Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Το Πρόσωπο

Το γνώρισα κάποτε αυτό το πρόσωπο, ήταν οικείο σαν παιδική ανάμνηση.
Μα πλέον φαινόταν σαν μάσκα επάνω σου.
Ήταν γεμάτο ξένες εμπειρίες, κυρίως νυχτερινές, και λόγια άπρακτα.
Αν έξυνα λίγο από κάτω, θα έβρισκα μόνο δύο αποστεωμένα μάγουλα, σαν βυζαντινή αγιογραφία.
Όπου έβγαινε λίγος ήλιος, αυτό κρυβόταν μέσα στις βροχές, κι όταν κατέφθανε φουριόζος ο χειμώνας, έλαμπε, όπως το φως πάνω στις άσπρες ταράτσες.

Πάντα μού έλεγες ότι όσο δεν κατάλαβες τον κόσμο, άλλο τόσο, και ακόμα περισσότερο, δεν σε κατάλαβε κι εκείνος.
Εσύ κι κόσμος ήσασταν σε μόνιμη ισοπαλία.
Έτσι νόμιζες, αυτό έλεγες.
Αν ρωτούσες τη γνώμη μου…έχασες.
Ναι, έχασες ό,τι πίστευες πως ήταν κερδισμένο, μα στα αλήθεια ήταν χαμένο από την αρχή.
Κι όταν πολεμάς με την πραγματικότητα, καλό είναι να χρησιμοποιείς τα όπλα της, εκείνα που πάντα σε έκαναν να διαφέρεις από όλους εμάς, τους λίγους, εμάς που δειλιάσαμε μπροστά στα καθημερινά μεγαθήρια.

Μα τώρα που σε ξανακοιτάζω, βλέπω πόσο μοιάζουμε όταν μάς βρίσκει γυμνούς η νύχτα την ώρα που χαϊδεύω το ματωμένο σου πρόσωπο.
Μοιάζει κι αυτό με την πραγματικότητα, αυτήν, που μπροστά της λυγίζω τα γόνατα μου σαν να αντικρίζω έναν παλιό, σκληρό θεό. 

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Σύννεφα

Όταν συννεφώνεται το βλέμμα σου και τα άκρα αποκόπτονται από τον κορμό, τότε είμαι σίγουρος πως η κίνησή μας γίνεται συνήθεια και ανεβαίνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε.Εκείνες οι στιγμές του αίματος και της αναμονής, είναι αυτές που χαράσσουν τον ουρανό με κόκκινο λεπίδι και αφομοιώνονται από της σελήνης τους κύκλους.
Σαν να τα έχω ξαναζήσει όλα αυτά, μου είπες, καθισμένη στον λόφο και ματωμένη μέχρι το μεδούλι, κοκκινίζοντας τη θάλασσα εκείνου του πρωινού. Άκουσα κι εγώ εκείνους τους ψιθύρους της νύχτας και τότε κατάλαβα όλα όσα μου έλεγες τόσους, μα τόσους  χειμώνες. Έπρεπε να έρθει η άνοιξη για να δω ξανά το πρόσωπό σου στολισμένο με ελαιόφυλλα και άμμο στα μάτια.
Φανερώθηκες σαν από μηχανής θεός και τότε ο ουρανός ηλιολούστηκε σαν την πρώτη μέρα του καλοκαιριού. Τα βήματα σου ακούγονταν τόσο καθαρά, που νόμιζα ότι σε έβλεπα πάνω στο μεγαλύτερο σύννεφο της ημέρας. Όμως εκείνο, φορτωμένο με φτιασιδωμένες ελπίδες, έριξε με τη δύναμή του όλο εκείνο το νερό που σαν μαραμένη γη, τόσο καιρό περιμέναμε.
Και πάλι το βλέμμα σου σκοτείνιασε, και πάλι εγώ έδιωξα όλους τους θεούς που καταδυνάστευαν τα μάτια μου. Και το βλέμμα σου συναντήθηκε με τις αστραπές μιας ηλιόλουστης μέρας, σαν κι αυτές που ποτέ δεν θα ζούσαμε, παρά μόνο αποκομμένοι και μόνοι.
Ας είναι. Έστω κι έτσι, τα σύννεφα στο βλέμμα σου έγιναν οι προσμονές της ζωής μου μέχρι που κι εκείνη ταυτίστηκε με τις καλοκαιρινές βροχές σου.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Πατησίων

Να εκπνέουμε οσμές μπουμπουκιών μέσα στην Πατησίων
οσμές κόκκινες και γαλάζιες.
Και τα μπαλκόνια να είναι μεγάλα πράσινα μάτια
με κόρες κίτρινες σαν τον παιδικό μας ήλιο.
  
Να περπατάμε
βλέποντας τον κόσμο ευθεία μπροστά μας χωρίς τεθλασμένες θλίψης
και να χαμογελάμε σε κάθε διασταύρωση
με τον πόνο από τα σπλάχνα της ασφάλτου.
Τα κράσπεδα να ανοίγουν δρόμο στις ουτοπίες μας
κι εμείς να περπατάμε πάνω από αυτές
με κίνδυνο να συντρίψουμε το μυαλό μας.

Η φαντασία μας να συνθλίβει τις βιτρίνες των ψεύτικων ανθρώπων.

Οι ταμίες κι οι πωλήτριες να ντύνονται με σελίδες ποιημάτων
με μελάνι να μιλούν, να ακούνε με στίχους
η ομορφιά τους να βγαίνει στράτα σαν νιόβγαλτο μωρό.

Ο ουρανός να βρέχει νοήματα
να βαραίνει από τις προοπτικές της στείρας γης
οι περιπτεράδες να στέκονται όρθιοι
απορημένοι καθώς οι φυλακές τους πέφτουν μέσα στα κράσπεδα
και εμείς να περπατάμε στα σοκάκια της Πατησίων
με τις ταμπέλες και τους ζητιάνους δίπλα μας
να στρώσουμε σε ένα μεγάλο πεζοδρόμιο
και να τρώμε μέσα από το στόμα τους ανέχεια
και κακοχωνεμένα διαφημιστικά γράμματα.

Στις παρόδους
μπάτσοι φυλακισμένοι στο κενό τους
να σκοτώνονται από ιαχές συνθημάτων
να πέφτουν αναπολώντας ένδοξα μεγαλεία
όταν μεγάλες αύρες τούς καταπίνουν
φτύνοντας τα τεχνητά μέλη τους.

Γέροι πιασμένοι ρυτιδωτά
να δίνουν το φιλί της ζωής
στο τελευταίο μεγάλο γεύμα της ενδόξου Λεωφόρου
πριν η νύχτα φορέσει πνιγμούς και κατέβει σε εκείνης τα υπόγεια.

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Αντικριστά

Καθώς καθόμασταν αντικριστά, ένιωσα αυτόν τον φθόνο του ότι δεν είμαι ένα κομμάτι του εαυτού σου για να μπορώ να σε ακουμπάω ακριβώς όποτε το έχω ανάγκη.
Έτσι, ξεγυμνώθηκα μπροστά σε έναν καθρέφτη, σε εκείνον που είχε στραμμένα τα νώτα του στο πέλαγος και τα κύματα είχαν καταπιεί τις ματαιοδοξίες του.
Ανοίχτηκα μαζί του και βρεθήκαμε μπροστά από τον Ήλιο να πίνουμε αλκοόλ μέσα από μεγάλα σακιά, εκείνα που κάποτε φιλοξενούσαν ανέμους και θερινές βροχές.
Κατάλαβα ότι δεν υπήρχε πλέον καμία διέξοδος μέσα στην εποχή των όμορφων πυρετών, κι έτσι αποσύρθηκα μέσα σε ένα συρτάρι με αντιβιώσεις θανάτου.
Ίσως να ξανάρθει η εποχή των άκρατων σιωπών.
Ίσως πάλι να ξαναγεμίσουμε φασαρία τα σώματά μας, κι έτσι, όπως εκείνα θα κραυγάζουν, εμείς να πεθάνουμε μέσα στην απροσδιόριστη ησυχία μας.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Νύχτα

Γεμάτος μαύρους σπασμούς
σελήνη άπνοη
ουρανός χωρίς κρωξίματα αγγέλων.

Ύπνος μισερός, συνταρακτικός
κι οι εφιάλτες υπομονετικοί
συντροφεύουν το πρώτο ξύπνημα.

Αποσπώμενη ύλη
σε θεωρίες κλεισμένη
προσπέκτους επαναστάσεων
σε προσφορές και κουπόνια
καφετέριες και δονήσεις μικροκυμάτων
τελευταίος ο άνθρωπος
η ζωικότητα προηγείται του ηλεκτρισμού.

Η νύχτα αστερίζει
γράφει τα μελλούμενα
σαν προφήτης καθισμένος σε βουβό λόφο
ήλιος εργαζόμενος επί εικοσιτετράωρο
υπέρ Ωρών, Ημερών, υπέρ Ημών
μόνη η νύχτα σε βουβή εντατική.

Πίνει ποτό από τα μαλλιά της σελήνης
λούζεται στην αγκαλιά της
φωτίζει μισές εξεγέρσεις
βαθαίνον σκότος
κατακάθι του καλοκαιριού η σιωπή
ό,τι αφήνει το τραγούδι του τζιτζικιού
κι εκείνη
έρπει προς το πρόσωπο της ησυχίας
ακτινοβολεί μνήμες
φιλάει την όμορφη πλάτη της
αναπνέει τις ιστορίες της
αργοπεθαίνει πάνω σε ηλιακά χαμόγελα.