Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Κατά Τας Γραφάς

Παρεμπιπτόντως ευτυχισμένοι
εκπιπτόντως απαισιόδοξοι
σε τέλεια αρμονία διαθέσεων
άρτι αφιχθέντες
διαθλώμενοι στην πραγματικότητα
υποκρινόμενοι τους κουρασμένους οδοιπόρους
μαρτυρήσαντες εκ προοιμίου
και αποθανόντες
κατά τας αιτιοκρατικάς γραφάς.

Μοναχικοί και ακέραιοι
συνεπαρμένοι εκ πεποιθήσεως
και ομιλούντες υπογαστρίως
ξεχαστήκαμε στις σκοτεινιές
συμπαντικές αστρόσκονες
και
σε αλκοόλες περιστασιακές
φιλικών τραπεζιών.

Μην ταράζεστε:
Εκ κοινής ουσίας προερχόμαστε
οδεύοντας στον πολεμικό αιώνα
στων κατηχήσεων το ανάγνωσμα
ιδεολογιών το πανωφόρι ενδεδυμένοι.

Κρύο σύννεφο
χαλάζι και ηλιόκαμποι
σπαρτά ανθρωπότητας
οφθαλμαπάτη τα θεόρατα όρη
αντικριστά στα χέρια μας λαμποκοπούν.

Ψηλαφητά γυμνώνουμε την Ιστορία
καλυπτόμενοι στο στέγαστρο του Μέλλοντος
κι όλα τα παρεπόμενα
κατά τας επαναστατικάς γραφάς ορθοτομημένα.

Άδοντας το
"Χαίρε Ιστορία
οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν"
ρουφάμε τα μεδούλι των αιώνων
παγώνοντας το Χρόνο του Θανάτου.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Μη Ελπίδα

Καθημαγμένοι στις φυλακές
τα χέρια πάνω στα συρματοπλέγματα των συνόρων
τηλεοράσεις με γιορτινές όψεις
δηλητήριο καθημερινό ρέει.

Προσεταιρίστηκα τις μεγάλες θεωρίες
φόβοι και ασχήμια με έσυραν εκεί
υλισμός επαϊόντων και ψόφιοι άνθρωποι
τα πτώματα βρόμισαν
του προηγούμενου αιώνα το κουφάρι
ανασαίνει στην προσμονή των μελλοντικών ετών.

Τιμονιέρηδες και πατερούληδες πέθαναν
με πάταγο σωριάστηκαν στου κόσμου τη σκόνη
ψόφησαν, σκουλήκιασαν, 
στον απορροφητήρα της ιστορίας κονιορτός και στάχτες.
Από τη γέννησή τους νεκροί.

Τη μη ελπίδα μας μακαρίζω
κινητοποιούσα
λανθάνουσα
πολύμορφη
με χρώματα, μουσικές
ανακατατάξεις
λιανισμένη σκέψη
και αγωνιώδεις πράξεις.

Τη μη ελπίδα
που χαίρεται και μοιάζει λυπημένη
σκεφτική
κάθεται στο παγκάκι και μοιράζεται τη μπύρα και τα τσιγάρα της
τα χνώτα της βρωμάνε αφαγία και ανθρώπινες απολήξεις
συγκεντρώνεται στην πολυκοσμία
αποσυντίθεται στη μοναξιά.

Αυτήν
που γυρνάει την πλάτη της στο χρόνο
και σφουγγαρίζει τα μεγάλα όνειρα των αιώνων
προσποιείται τον θεό
και πεθαίνει σαν άνθρωπος.

Τη μη ελπίδα
που διαρρηγνύει τα σπλάχνα της σιγουριάς
και γυμνή κολυμπάει στο σκοτάδι.

Τη μη ελπίδα
τη γεννημένη πάνω στο τρεχαλητό της Ιστορίας.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Κάπου Εκεί

Ξανακλείνομαι σε μαραμένα λουλούδια
χώμα νεκρό και οσμή σήψης
υγρασία μορφών
τέλος εποχής.

Λόγια και υποκριτικά πρόσωπα
γνώριμα από παλιά
ξεφεύγουν του οπτικού πεδίου
συλλαμβάνονται μόνο από τις ακουστικές ίνες.

Κλείνομαι στη μουσική
ανεβαίνοντας στο πιο ψηλό σημείο της πλατείας
με ασφάλεια καμωμένη από ξέφτια
και επαναστατική διάθεση τονισμένων λέξεων.

Λίγα ρούχα εναλλακτικής πρόσοψης
και επαναστατική διάθεση ξαναμαγειρεμένων προτάσεων
κρυμμένη σε σύμβολα.
Το βράδυ πάλι θα έρθει πομπώδες
με τις απουσίες όσων έφυγαν
και τις παρουσίες όσων λείπουν.

Κάπου εκεί, ανάμεσα, θα ξαναβρεθούμε.

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Γραφόμενα Και Λεχθέντα

Ας ενθουσιαστούμε με τα καμώματα του κόσμου
στροβιλιζόμενος λειτουργώντας
ζαλίζει τη ματαιοδοξία μας.

Μην αρχίσετε πάλι
μόνο τελειώσετε τις σιωπηλές σας μανίες
με καθαρό νερό λουσμένοι
στα σύρματα πιασμένοι χειροπόδαρα
και αποτελειώσετε τις σιωπηλές σας αποχές.

Γραφόμενα και λεχθέντα
στους κάδους πεταμένα.

Όσα φαίνονται μεταλλικά λόγια
πέταξα στην καπιταλιστική ανακύκλωση
με ελπίδες να επιτρέψουν σε μένα διαφορετικά
μα ξαναγύρισαν
απορρίμματα του αιώνα που έφυγε
σκουπίδια του αιώνα που έρχεται.

Όσο κι αν ξεσκονίζω έναν Μαρξ προσεκτικά
πάντα κάποιος Μπακούνιν θα συγυρίζει το μυαλό μου.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Αποσπασματικά (1)

Αποσμασματικά βιώνοντας το παρόν
καταβυθίζομαι στο παρελθόν.
Έχουν ένα κοινό: το γράμμα "Π".

Το μέλλον δεν μπορώ να δω.
Το παρόν αφορισμένο στέκεται εμπρός μου.
Το παρελθόν είμαι εγώ στο παρόν.

Το ένα δευτερόλεπτο πριν, παρήλθε.
Το ένα δευτερόλεπτο μετά, έρχεται.
Στέκομαι ταχύτατα ανάμεσά τους
χωρίς να προλαβαίνω το μέλλον.

Ο Χρόνος σταμάτησε.

Τα δευτερόλεπτα κατακάθισαν στον βυθό του
τα λεπτά με χαιρετούν.
Οι ώρες των αντιθέσεων έρχονται να με συντροφέψουν.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Υπέρ Ημών

Μαύρους σπασμούς γεμάτος
σελήνη χωρίς κρωξίματα αγγέλων.
Ύπνος μισός, συνταρακτικός
κι οι εφιάλτες υπομονετικοί
να συντροφεύουν το πρώτο ξύπνημα.

Αποσπώμενη ύλη
σε θεωρίες κλεισμένη
προλετάριοι και τάξη
κλειδωμένοι σε παιχνιδόκουτα.

Προσπέκτους επαναστάσεων
σε πολυκαταστήματα βρίσκονται
καφετιέρες και δονήσεις μικροκυμάτων
τελευταίος ο άνθρωπος
η ζωϊκότητα προηγείται του ηλεκτρισμού.

Το βράδυ αστερίζει
χαράζει τα μελλούμενα
σαν προφήτης καθισμένος
σε βουβό λόφο
ήλιος εργαζόμενος επί εικοσιτετράωρο
υπέρ Ωρών, Ημερών, υπέρ Αιώνων
η νύχτα απομονωμένη σε βαθύ πηγάδι.

Θηλάζει από τα στήθη της σελήνης
λούζεται στην αγκαλιά της
φωτίζει εξεγέρσεις
βαθαίνον σκότος
του καφέ κατακάθι η σιωπή
έρπει προς το πρόσωπο της ανησυχίας
ακτινοβολώντας μνήμες 
και άσβεστες ελπίδες.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Μια Λέξη

Mια λέξη μορφοποιημένη σε ύλη
ένα όνειρο με σάρκινα πόδια
αίμα να στάζει.

Πέτρες φαγωμένες καιρού θέλοντος
η βροχή να ποτίζει άνυδρους νευρώνες
φίλοι συμπαραστεκόμενοι στην οδύνη μας 
μόνοι αντιστεκόμαστε μα πολλοί συζητούμε.

Kαιρού θέλοντος ο θάνατος αποκοιμιέται
σε υπνόσακο χάρτινο
σκίζει το λεπτό χαρτί και προβάλλουν τα μικρά του μάτια
εύρωστο το σώμα του.

H ζωή μπουσουλάει
από έπιπλο σε έπιπλο κρατιέται
οι ορδές της καταθέτουν στεφάνια
στα μνήματά της αναγεννάται
το χαρτί του θανάτου παίζει στα ζάρια.

Μνημοσύνη το κεφάλι του θανάτου
παιδικά τρεξίματα στο άδειο του μυαλό
ενήλικες φωνές τα στεγνά του χέρια
και μια αίσθηση αθανασίας
στο στήθος του πεθαίνει.

Το παιχνίδι ατελεύτητο.
Ο χώρος συστέλλεται.
Στις μνήμες της Χαράς αποσυντίθεται.
Ελπίδες νοσούσες
"καθεστώς βάρβαρο" τα τελευταία τους λόγια.
Ο Θάνατος καπνίζει ευχαριστημένος.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Γοητευμένοι

Ξανακλείνομαι σε μαραμένα λουλούδια
χώμα νεκρό και οσμή σήψης
υγρασία μορφών
τέλος εποχής.

Λόγια και υποκριτικά πρόσωπα
γνώριμα από παλιά
ξεφεύγουν του οπτικού πεδίου
συλλαμβάνονται από τις ακουστικές ίνες.

Κλείνομαι στη μουσική
ανεβαίνοντας στο πιο ψηλό σημείο της πλατείας
με ασφάλεια καμωμένη από ξέφτια
και επαναστατική διάθεση τονισμένων λέξεων.

Ρούχα εναλλακτικής πρόσοψης
και επαναστατική διάθεση τονισμένων λέξεων
-πάλι και ξανά, και πάλι-
κρυμμένη σε σύμβολα η εξέγερση.

Το βράδυ θα έρθει πομπώδες
με τις απουσίες όσων εφυγαν
και τις παρουσίες όσων λείπουν
να αναδεύουμε τα υλικά στην επαναστατική κατσαρόλα
και μόνιμα να λείπουν όπως κι εκείνοι.

Είμαστε γοητευμένοι νομίζω.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Ο Χρόνος μας

Μη σταματάς να με σημαδεύεις
με εκείνα τα όπλα του μένους
τα πόδια μου τρέχουν στην ανηφόρα του βουνού
χωρίς να σκέπτομαι.

Πέτρες, βράχια και λίγο οξυγόνο
στείλε ένα σημάδι ύπαρξης
μια ανάσα του κόσμου σου
εκείνου που κατέστρεψα
φεύγοντας με μια αναπνοή καπνού
μάτια στον ορίζοντα
και ουρές ζώων, κομμένες.
Αυτά βλέπω.

Εσύ πού βρίσκεσαι;
πώς χάθηκες στους κάμπους;

Σε έβαλαν να διαλέξεις, το ξέρω.
Είχα ακούσει τις εντολές τους.
Τους ξέρω καλά.
Ανάμεσα στα δύο ή μήπως περισσότερα;
Τί διάλεξες;
Το παίξατε στα ζάρια;

Μα εσύ διάλεξες και ομόρφυνες το νου σου.
Και πως ήταν αυτή η επιλογή;
Τί σκέφτηκες;
Τί προσμονούσες;
Τί ένιωσες από τότε;

Οι άνεμοι σε πήραν
σε έφεραν στο παραθύρι μου
εκεί που ένιωθα το θάμπος
και τη ζέστη
και την υγρασία του κορμιού σου.

Και πάντα η ερώτηση:
"Τί ένιωσες; Πώς; Γιατί; Πότε;"

Κι έτρεχε ο χρόνος
καθώς στο πλυντήριο φαινόταν το ρολόι
κι εμείς απέξω
παρακολουθώντας τον κάδο να αναλώνεται.
Καθαρά πράγματα, παστρικά.

Ήταν καθαρά όσα σκέφτηκες;

Και τότε φάνηκε η τελευταία επιλογή
αυτή του χαμού.
Μακριά, και μόνο γράμματα εικονοποιημένα.

Και σαν στάθηκες επάνω στο δρόμο
τον λίβα του καλοκαιριού ένιωσες
τα ύστερα του υλικού κόσμου
τον πύργο της Βαβέλ με τα ποτάμια του
και τις πολλές τις γλώσσες
σαν ένιωσα το υγρό σου φιλί
ξεθύμανε μέσα μου η άνοιξη.

Εσύ ακίνητη.
Εσύ Αναποφάσιστη.
Εσύ Ευαίσθητη.
Εσύ Σκληρή.

Έφυγα και "Εις υγείαν" ευχήθηκα
ή μήπως σε καταράστηκα;

'Έλα, μη σκέφτεσαι τίποτα
δεν μπορείς έτσι κι αλλιώς:
Σκέφτεσαι σε αυτόν τον κόσμο
κι ο κόσμος αυτός δεν σε έχει στο μυαλό του.
Μόνο φωτογραφίες σού στέλνει
ασπρόμαυρες, αλλοιωμένες
κι εσύ του απαντάς.

Δές με στο ακρωτήρι του 
νιώσε
σκύψε
δώσε τη θάλασσα 
και μείνε αλώβητη στο άρωμα των κυμάτων.

Μόνο έτσι προπορεύεται ο χρόνος μας.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Κάθε Φορά

Τα προκρούστεια κρεβάτια του μέλλοντος
είναι έτοιμα.
Τα λόγια μαγειρεύονται σε χαμηλή φωτιά
με ένα κύβο πράξεων για γεύση.
Οι έρωτες βράζουν στην ουτοπία
και ξαναζεσταίνονται σε φούρνους μικροκυμάτων.

Οι πράξεις ακούγονται σαν από μακριά
τα ίχνη τους ποτέ δεν είδαμε.

Κι όταν φάνηκε το πρώτο σκοτάδι
σκυφτοί και φαγωμένοι
έσφιξα το κορμί μου πάνω σου
σχοινί στα χέρια σου
και τα υγρά σου γλυκό ποτό στο στόμα μου

Κάθε φορά που τέλειωνες
άρχιζε και μια νέα ουτοπία.

A Place To Bury Strangers + Grooms live


συγκεκριμένα 

Αν και είναι και τα δύο γκρουπ εξ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (από Νέα Υόρκη συγκεκριμένα,  αν και δεν είμαι σίγουρος πόσο, ειδικά ένας νεοϋορκέζος, μπορεί να χαρακτηριστεί ως τυπικός "αμερικάνος"), Groοms και A Place To Bury Strangers ήταν Εγγλέζοι στο ραντεβού τους. Οι Grooms εμφανίστηκαν ακριβώς στις 10: 00 στη σκηνή του Gagarin και έπαιξαν σαράντα λεπτά. Έχοντας άμεση επαφή με τον γλυκό θόρυβο και τον Νεοϋορκέζικο πειραματισμό, αυτοί οι τύποι θα ορκιζόμουν ότι προέρχονται από την σκηνή της Αγγλίας με βαθιές επιρροές αμερικάνικου θορύβου μεν, ψυχεδέλειας των 60’s και Cure(κού) new wave. Για μπασίστα δε, που φοράει μπλουζάκι Ride, δεν έχεις να πεις τίποτα άσχημο, παρά μόνο να τον εγκωμιάσεις, γιατί όταν φέρεις κατάσαρκα μία από τις σπουδαιότερες και παραγνωρισμένες μπάντες του Indie Rock (ή μήπως Pop;) στερεώματος. τότε, μάλλον είναι σίγουρο ότι κάτι θα κάνεις καλά κι εσύ ως μουσικός.
Πράγματι, αυτοί οι τρείς τύποι είναι ένα αμάγαλμα από rideιτικη αισθητική, ψυχεδελικές φόρμες και post wave περάσματα. Γλυκές μα συνάμα όξινες μελωδίες, πειραματισμοί στο προσκήνιο κι έχεις έτοιμους τους... γαμπρούς. Οι δυο Ντράμερ σε κάποια φάση (Robi Gonzalez των Α Place To Bury Strangers) δεν μπόρεσαν να προσφέρουν τίποτα παραπάνω από ό,τι ο ένας, αφού έπαιζαν τα ίδια ακριβώς μέρη κι όχι πάντα συγχρονισμένα. Εκτός κι αν ήθελαν να πετύχουν μια θορυβώδη αχρονία, οπότε και τα κατάφεραν μια χαρά.

Τους Grooms δεν τους ήξερα, θα τους ξανάβλεπα όμως ευχαρίστως για περισσότερη ώρα.

Aς περάσουμε στο κυρίως ψητό τώρα, τους Α Place To Bury Strangers.
Ίσως ο ήχος τους να είναι το προείκασμα της ουτοπίας στο σήμερα, μιας ηχητικής ουτοπίας, που σε παρασέρνει σε αδόμητους δρόμους, μιας στιχουργίας που ποτέ δεν ξέρεις από που θα σου έρθουν τα βέλη της... Θορυβώδης μπάντα, αλλά με τόσες επιρροές, που θα μπορούσαν να την αγαπήσουν κι οι γονείς ενός εφήβου. Μεταpunkηδες, με D.N.A κυρίως από Jesus And Mary Chain, πετριά από Stooges και μέσα σε όλο αυτό το μουσικό ψηφιδωτό, να συναντάς συνεχώς αναδυομένες pop μελωδίες και ενίοτε Drum and bass ρυθμούς μέσα σε πέλαγος post wave ήχων. Αν τους χαρακτήριζες "Industrial Garage" μάλλον θα έπεφτες μέσα. Και "Industrial Pop" να τους χαρακτήριζες, πάλι καλά θα τα έλεγες Αλλά και μάστορες του εκλεπτυσμένου θορύβου να τους έλεγες, πάλι μέσα θα ήσουν. Μόνο ατάλαντους δεν μπορείς να τους πεις.
Με μηχανήματα, καλώδια, πετάλια όλων των ειδών, προηχογραφημένα μέρη (στη φάση που κατέβηκαν στο κέντρο σχεδόν του χώρου, παίζοντας με δύο αντικριστές κονσόλες του... galactica), αυτοί οι μάστορες-επιστήμονες του Θορύβου καταφέρνουν να είναι παραμορφωτικοί μά όχι παραμορφωμένοι. Η γλυκάδα και η ευαισθησία που βγαίνει μέσα από τον ήχο τους πολλές φορές λειτουργεί καθηλωτικά ενώ άλλες εξεγερτικά. Σε μπάζουν στην επιστήμη του Θορύβου ύπουλα, μαγευτικά. Έπαιξαν κομμάτια από όλες τις δουλειές τους με όλα εκείνα τα στοιχεία, που τους καθιστούν σχεδόν μοναδικούς: New Wave, punk, post punk, industrial, Garage κι όλα αυτά πασπαλισμένα με ουρανομήκεις δόσεις θορύβου.Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχουν εμφανιστεί ως support για Ν.Ι.Ν, Jesus And Mary Chain και άλλους- φαινομενικά τουλάχιστον- ετερόκλητους.
Ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Oliver Ackermann με σωματική κατατομή και παρουσία παλιού κλασικού ροκά, που συχνά ανέβαζε την κιθάρα στο ύψος του στήθους, λες και έπαιζε σε jazz μπάντα, ο μπασίστας Dion Lunadon με στήσιμο πάνκη των 70΄ς και ο ντράμερ Robi Gonzalez, που θα μπορούσε να παίζει στους Slayer αντί του Dave Lombardo (ιεροσυλία; Κι αν ναι για ποιόν από τους δύο;) έφτιαξαν ένα σκηνικό τελετής, με φώτα, κινούμενες εικόνες και κυρίως με το μουσικό τους σύμπαν, που ακόμα συνεχίζει να είναι ελκυστικό, θορυβώδες, ερωτικό και πλήρως καυλωτικό…
Οι εναλλαγές τους είναι τόσες πολλές αλλά ταυτόχρονα είναι και τόσο αναγνωρίσιμοι (όπως όλα τα καλά γκρουπ), που όταν τους βλέπεις ζωντανά δεν ξέρεις αν θες να χτυπηθείς, να φιλήσεις το κορίτσι δίπλα σου ή να χορεύεις σε στυλ pongo, κάνοντας όμως την απαραίτητη κινητική στάση ώστε να αφουγκραστείς τα New Wave ξεσπάσματα μέσα τους. Νομίζω ότι από τις καλύτερες στιγμές τους ήταν τα "All Alone", "Mind Control",  "I΄m So Clean" και το ξεχερσωτικό "We've Come So Far". Το άσχημο είναι ότι έπαιξαν μόνο μία ώρα.
Θα ήθελα κάποια στιγμή να μπορούσα να δω αυτό το γκρουπ την ώρα των προβών τους, για να ανακαλύψω τον αυτούσιο και πηγαίο θόρυβο, που ίσως στη συναυλία δεν μπορείς να αντιληφθείς στο μέγεθός που θα έπρεπε. Μόνο αυτό. Ελπίζω να τα ξαναπούμε μαζί τους σύντομα και να καούμε πάλι στη δροσερή κόλασή τους.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Ανώνυμο

Αλλάζουμε τα δέρματα των σωμάτων
μένοντας κενοί

Αλλάζουμε ρούχα
κι είμαστε γυμνοί

Νούμερα και κωδικοί
γιακάδες και απορριμματοφόρα.

Αριθμοί και υπολογισμοί
αποτσίγαρα και άδεια μπουκάλια.

Μέσω και διαμέσου
επισυνάψεις, "ευγενικά σάς θυμίζω"
κωδικοί, μικροκύματα
επιβλέψεις, υπαλληλία
οι Κυριακές νεκρές.

Επιστολές δουλοπρέπειας
φιλιά από κραγιόν
αποτυπώσεις βημάτων ξένων
ήχοι και αντηχήσεις.

Παράθυρα κλειστά
κλειδιά ανεπίδοτα
πόρτες κλειστές
δωμάτια άδεια.

Απορροφημένα βλέμματα
μάτια υγρά
στόματα και σώματα
στέκουν παράταιρα βαλμένα
κι ένας ήχος σειρήνας
στα πόδια του Οδυσσέα
παράλυτος, λειψός 
ανήκουστος.

Οι σύντροφοι του από μακριά χαιρετούν
με της Κίρκης την ηδονή πιωμένοι
σε μια άλλη Ιθάκη επιστρέφουν
ανήλιαγης σποράς λουλούδι.

Κι ύστερα
εσύ να αναρωτιέσαι για όλα
να με ρωτάς
και πάλι να αναρωτιέσαι
και τα χείλη μου σφραγισμένα
καμωμένα από την ιστορία του καιρού μου
από υλικό κατεστραμμένων αναμνήσεων
να κινούνται αυτόνομα
παραλήρημα της σκέψης.

Σαν ψέματα να ΄λεγαν οι ποιητές
στην πλωτή του κόσμου πέτρα
σαν ψέματα να ΄λεγαν κι οι πέτρες
στα νερά πέφτοντας ορμητικά.

Τίποτα άλλο πέρα από ζωή δεν ήταν ήχος
μόνο η ζωή έκανε θόρυβο
μόνο η ζωή και τα χέρια σου
έσπαζαν σε χίλια κομμάτια αναμονής.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Γυμνός

Εσύ πατούσες στις λάσπες
εγώ άκουγα την ανάσα σου κοντά
να συντροφεύει τους ουρανούς μου
τους άπειρους ουρανούς του δέους
και του ήλιου τις ακτίνες να μετρώ μία μία.

Απόγευμα πιά
ήλιος σβηστός
διακοπτόμενο το φως του κόσμου
με έναν αναπτήρα ξεχνιέμαι
σαν το φεγγάρι, τον φωτοδύτη. 

Και το βράδυ της επιτηδευμένης συντροφικότητας
σκάει το χτύπημα της μοναξιάς
κι έτσι, άξαφνα
ξανακλείνεσαι στη ζεστασιά της μήτρας
χωρίς "μαμά μου, σε αγαπάω"
χωρίς νυχτικιές που μυρίζουν πόνο και τσιγάρο
χωρίς εφιάλτες και απορροφητήρες ονείρων.

Κοιμάσαι πάλι
κι εγώ την ανάσα σου κρυφακούω
πίσω από τις πόρτες.

Δεν τολμώ να σε πλησιάσω
το κεφάλι σου γυρίζει
και συναντά τα χνάρια μου
της φεγγοβολής τα ίχνη ψάχνεις
και
της τύχης μου τα ρούχα.

Πεθαίνω
πεθαίνω κάθε φορά
που τα ρούχα σου φοράω
κι ας είμαι ντυμένος με τη σκέψη σου
το παλτό των εποχών μου
που μπάζει και με παγώνει
κι ας είμαι πάντα γυμνός μπροστά στην ομορφιά σου
η σκέψη της ζεσταίνει τους ουρανούς του Άδη μου.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Την Ιστορία...

Πιωμένος θα ήθελα
τις μουσικές του κόσμου ακούγοντας
σε νότες άσχημες βοώντας
περπατώντας στις άκρες
με κόπο και μοναξιά.

Μέσα στον τρύγο να ήμουν 

πατώντας με
ο χυμός να εξανίσταται
κι ως ξένο σώμα στο κρασί τους
άγνωστα τα αμπέλια.

Μοναδικοί όλοι

μαύρα μωρά με αγκαθωτές κούκλες
και αύρες ανέμων καθισμένες στο πλάι.

Έχουμε δρόμο ακόμα

χιλιόμετρα στον αέρα
με λερωμένες μπότες
του ήλιου κλοπιμαία
οδηγοί του ουρανού
της τάξης μου πρωτοπόροι.

Στο μεταφυσικό παιχνίδι 

ζωή προσφέροντας
της τάξης μου το αίμα
το άγιο
το προς κοινωνία
των εργοστασίων απόθεμα
της ευφυίας τους περιτύλιγμα.

Μαζεμένοι σε υπερφυσικές συγκεντρώσεις

της απεργίας τα σωθικά μασώντας
τσίχλα στα δόντια μας
των αφεντικών το γέλιο
των ιεραρχημένων το ικρίωμα.

Υλισμός των συζητήσεων.
Μεταφυσική των παλμών.

Κι εμείς χαμένοι

κάπου ανάμεσα στον Κάρολο και τον Μιχαήλ
ενδιάμεσα του κενού της ζωής
αποζητώντας τις ανέτοιμες ουτοπίες
στα λιβάδια της ιστορίας
πάντα χαμογελαστοί. 

Θαυμάζω που ακόμα στεκόμαστε

σαν ποιητές του αιώνα
βασανισμένοι και λοιδωρούμενοι
συλλογικά ζωντανοί
ατομικά αποθανόντες.

Στάχτη στα κορμιά

κι ατσάλι
και αριθμοί
και άγχος κοσμικό
της κοινωνίας τροφός
της τάξης μας προφήτης.

Κανείς με ψεύτικα όπλα.


Στον πόλεμο κι αν χάσουμε

με χάρτινες καρδιές
την ιστορία θα ξεκάνουμε.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Είθε ο Θεός τους

Μπροστά τα παλάτια του Χειμώνα
πίσω οι Θεριστάδες να χάνονται στον αφρό των χωραφιών.

Ένα μπουμπούκι πάλλεται στο φως της μέρας
το χώμα κερδίζει το έδαφος του
σκοτώνοντας κάθε ελπίδα για φως.

Ένα κατάρτι του ήλιου μπροστά
με σεληνόφως χαραγμένες οι ακτίνες του
και μεσοπέλαγα
άνθρωποι πνιγμένοι
μέσα σε δύστυχους χείμαρρους.

Έριδες των πελωρίων αιώνων σωπάστε.
Για μια στιγμή σωπάστε.

Ησυχία στο υπνοδωμάτιο του Χρόνου.

Όλοι εσείς
πορευθείτε εν πολέμω και θανάτω
τις κούφιες στιγμές μας ξεκοιλιάστε
καταστρέψτε τους ασφαλείς εφιάλτες μας. 
Εν αδίκω ο ύπνος μας
τις αγκάλες του Κυρίου μας περιμένουμε.
Κάντε μας τη χάρη και ξυπνήστε μας. 

Γραμμές ορίων στο χώμα
δολοφονώντας το ζωικό πάθος
περπατώντας πάνω σε αδρούς γήινους ορίζοντες
πνιγμένα τα όρια του ανθρώπου.

Κάποτε τα βρίσκουν οι επόμενες γενιές
αποστεωμένα, άσαρκα
τυμπανιαία πτώματα των εποχών του τρόμου
πίνακες ζωγραφικής θα γίνουν
αφίσες και κονκάρδες
λόγια μεγάλα και συζητήσεις
αμηχανία και καβούκια κλειστά
μοναχικά περάσματα του νου.

Θα γράφουν τα σχολικά βιβλία:
"Άνθρωποι στοιβαγμένοι σε νερά και χώματα
θυσία στων πολέμων τους εφιάλτες
παραμονεύοντας την ευτυχία στη γωνία
δεν βρήκαν το δρόμο τους
στις γωνιές της γης αφέθηκαν να σβήσουν
με μωρά για προσκεφάλι
με δέρματα παιδιών για κουβέρτα
κι η ψύχρα μόλις να γεννιέται".

Άνθρωποι των χιλιετηρίδων
με χαμηλωμένα κεφάλια
και ζαρωμένους κροτάφους
μη και χτυπήσουν στη στέγη των καιρών τους
και ματωμένα λάβαρα
στα χέρια πισθάγκωνα δεμένα
στα μάτια, μαύρα
στα πόδια, κόκκινα
το αίμα να κρύβουν
και την οργή της εποχής.

Άνθρωποι κρυμμένοι
τρέχοντας
ξεπερνώντας τείχη
και σφαίρες κατάσαρκες
με νάρκες κι όνειρα ταϊσμένοι
ξανακαμωμένοι άνθρωποι στα συνεργεία της δυστυχίας
-από μαστόρους παλιούς
κι αρχαίους τεχνίτες που απομυζούν το μάρμαρο-
χωρίς πόδια
χωρίς χέρια
ανάσες γελαστές
και γάργαρο νερό καθημερινών ουτοπιών.

Εμάς
έτσι περνούσε η ζωή μας
και τρέχαμε ξωπίσω της
βαρυγκομώντας και βρίζοντας την τύχη
που αντί για αγάπη, το θάνατο μάς έδειχνε.

Κι οι στοιβαγμένοι άνθρωποι
με τα μωρά για προσκεφάλια
και τα βρεγμένα σώματα στο ψύχος βαλμένα
στο ψυγείο μας τα βρήκαμε
να τα τρώμε παρέες-παρέες
με κρασί να γιορτάζουμε τον καλοκαιρινό έρχομο
υμνολογώντας τον πανάγαθο θεό
και τις γευστικές μας απολήξεις
που δε διαμαρτυρήθηκαν ποτέ 
για τα ακαταλαβίστικα λόγια τους
για τους ακατανόητους μορφασμούς τους
για τις κραυγές τους
για τις ανόητες διαμαρτυρίες τους.

Είθε ο Θεός τους Δύναμη να τους δίνει.
"Τι άλλο να κάνουμε κι εμείς, τί άλλο;"

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Το Σκοτάδι

Το Σκοτάδι με αποδέχεται.
Μόνο του
δακρύζοντας
πύρινα μαχαίρια εκτοξεύει
το μυαλό του πέφτει στον ουρανό
διαλύεται
από παντού χάος
και αιώνες αναμονής.

Το Σκοτάδι με καλοδέχεται.
Με κερνά
το κόκκινο
το κίτρινο
τα σύννεφα της βροχής
της αστραπής τα δευτερόλεπτα
το ήχο των ανέμων
τη μυρωδιά της καθημαγμένης σάρκας
καταβροχθίζει την καταχνιά
τη σελήνη με κερνά να φιλήσω
σαν μάνα, σαν πατέρας
η θαλπωρή ξεθωριάζει
γέρικα κόκκαλα αναπνέουν
η ανάσα ασθενική
τα δαχτυλίδια σκουριασμένα.

Σαν όλα αυτά
την παραμονή του φωτός να περιμένουν.

Εμείς σκοτάδι όλοι προσφέραμε
και συλλογισμούς ανέστιους.
Μονάχα το φως σου με έστεργε
ο δικός σου ανέσπερος διακόπτης
άνοιγε κι έκλεινε τη φαντασία μου
που σαν βρέφος σερνόταν μέχρι τις ρώγες σου
θηλάζοντας τα επίμονα χτυπήματα της καρδιάς σου.

Σαν σταματούσαν
μια τεράστια μηχανή με κατάπινε
και τη σάρκα μου έφτυνε
σε παρμπρίζ τρακαρισμένων κτιρίων
παιδιών με μεγάλα μάτια
κουρασμένων δρόμων
πολύκοσμων πανηγυριών της επαρχίας.

Το Σκοτάδι με ορμήνεψε
το νου μου έχοντας παγερό
χωρίς αγάπη
προσκρούοντας πάνω στην τύχη
παραβλέποντας μέρες και χρόνια
πυροβολώντας τα πόδια του καλοκαιριού
στη μήτρα του να επιστρέψω.

Το Σκοτάδι με αποδέχεται.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Μάς Ανήκει

Mόνος
κάτω από ένα βρεγμένο παλτό
και μια σπασμένη καρέκλα 
κλαδί γέρικου δέντρου
που αγκομαχά να κρατηθεί στον άνεμο
και η θάλασσα του υπόσχεται ταφικά μεγαλεία
και αναμνήσεις ηρωικών πολέμων.

Μόνο ο άνεμος κατέτρωγε το πτώμα μου
κι οι ουσίες μου μέσα στην ουσία του κόσμου βαλμένες
κοινό που έπληττε μπροστά στην τηλεόραση η σάρκα μου
οστά ξεθυμασμένα, οσμή θανάτου.

Πολύπειρες γυναίκες με υποσχέσεις ψαλιδωτές
και σώμα επί ξύλου κρεμάμενο
σαν χριστιανικός νυμφίος το βλέμμα τους
χτυπά τα μάτια μου
κι ο θάνατος ξεψυχά πάνω τους
όπως η πρωινή ψύχρα στα στόματά μας.

Ακόμα λίγο χρόνο δίχως οστά
χωρίς σάρκα
και το μυαλό στη στράτα
κουτσαίνοντας βαδίζει
πάνω σε έργα του Δήμου πληγιάζεται
και αιχμηρά αντικείμενα βυθίζονται
σε σάρκα παγωμένη το μέλλον
σε παρελθόντα χρόνο η ανάσα του
τρέχοντας να φτάσει ματαιωμένες υποσχέσεις
σχέδια και προγράμματα
πάνω σε τραπέζια χειρουργικά
κι εργαλεία αποδομήσεων.

Το μέλλον μάς ανήκει.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Tου Ήλιου

Όταν σταθείς απέναντι
λοξή ματιά θανάτου μέτρα
στάσου
συλλογίσου

με λάθη
που σαν εφιάλτες ξεπετάγονται
συνέχισε να αναρωτιέσαι
και φύγε μακριά
πριν σε προλάβουν οι κόγχες
πριν ξυπνήσουν οι εμμονές
προτού το αλκοόλ σε καταπιεί
και τα μάτια σου γεμίσουν σκοτάδι
και απομεσήμερα σκοτωμένων εποχών.

Αναμετρήσου
με τα πεύκα και τα πλατάνια
με τη θάλασσα και τη ζεστή ματιά της
με τα περιβόλια του ήλιου
με τα νησιά που αγκομαχούν μεσοπέλαγα
με το τζιτζίκι του ήλιου
και της άνοιξης τα άνθη τα χαλύβδινα.

Ας μείνουμε λίγο ακόμα  εδώ
τώρα, των περαστικών βήματα
και ήχοι από χώμα χάνονται.
Στου μυρμηγκιού τα βήματα
φεγγοβολά η πρώτη ηδονή.

Με τούτα τα όπλα θα ανοίξει ο καιρός
όσο ακόμα θλίβεται η γη
και πρόωρα γεννά την απώλειά μας.

Το ξέρω
για να κλείσει η ψύχρα του θανάτου
χρειάζονται τόνοι φωτός
εκατομμύρια τόνοι σεληνόφωτος
μέσα στον ήλιο βαλμένοι.

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Δοκιμή Πρώτη

Ποια ανάγκη μπορεί να σε οδηγεί να βουτάς στη θάλασσα γυμνή, πάντα, χειμώνα καλοκαίρι;

Κάθε φορά που το κεφάλι σου χανόταν από τα μάτια μου, έχανα και κάθε ευτυχισμένη στιγμή που είχα ζήσει μαζί σου.
Σε καταριόμουν, ήθελα να γίνω θάλασσα και να σε καταπιώ στα βάθη μου.
Μα δεν κατάφερα τίποτα, γιατί κάθε φορά που σε ξανάβλεπα να περιφέρεσαι στα νερά, ξεχνούσα ποιος ήμουν και κοιτούσα μόνο τα μάτια σου να φωτίζουν σαν σκοτεινές πυγολαμπίδες. 
Και να έλεγες ότι δε σου μιλούσα, δεν προσπαθούσα να σου εξηγήσω, να λες κάτι τέτοιο σήμερα, τώρα που μιλάμε! 
Αυτό είναι παράλογο για την κοινή λογική.
Και μην ξανακούσω κουβέντα για το τί σημαίνει κοινή λογική.
Σημαίνει αυτό που είναι και τίποτα πέρα από αυτό.
Όλοι ξέρουν την κοινή λογική.

Κοινή λογική μπορεί να είναι πολλά πράγματα: ο πόλεμος είναι κοινή λογική.
Όχι, όχι ο πόλεμος μεταξύ μας. Αυτό δεν είναι πόλεμος, αμεση καταστροφή ήταν. Τους πολέμους μας τους κάναμε εμείς, τους ζήσαμε, μάς ξέρουμε καλά, γνωρίζουμε τα όπλα μας, τις γραμμές άμυνας, τα οχυρά μας.
Το να σε βλέπω κάθε φορά να φεύγεις και να τυφλώνομαι από το πάθος μου για σένα είναι κοινή λογική.
Ναι, αυτά κι άλλα τόσα είναι κοινή λογική.
Μα τί τα θες, η μεγαλύτερη κοινή λογική για μένα είσαι εσύ.
Εσύ κι ό,τι σε περιλαμβάνει.
Εσύ κι ό,τι περικλείεις.
Εσύ κι ό,τι σε απωθεί.

Από την άλλη, βαρέθηκα να μιλάω, να φτιάχνω προτάσεις με λέξεις, φράσεις και σημεία τονισμού.
Πώς μπορείς να ζεις χωρίς εμένα, όταν εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα;
Πώς;

Έχω μάθει να επιβιώνω έξω από τον εαυτό μου, να τον παρατηρώ.
Όχι, όχι, μη φανταστείς κάτι μεταφυσικό, δεν εννοώ κάτι τέτοιο.
Όμως είναι φορές που νομίζω ότι ζω μέσα σε όνειρο.
Όλα αυτά που κάνω ή τα περισσότερα τουλάχιστον, δε με αφορούν στα αλήθεια, δεν προσφέρω κάτι ούτε σε έμενα μα ούτε και σε κανέναν άλλον, εκτός από το να τρέφω τα πάθη μου.
Ζω μόνος στην πόλη και κανείς δεν μπορεί να ζήσει μαζί μου.
Από τους φίλους και τους γνωστούς λίγοι ζουν ακόμα.
Και για να σε προλάβω: όχι, δεν έχουν πεθάνει, είναι ζωντανοί σύμφωνα με τους βιολογικούς νόμους.
Πάνε στις δουλειές τους, έχουν παιδιά, κοιτάνε παλιές παιδικές φωτογραφίες, ξυπνούν τις νύχτες θολωμένοι, συζητούν σαν κασέτες τα ίδια και τα ίδια. 
Στα μάτια τους υπάρχει ο θάνατος, εκεί τον αντικρίζεις.
"Κενά λόγια" πάλι θα μου έλεγες.
Ίσως να έχεις και δίκιο.
Δεν έχω όμως άλλα για να σωθώ στο βάθος των νερών σου.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Στο Μεταίχμιο

Κι αν στεκόμαστε στο απόγειο της πιθανής ζωής μας
"τι μέλλει γενέσθαι";

Εκεί
εκεί που η ζωή ανηφορίζει
πριν απότομα γκρεμιστεί στην άβυσσο του βίου.

Κι αν ερχόταν εκείνη με φορεμένο το παλτό του πατέρα μου
ευθεία, αγέρωχη
με ματωμένα μάτια και βλέφαρα ατσάλια
πώς άραγε θα την υποδεχόμουν;

Αν όλα στριμώχνονταν σε ένα λεπτό
ποιος θα μέτραγε το χρόνο 
ποιος θα έριχνε το "ανάθεμα" στο θάνατο;

Αν υπήρχε μόνο μια στιγμή ευχαρίστησης
ποιος θα επέλεγε την κόψη του ξυραφιού;

Αν βαδίζαμε στις ερημιές του Νότου
ποιος θα μπορούσε να δροσίσει τα πέλματά μας;

Κι όλα γνώριμα έγιναν ξανά:
Ο ιδρώτας να ξαναμπαίνει στους πόρους
το αίμα να βρίσκει παντού πληγές παλιές 
καύκαλα να γίνονται τα πρόσωπα
η πίκρα να αποτυπώνεται στο σκονισμένο τζάμι
με δαχτυλιές παιδιών
έρωτες ανθρώπων
κι ο ήλιος
ο ήλιος να αρρωσταίνει ηλιοβασίλεμα το ηλιοβασίλεμα
μέρα με τη μέρα
αδύναμο φωτάκι να απομείνει.

Οι ερωτήσεις χάθηκαν
κι η χοάνη των λεπτών ρούφηξε το χρόνο ως το μεδούλι του.

Έγειρα σε μια γωνία και βούρκωσε το μυαλό μου
από τα θραύσματα των αναμνήσεων.

Οι αιχμές περίμεναν να λειανθούν
μα απών ήταν ο δικός μου χρόνος.
Σαν κενό ανάμεσα στις αιχμές έχασκε το κάτασπρο σώμα του.