωφορεία.
Υπνοβατούν το ξημέρωμα και ψιθυρίζουν μέσα από τα χείλη τους λέξεις..."δουλειά" "μεροκάματο" "πατρίδα".

Πουτάνες, και νταβατζήδες που περιμένουν σαν κοράκια να τις φάνε ζωντανές.
Πρεζέμποροι κάθε είδους και μπάτσοι που τους χαιρετούν εγκάρδια απλώνοντας το χέρι για μερτικό.
Κλειστά μαγαζιά και πεζοδρόμια που πέφτουν στο κενό κόβοντας τα πόδια μας.

Αλλά, μη φοβηθείς, αυτά αλλάξαν μόνο.
Κατά τα άλλα, τα ίδια ρε φίλε.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η Φωνή Σου

Πόσο θα ήθελα να μην ξαναπαλέψω με τις λέξεις.
Φθόγγοι είναι, ήχοι.
Και τους ήχους τους γνωρίζω καλά.
Τη φωνή σου, χιλιοακουσμένη την έχω, αυτήν την κοριτσίστικη μελωδία που δεν μπορώ να ξεχάσω.
Μόνο που οι λέξεις είναι εμπόδιο για να σου μιλήσω και να καταλάβεις.
Μέσα στο κεφάλι χορεύουν σκέψεις ανακατεμένες.
Τη μία αποπνέουν λογική και την άλλη στέκεις απέναντι και ό,τι λογικό γίνεται πάλι φωνή μικρού κοριτσιού.
Και δένομαι με σχοινιά στο κατάρτι της λογικής μήπως αποφύγω αυτό το κοριτσίστικο "αχ".
Μα δεν είναι εύκολο.
Και ξαναπροσπαθώ.
Και κλείνω τα αυτιά μου να μην ακούω κανέναν ήχο.
Και κρατάω την ανάσα μου, ούτε αυτήν να ακούω.
Και η θάλασσα μπαίνει στο μυαλό μου και γίνεται τρικυμία,
μα δεν την ακούω.
Γιατί μόνο ένα κοριτσίστικο "αχ" ακούγεται την ώρα που τα δύο σώματα διασταυρώνονται στο άγνωστο δωμάτιο.
Αυτό το "αχ" με ταξιδεύει σε ήρεμες θάλασσες,
και τότε ο άνεμος και ο αφρός με ξελύνουν από το κατάρτι
και στο πρώτο λιμάνι που βρίσκω, μεθάω και ακούω γυναικείους βρυχηθμούς ειλικρινών οργασμών.
Το βλέμμα σου όμως  έχει τις δικές του στιγμές, δεν είναι ένα αδιάφορο "αχ" κοριτσιού, δεν καλουπώνεται σε κανέναν οργασμό.
Είναι το δωμάτιο, η μουσική, το αλκοόλ και ο τόπος.
Είναι τα λόγια, οι λέξεις, η φαντασία.
Είναι ό,τι δεν πρόλαβα να πω και μου το υπενθύμισες με ένα φιλί κι ένα χάδι στα μαλλιά.
Τί διαφορετικό "αχ" που είναι το δικό σου.

Στυφή Ελπίδα



Σε είδα που κοιτούσες τον ήλιο κατάματα και φοβήθηκα ότι θα αποστρέψεις το βλέμμα σου κι από εμένα.

Όχι επειδή μπορώ να Τον φτάσω, αλλά γιατί θα ήθελα να είχες μέσα σου και το δικό μου φως, το αχνό, σχεδόν σκοτεινό,
δοσμένο όμως με πάθος και προσμονή σαν το πρώτο μητρικό γάλα. 



Ποτέ δε σε κοιτούσα κατάματα, μόνο άθελά μου.



Ήθελα να σε ξεχνάω συνεχώς, και όταν θα ερχόταν ή ώρα πάλι να σε αντικρίσω να ολοκληρώνεσαι μπροστά μου

να μη μου θυμίζεις τίποτα κι έτσι να ξαναφτιαχνόμαστε ξανά και ξανά μαζί.



Μην πιστέψεις ότι δεν ήθελα να ξεδιψάσουμε σε εκείνη την μοναχική παραλία που με είχες πάει τότε.
Πόσο το ήθελα!
Αλλά δεν είδες; Μόνο θάλασσα υπήρχε κι εμείς δεν ξέραμε κολύμπι.



Σε είχα δει πώς αφουγκραζόσουν εκείνο το βρόχινο κοχύλι, μακριά από όλους μας.

Είχα ακούσει που του μιλούσες χωρίς να περιμένεις απόκριση.

Χαμογελούσες για την ανακάλυψή σου και μετά το έστρεψες περήφανη προς τον ουρανό, που κι αυτόν για θάλασσα τον πίστευες και τα πουλιά για ψάρια που τον είχαν για φωλιά τους.


Όταν φεύγαμε εσύ έτρεξες στην προκυμαία για να προϋπαντήσεις τα νιόφερτα νερά κι εγώ απόμεινα να σε κοιτώ έτσι όπως φαινόσουν μέσα στο φως του ήλιου, το μωβ της θάλασσας κι εκείνη τη στυφή ελπίδα πως κάτι είχαμε κι εμείς γλιτώσει από τον ωκεανό της Επιθυμίας.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Η Δουλειά Δεν Είναι Ντροπή [6]

ΕΚΤΗ ΠΡΑΞΗ
Πρόσωπα: 
Θρασύβουλος
Ζευγάρι (Άντρας-Γυναίκα)
Τάκης 

Τάκης:  Γειά σας, τι κάνετε, είστε καλά;
Άντρας: Τι κάνεις εσυ εδω;
Τάκης: Ο πιτσαδόρος είμαι, δε με θυμάστε;
Γυναίκα: Τι λέει αυτός;
Άντρας: Και βέβαια σε θυμάμαι, για αυτό σε ρωτάω τι κάνεις εδω.
Τάκης: Τι να κάνω, πιτσαδόρος είμαι, τις πίτσες έφερα!
Άντρας: Με κοροϊδεύεις αγόρι μου;
(η γυναίκα έχει ένα βλέμμα απορίας μα και περιέργειας μαζί, ενώ ο Θρασύβουλος κρυφογελάει με την κατάσταση και επεμβαίνει για να προλάβει τα χειρότερα)
Θρασύβουλος: Το παλικάρι εκτός από πιτσαδόρος είναι και συνάδελφος.
Άντρας: Συνάδελφος;
Θρασύβουλος: Ναι.
Άντρας: Δουλεύετε μαζί στο κατάστημα με τα ερωτικά βοηθήματα;
Θρασύβουλος: Πού;
Άντρας: Στο κατάστημα με τα ερω...
Θρασύβουλος: (του ρίχνει ένα δυνατό σκαμπίλι)
Ρε, πάς καλά, για ποιούς μάς πέρασες;
Αστυνομικοί είμαστε, όχι νταβατζήδες.
Άντρας: (πιάνοντας με έκφραση πόνου το μάγουλό του, ενώ η γυναίκα του φαίνεται να αλλάζει διάθεση και να το διασκεδάζει περισσότερο) Ορίστε;
Τάκης: (που μπαίνει κατευθείαν στο πετσί του ρόλου) 
Μα έχει δίκιο ο συνάδελφος κύριε.
Θρασύβουλος: Μα τί κύριε και μαλακίες ρε συνάδελφε και ‘συ, δε τους βλέπεις;
Πλουσιόπαιδα είναι που έχουν κλέψει το αυτοκίνητο του μπαμπά και κάνουν βόλτες, δημόσιος κίνδυνος δηλαδή.
Τάκης: Μάλιστα, μάλιστα, με ξεγέλασε η εμφάνισή τους.
Θρασύβουλος: Δε βλέπεις ότι φοράνε σχολικές ποδιές;
Τάκης: Άστο συνάδελφε, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, το τί έχουν δει τα ματάκια μου δεν περιγράφεται! 
Γυναίκα: Εσείς δουλεύετε στην Ασφάλεια κύριε αστυνόμε;
Θρασύβουλος: Εσύ γιατί πετάγεσαι;
Τάκης: Άσ’ το κορίτσι ρε συνάδελφε, μια ερώτηση έκανε, σε αυτή την ηλικία τα παιδιά έχουν διάφορες απορίες.
Ναι, κορίτσι μου, στην ασφάλεια είμαι.
Παριστάνω τον πιτσαδόρο, αλλά δουλειά μου είναι να καταγράφω ύποπτες κινήσεις, να παρατηρώ αυτό που άλλοι δεν μπορούν, να μυρίζω σαν σκύλος και να βλέπω σαν κουκουβάγια.
Γυναίκα: (κοιτάζοντας με νόημα τον Τάκη) Φαίνεστε ικανός άνθρωπος, αλλιώς πώς θα σάς είχαν σε τέτοιο πόστο; 
Και να σάς πω και κάτι, θα σάς πήγαινε πολύ η στολή.
Τάκης: (προς τον Θρασύβουλο) Το κορίτσι έχει αντίληψη συνάδελφε, δε της ξεφεύγει τίποτα.
Άντρας: Νομίζω πως παρατράβηξε αυτό το αστείο.
Έφερες τις πίτσες, θα πληρωθείς και θα φύγεις.
Έχουμε δουλειά εδώ, δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.
Τάκης: Τί είπες;
Άντρας: Νομίζω πως άκουσες, πάρε τα λεφτά σου και πήγαινε.
Τάκης: Σοβαρά;
Άντρας: Πολύ.
Δε θέλω να με αναγκάσεις να πάρω τηλέφωνο στην πιτσαρία.
Τάκης: (γέλια) Και πώς θα σηκωθείς από το αυτοκινητάκι σου αγόρι μου, θα φωνάξεις γερανό;
Άντρας: Άκου νεαρέ, δεν είναι καθόλου αστείο.
Ήρθες, έφερες τις πίτσες, πες μάς πόσο κάνουν και φύγε.
Τάκης: Δεν ξέρεις πόσο κάνουν;
Θρασύβουλος: Πώς μιλάς έτσι στο συνάδελφο.
Δε σε έχουν μάθει οι γονείς σου να σέβεσαι τα όργανα της τάξης;
Τάκης: (γέλια) Τί να τον έχουν μάθει, δεν τον βλέπεις, ο άνθρωπος φαίνεται από μακριά ότι είναι αντιδραστικό στοιχείο.
Θρασύβουλος: Κι εγώ για έτσι τον κόβω.
Τί θα κάνουμε με δαύτον τώρα;
Τάκης: Εγώ λέω να του κάνουμε μερικές ερωτήσεις και αναλόγως του τί θα απαντήσει να αποφασίσουμε.
Η κοπέλα φαίνεται εντάξει.
Γυναίκα: (ναζιάρικα) Μα και ο καλός μου είναι πολύ καλό παιδί κύριε αστυνόμε.
Τάκης: Κορίτσι μου, εσύ είσαι καλός άνθρωπος, εμένα όμως η εμπειρία με έχει διδάξει να  βλέπω πίσω από τα λεπτά σημεία κάθε ανθρώπου.
Είμαι σίγουρος πως αυτός σε παρέσυρε.
Φαίνεται από τη φάτσα το ποιόν του, αν ζούσε ο Λομπρόζο να είσαι σίγουρη πώς θα συμφωνούσε μαζί μου.
Άντρας: Ο ποιός;
Τάκης: Ο Λαμπρόζο νεαρέ, ο Τσεζάρε Λαμπρόζο, αλλά που να ξέρεις εσύ απ’ αυτά, εσύ ρόδα, φιγούρα και να κλέβουμε αμάξια ξέρεις.
Αλλά θα πέσεις σύντομα στα χέρια μου, να είσαι σίγουρος.
Κι όταν πέσεις να ξέρεις πως δε θα τη γλυτώσεις εύκολα.
Εγώ δεν είμαι υπάλληλός σου, είμαι η τάξη, είμαι κι η ασφάλεια μαζί.
Για αυτό σου λέω, μην τσαμπουκαλεύεσαι σε μένα, δε θα τη βγάλεις καθαρή.Ρώτα για μένα και θα μάθεις.
Θρασύβουλος: Τί λες ρε μαλάκα;
Τάκης: Αααα, συνάδελφε, εδώ θα τα χαλάσουμε.
Κόψε τις κλήσεις σου και μην ασχολείσαι με την αστυνομική επιστήμη.
Λες να βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι τυχαία;
(πιάνει τον άντρα από τον σβέρκο και τον σφίγγει δυνατά).
 Είδες τί μάς λεει ο τροχαίος, θα μάς την πουν τώρα και οι άσχετοι! Τί λες κι εσύ αγόρι μου, συμφωνείς;
(ο άντρας μορφάζει από τον πόνο και προσπαθεί να ξεφύγει από τα χέρια του Τάκη)
Δε μιλάς ε... τί να πεις κι εσύ, που να καταλαβαίνεις από τα προβλήματα των μεγάλων, εσένα τώρα το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να μη βρεθείς μπλεγμένος.
Πάντως μην ανησυχείς, εγώ έχω τη φήμη του σκληρού αλλά είμαι δίκαιος, αν συνεργαστείς όλα θα πάνε καλά, αλλιώς δεν μπορώ να εγγυηθώ τίποτα.
(Ο Θρασύβουλος αρπάζει  τον Τάκη και τον τραβολογάει στο σαλόνι)
Τάκης: Τί έπαθες ρε, γιατί με τραβάς έτσι;
Θρασύβουλος: Τί είναι αυτά που κάνεις ρε μαλάκα,
για χαβαλέ σε έμπασα μέσα, τελείωσε τώρα, τί κάνεις;
Τάκης: Εγώ ή εσύ;
Θρασύβουλος: Τι λες ρε; Εγώ ήρθα για δουλειά εδώ.
Τάκης: Τί σόι δουλειά είναι αυτή που έπρεπε να ντυθείς αστυνομικός δηλαδή;
Θρασύβουλος: Και τί σε νοιάζει εσένα ρε μαλάκα;
Τάκης: Τι με νοιάζει ε;
Θρασύβουλος: Μου είπε ο κυρ-Απόστολος να έρθω και ήρθα, τί θες τώρα;
Τάκης: Κι από πότε εσύ κάνεις ό,τι σου λένε οι άλλοι;
Θρασύβουλος: Και τί θες να κάνω, να χάσω κι αυτή τη δουλειά και να μάς πετάξει ο άλλος έξω από το σπίτι, πάλι τα ίδια θα λέμε;
Τάκης: Εσύ πάντα μισούσες τους μπάτσους και τώρα παριστάνεις έναν από αυτούς;
Τι θα κάνεις δηλαδή, θα με ανακρίνεις ή μήπως σκέφτεσαι να με συλλάβεις;
Θρασύβουλος: Τίποτα από τα δύο, μόνο σήκω και φύγε να τελειώνω.
Τάκης: Να τελειώνεις;
Ποιόν από τους δύο σου ανέθεσε ο κυρ Απόστολος να γαμήσεις πρώτα, το χοντρό ή τη χοντρή, ή μήπως είναι μόνο να σε γαμήσει ο χοντρός και να σου φορέσει τη σχολική ποδιά;
Θρασύβουλος: Τί λες ρε, θες να τσακωθούμε;
Τάκης: Νομίζεις πως έχω πρόβλημα;
Θρασύβουλος: Μα τί θες από ΄μένα;
Τάκης: Από ΄σένα τίποτα, από τον Θρασύβουλος θα ήθελα.
Θρασύβουλος: Ο Θρασύβουλος είμαι, λες να είμαι κάποιος άλλος;
Τάκης: Σιγά μην είσαι ο Θρασύβουλος εσύ!
Ο Θρασύβουλος που ξέρω εγώ δε θα ερχόταν να κάνει την πουτάνα για να πληρώσει ένα σπίτι.
Πώς κατάντησες έτσι ρε μαλάκα;
Θρασύβουλος: Δε μάς χέζεις ρε Τακούλη, κοίτα τα χάλια σου και άσε με να κάνω τη δουλειά μου.
Σταμάτησα τις θεωρίες εγώ για να τις αρχίσεις εσύ;
Τάκης: Δεν υπάρχει κανένα χάλι πάνω μου αδερφέ, σήμερα εξαγνίστηκα.
Θρασύβουλος: Εξομολογήθηκες ρε μαλάκα;
Τάκης: Όχι ακριβώς, εξομολόγησα όμως το αφεντικό μου.
Θρασύβουλος: Όπα!
Τάκης: Και τον εξομολόγησα για τα καλά.
Ξέρεις πού βρίσκεται τώρα;
Θρασύβουλος: Πού;
Τάκης: Μέσα στην αποθήκη δεμένος, με κάτι κιλά ζύμη πάνω στο κεφάλι του.
Θρασύβουλος: Τί έγινε ρε μαλάκα;
Τάκης: Πάλι καλά να λες που δεν κατάφερα να βρω πού κρύβεις την καραμπίνα, γιατί θα επέστρεφα να τον καθαρίσω τον πούστη.
Θρασύβουλος: Ρε μαλάκα τί έκανες;
Τάκης: Με απέλυσε.
Θρασύβουλος: Και θες να απολύσουν και ΄μένα τώρα;
Τάκης: Ακούς τι σου λέω; Με απέλυσε. 
Ήμουν λέει αργός.
Τρεις φορές έχω πάει στο ΚΑΤ με σπασίματα λόγω υπερβολικής ταχύτητας και θα με πει ο μαλάκας αργό.
Δηλαδή έπρεπε να σκοτωθώ για τις γαμημένες τις πίτσες;
Θρασύβουλος: Κι είναι δεμένος τώρα;
Τάκης: Ε ναι, δε νομίζω να έχει καταφέρει να ξελυθεί, εκτός αν είναι ο Χουντίνι.
Θρασύβουλος: Κάνει και πλάκα ο μαλάκας.
Ρε θα σε κυνηγάει η αστυνομία τώρα, το έχεις συνειδητοποιήσει;
Τάκης: Κοστίζει η ελευθερία φίλε. Το ξέχασες;
Θρασύβουλος: Δεν πάς καλά εσύ μαλάκα, τί θα κάνουμε τώρα;
Και να σου πω, την παραγγελία γιατί την έφερες;
Τάκης: Είχα πληρωθεί και για αυτό το δρομολόγιο, επίσης ήθελα να δω και τους χοντρούς για τελευταία φορά.
Αυτή είναι ομορφούλα ρε... πρώτη φορά την παρατηρώ καλά. Αυτός ο πούστης είναι κακομούτσουνος, άσε που ποτέ δεν έχει δώσει και κανά πουρμπουάρ, σπάγκος από τους λίγους.
Θρασύβουλος: Μαλάκα, φύγε σε παρακαλώ, άσε τουλάχιστον εμένα να κρατήσω τη δουλειά μου, αλλιώς μάς βλέπω στο δρόμο.
Τάκης: Κοίτα, αν θες να κάνεις την πουτάνα, κάτσε, εγώ τώρα πιά το έχω λύσει το πρόβλημα μου.
Θα πάω μέσα, θα τρώω και θα πίνω τσάμπα με λεφτά του Κράτους.
Θα τους τα φάω κι εγώ μια φορά των πούστηδων.
Για αυτό σου λέω, κάνε και συ καμιά μαλακία να σε χώσουν μέσα να περνάμε αγάδικα, μην είσαι μαλάκας...
Θρασύβουλος: Έχεις τρελαθεί, τί είναι αυτά που λες;
Τάκης: Ανένηψα φίλε και νιώθω περίφημα.
Είχες δίκιο σε όσα έλεγες, αυτοί μάς γαμάνε και εμείς καθόμαστε και τους προσκυνάμε, δε γίνεται έτσι ρε φιλαράκι, δε γίνεται.
Θρασύβουλος: Και βρήκες τη λύση εσύ τώρα;
Τάκης: Όχι μωρέ, ποιά λύση να βρω, απλά βαρέθηκα να σκύβω πια και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, τίποτα άλλο.
Σκέφτηκα όσα μου έλεγες τόσο καιρό και κατάλαβα πως είχες δίκιο σε όλα.
Δε θέλω να με γαμάει κανένας φίλε, όχι έτσι τουλάχιστον, όχι έτσι...
(Ο Θρασύβουλος τον κοιτάει σκεφτικός)
Και τί παθαίνω τώρα... έρχομαι εδώ και βλέπω τον κολλητό μου να κάνει τα γούστα του αφεντικού του.
Αυτός που μου έλεγε να διεκδικώ τα δικαιώματα μου, να χτυπάω το χέρι στο τραπέζι και να μην αφήνω κανέναν να με γαμάει, αυτός τώρα τρέχει σαν σκυλάκι πίσω από τον κυρ-Απόστολο.
Για αυτό σου λέω, φώναξέ μου τον φίλο μου τον Θράσο και φύγε εσύ από τη μέση.
(Ο Θρασύβουλος γυρίζει την πλάτη του στον Τάκη, αντικρίζει τον χώρο, ξανακοιτάει τη στολή που φοράει και τον πιάνουν τα κλάματα. Γυρίζει προς τον Τάκη  και του δίνει ένα φιλί στο κεφάλι, σαν πατρικό.Ο Τάκης βουρκώνει, αγκαλιάζονται κι οι δύο.

Από το δωμάτιο ακούγονται εκκλήσεις για βοήθεια και οι δύο φίλοι χαμογελούν πονηρά μέσα σε έναν κλαυσίγελο)
Θρασύβουλος: Αλήθεια τη γουστάρεις τη χοντρή ρε;
Τάκης: Όχι μωρέ, τί να γουστάρω από δαύτη;
Θρασύβουλος: Λέγε, μεταξύ μας είμαστε.
Τάκης: Εντάξει, ωραίο προσωπάκι έχει, γλυκούλα είναι, αν έχανε και καμιά εκατοστή κιλά θα γινόταν φοβερό μουνί.
Θρασύβουλος: Πότε θα μάθεις να μιλάς σωστά ρε γαμώτο, αιδοίο λέγεται, όχι μουνί.
Τάκης: (με έκπληξη) Τί πράγμα;
Θρασύβουλος: Τίποτα, θα σου εξηγήσω μετά... πάμε να πιούμε καμιά μπύρα;
Τάκης: Κι αυτοί εδώ;
Θρασύβουλος: Ε τί αυτοί, φαί έχουνε, αμάξι έχουνε, μπορούνε να πάνε όπου γουστάρουνε, άσε να πιούμε κι εμείς κανά ποτάκι...
(Ο Θρασύβουλος και ο Τάκης αγκαλιάζονται και κατευθύνονται προς την εξώπορτα μέσα σε γέλια και κλάματα ενώ από το δωμάτιο ακούγονται απειλές από τον άντρα και ναζιάρικα καλέσματα από τη γυναίκα)
Η Αυλαία πέφτει αργά και στο κλείσιμο ακούγεται το 
"We ‘Re Not Gonna Take It" των Twisted Sister,


που σβήνει αργά μαζί με την αυλαία.