Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ζεστασιά

Μόνο εκείνες οι στιγμές στάθηκαν αυτόφωτες
σαν πυγολαμπίδες των καιρών τους.
Και μόνο το σώμα σου πριονίστηκε από τις λάμες του καιρού
χωρίς να φέρει αντίσταση, δίχως φωνές.

Μόνο ένα λιγοστό "αχ" πρόλαβε να πει
που σαν από μακρινή νύχτα να ερχόταν
μια ελάχιστη λέξη που καβάλησε τις πλάτες των λεπτών
την ώρα που χίλιοι λεπτοδείκτες έσπαγαν
χτυπώντας το πρόσωπο της παγωμένης άνοιξης με ζεστές πινελιές ήλιου
αχτίδες και φεγγάρια φαγωμένα και μισά.

Και το κατάφερες τελικά
μέσα στα τόσα χαμένα χρόνια

να μην ξεχάσω ποτέ τη ζεστασιά του κορμιού σου.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Μικρές Ζωγραφιές

Να φιλώ τα χείλη σου ήταν το μοναδικό μου καταφύγιο, όποτε νόμιζα ότι κάτι σπουδαίο είμαι, όταν κόμπαζα για όσα νόμιζα ιδανικά και αμετάβλητα, όταν ήμουν σίγουρος ότι το μυαλό μου στεκόταν σε κορφές βουνών απροσπέλαστων για όσους δεν μπορούσαν να τις φτάσουν.
Πόσο λάθος έκανα τότε. Παραλίγο να πνιγώ σε μεγάλα λόγια και φωνές ενώ το μερτικό μου ήταν ελάχιστο, μα  ευτυχώς δικό μου.

Η επαφή με αυτές τις μικρές ζωγραφιές του προσώπου σου με γείωναν απότομα, με κοινωνούσαν στην απλότητα της ομορφιάς του κόσμου σου.
Χωρίς περιττά και ανούσια φτιασιδώματα, δίχως φανφάρες, τα χείλη σου, και μόνο που τα άγγιζα με τα δικά μου- ψέματα, λάθος κάνω, μόνο που τα κοιτούσα ήθελα να πω-, βυθιζόμουν σε απροσπέλαστη χαρά, τόσο άγρια εφηβική, που το στόμα μου πικραινόταν από τη στενοχώρια, αφού ήξερα καλά ότι δεν μπορούσα να τα αντικαταστήσω με τίποτα πιό όμορφο.
Μα κι όταν στη θλίψη βουτούσα, εκείνες τις μέρες που οι χτύποι του τηλεφώνου έμεναν μετέωροι και σαν όλα τα ανθρώπινα χέρια να έσκαβαν την προσμονή μου, ακόμα και τότε, τα χείλη σου σκεφτόμουν: ότι τα ξεκουράζω από το βάρος ανούσιων λέξεων, τυποποιημένων εκφράσεων, τόσο καθημερινών αρθρώσεων.


Παρατήρησέ με καλά όταν σε ξαναδώ, θα δεις αποτυπωμένες μέσα στα μάτια μου αυτές τις μικρές ζωγραφιές.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Των Λέξεων

"Δεν καταλαβαίνω τίποτα" έλεγες κάθε φορά που άκουγες ένα ποίημα από τα χείλη μου.
Κι εγώ προσπαθούσα να σου πω ότι τα ποιήματα δεν ακούγονται σαν λέξεις, μα σαν μαύρα σύννεφα γεμάτα βροχή που τον ήλιο κρύβουν και μόνο λίγες ακτίνες του αφήνουν να μάς ζεστάνουν.
Πώς να διαπεράσεις το πέπλο της συνήθειας χωρίς τα όπλα των λέξεων, των εικόνων, της οργιαστικής φαντασίας;
Πώς οι λέξεις να πιάσουν κουβέντα με το χαρτί μέσα σε μια ξερή και σκονισμένη βιβλιοθήκη, που σκοτώνει τις φράσεις και στήνει γκιλοτίνες στο ακατανόητο;
Μάθαμε να κατανοούμε τα τρέχοντα, τα νούμερα, τα εταιρικά χαρτιά, τα παιδιά που μόνο "μάλιστα" έμαθαν να λένε.
Μα οι λέξεις πεθαίνουν κάθε φορά που μια συμφωνία υπογράφεται, ένα παιδί μεγαλώνει, ένας βαρύς χειμώνας ανοίγει, ο ποιητής βάζει την τελευταία τελεία του.
Προσπάθησε να νιώσεις, κι εγώ θα πω στις λέξεις να μαλακώσουν, θα τους πω να χωρέσουν στα όρια της ανάγκης σου, θα τους ζητήσω μια παράταση ζωής, μια ακόμη αφετηρία, ένα ξεκίνημα χωρίς σημεία στίξης.

Μόνο πες μου ότι έχεις ανάγκη την παρουσία των δακτύλων μου πάνω στα λευκά χαρτιά σου, ακριβώς εκείνη την ώρα που με απορία κοιτάς τις θηλές σου να διογκώνονται, τα χείλη σου να υγραίνονται, το σώμα σου ολόκληρο να ξαναγεννιέται από την αρχή, κι εγώ θα βρίσκομαι εκεί με ακατέργαστες λέξεις και τόνους γονατισμένους στο θρόνο των χειλιών σου.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Των Ερώτων

Χιλιόμετρα μακριά ακούγονταν οι ερωτικοί βρυχηθμοί τους
ξυπνώντας τα πάθη μιας ακούσιας μοναξιάς.
Άγνωστοι ξυπνούσαν ιδρωμένοι προσβλέποντας στη σιγή των παθών.
Μόνοι και έρημοι από φως και ανθρώπους
ψιθύριζαν λόγια και τραγούδια μοναξιάς
και ο κόσμος παρέπεε, κούτσαινε, έπεφτε στις λάσπες.
Το τέλος των ερώτων ήταν η αρχή της νύχτας
ορμούσε μανιασμένα στα σάρκινα σεντόνια του σύμπαντος κόσμου. 
Η απάθεια γεννιόταν πρόωρη, εφταμηνίτικο μωρό
θερμοκοιτίδα της οι θαμμένοι μας έρωτες.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Εικόνες Ουτοπίας (2)

Έθαψα μια ουτοπία κάτω από τον δρόμο της πόλης.
Μέσα της χώνονταν τα θεμέλια των γυάλινων εταιριών, τα χώματα των αρχαίων χρόνων, οι πολύβουοι κυματισμοί των βαριεστημένων αυτοκινήτων, που χαλούσαν τη φασαρία του κόσμου της, που η αναπνοή του έμοιαζε η τελευταία του να είναι.  
Βήματα περνούσαν ξυστά από τις άκρες της ενώ εκείνη προσπαθούσε να χωρέσει στα παπούτσια του κάθε διαβάτη.
Έτρωγε ιδέες, εξώφυλλα εφημερίδων, λουστραρισμένα σκαρπίνια, μισερές συζητήσεις.
Την έθαψα για τις επόμενες γενιές. Να σκάψουν, όταν δεν θα είναι κουρασμένες από τις δεκάωρες υποκύψεις, όταν δεν θα χώνονται στις υπέργειες υπεραγορές, αυτές με τις πελώριες σακούλες σκουπιδιών, όταν εκείνες θα έχουν μείνει μονάχες και το μέλλον μόνο του κι αυτό.
Ίσως είναι μια μικρή ουτοπία, μπορεί και να μην φαίνεται καν στα μάτια των μεγάλων αρουραίων της μνήμης μας, όμως όποιο αποτύπωμα αφήσει στο χρονικό κενό της ιστορίας, θα μοιάζει με γέφυρα πάνω από τα ταραγμένα νερά, που πάντα θόλωναν τη μορφή της.