Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Νύχτα

Γεμάτος μαύρους σπασμούς
σελήνη άπνοη
ουρανός χωρίς κρωξίματα αγγέλων.

Ύπνος μισερός, συνταρακτικός
κι οι εφιάλτες υπομονετικοί
συντροφεύουν το πρώτο ξύπνημα.

Αποσπώμενη ύλη
σε θεωρίες κλεισμένη
προσπέκτους επαναστάσεων
σε προσφορές και κουπόνια
καφετέριες και δονήσεις μικροκυμάτων
τελευταίος ο άνθρωπος
η ζωικότητα προηγείται του ηλεκτρισμού.

Η νύχτα αστερίζει
γράφει τα μελλούμενα
σαν προφήτης καθισμένος σε βουβό λόφο
ήλιος εργαζόμενος επί εικοσιτετράωρο
υπέρ Ωρών, Ημερών, υπέρ Ημών
μόνη η νύχτα σε βουβή εντατική.

Πίνει ποτό από τα μαλλιά της σελήνης
λούζεται στην αγκαλιά της
φωτίζει μισές εξεγέρσεις
βαθαίνον σκότος
κατακάθι του καλοκαιριού η σιωπή
ό,τι αφήνει το τραγούδι του τζιτζικιού
κι εκείνη
έρπει προς το πρόσωπο της ησυχίας
ακτινοβολεί μνήμες
φιλάει την όμορφη πλάτη της
αναπνέει τις ιστορίες της
αργοπεθαίνει πάνω σε ηλιακά χαμόγελα.

Είδα

Είδα τον χαμό να αναπαύεται
στα μάτια του κόσμου κρωξίματα πουλιών
κι οι νικηφόρες ιαχές ολόιδιες, να στέκονται ορθές.

Είδα στήθη να συντρίβονται
μεταξύ σιγουριάς και ερωτήσεων:
"Τα λευκά στους σαράντα
τα μαύρα άπλυτα να μείνουν".
Δεν απλώνεται η θλίψη.

Είδα τα μάτια μου τσιμπλιάρικα
αποστεωμένο πρόσωπο, σάπια δόντια
μεγάλη του κόσμου καμπούρα.

Είδα τις σιγουριές των βουνών
και το ψύχος των ανέμων
ο ήλιος να πυρομανάει στις κορυφές τους
τα θηρία μανιασμένα να πίνουν αίμα
οι πόλεις χαμένες στον ρυθμό της συνήθειας.

Είδα έναν
κι εκείνους να αρχηγούν
να πισθαγκωνούν τα πλήθη
να ερωτεύονται τον εαυτό τους
κι όλα τα τρένα να ακούγονται από μακριά
ριγμένα πάνω σε σαρκοβόρες ράγες.

Δεν είδα κάπου εμάς
λυτρωμένοι καθώς νιώθαμε.

Δεν υπήρχε λόγος να μάς αντικρίσουμε ματωμένους.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Ευτυχείς

Ευτυχείς
ως σταθερά και υπόκωφα κτίρια
αντισεισμικά.

Ευτυχείς
ως σίγουροι
ως προσδοκούντες
ως επίμονοι επαγγελματίες
ως σταδιοδρόμοι εταιρικών προδιαγραφών.

Σταθεροί
ως ευτυχείς οικογενειάρχες
εκκλησιαζόμενοι και μη αμαρτούντες.

Δυστυχείς
με κρεμασμένα σώματα
χυλωμένους νόες
εύθραυστα μάτια
γύψινες γλώσσες.

Ερωτευμένοι
με χείλια κόκκινα
μέλη στητά
χέρια παγωμένα
γάντια υγρά
μανιασμένες υποσχέσεις.

Σίγουροι
ως εθνικά ανήκοντες
ως ταξικά αγωνιζόμενοι
ως  αλλότριων παιδιών γονείς
ως υπερέχοντες πατριώτες.

Ευτυχείς
ως ανθρωπίζοντες.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Τέτοια Υλικά

Κάποια λόγια που δεν ειπώθηκαν
κάποιοι στίχοι που δεν γράφτηκαν
φωνές που δεν ακούστηκαν
μηνύματα που δεν στάλθηκαν
σάλια που δεν άλλαξαν προορισμούς.

Κάποια τέτοια υλικά
έχτισαν τη ζωή μου
μαζί
με κάποια βλέμματα
που ανταμώθηκαν εκεί ή εδώ
στα μέρη του άπνοου αποχωρισμού
και των ξέπνεων υποσχέσων.

Όλα ήταν χωρίς πνοή
μα κάποια
ανέπνεαν με πάθος
και δύναμη 
κι άντεξαν σε βροχή και λάβα.

Αυτά μα κι εκείνα, τα άλλα
έχτισαν τα άγρια βράδια μας. 

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Το Φιλί

Το φιλί εκείνο, σαν να με έδεσε χειροπόδαρα και να με έσυρε σε έναν από τους δρόμους σου. Σαν να με στοίχειωσε μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις εφηβικές και υγρά σκοτάδια.
Δεν ήταν γνωστός δρόμος, αλλά φαινόταν καθάριος και ήταν φρεσκοβαμμένος σαν παλιακή αυλή.
Όμως μου φαινόταν ότι κάπου τον είχα ξανασυναντήσει.
Ίσως επειδή τον περπατούσα με άνεση και έβλεπα συνεχώς τον εαυτό μου να αντανακλάται πάνω του, όπως τα αστέρια καθρεφτίζονται σαν κοσμήματα πάνω στον ουράνιο θόλο. 
Ήξερα ότι γνώριζα όλη την υγράδα του και το παρελθόν του, μα ένας παλμός μού υπενθύμιζε ότι τίποτα δεν ξέρω προτού το ξαναμάθω με άλλον τρόπο.
Η άσφαλτος του δρόσιζε τα γυμνά μου πόδια και το αεράκι που απέπνεε έδινε ανάσα στο σώμα μου, βίαια κατέκλυζε τους πόρους του σαν την φουρτουνιασμένη θάλασσα. 
Έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής, που τα χρώματα ξαφνικά βρήκαν καινούργιους τρόπους να αποτυπώνονται κι ο καμβάς που ζωγραφίστηκε θύμιζε βροχερό σύννεφο παιδικού καλοκαιριού.
Ό,τι κι αν συμβεί, αυτόν τον δρόμο θα τον θυμάμαι πάντα, και τα χείλη μου που κάηκαν πάνω στα δικά σου, όταν τα χάδια μας έπλαθαν απρόσμενα σύμπαντα, πάντα θα φωταγωγούν εκείνο το μικρό μέρος που τα φιλοξένησε εκείνη την στιγμή, από τις σπάνιες εκείνες φορές, που παρελθόν, παρόν και μέλλον συμμορφώνονται στα γούστα των ανθρώπων.