Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Ομιλίες

Μου μιλούσες
κάτι έλεγες για χθες
είχα το νου μου
στα παρατημένα σύννεφα
που διέσχιζαν τα μάτια σου

Μού μιλούσες
για φιλία κραύγαζες
έβλεπα το μέλλον αποκαμωμένο, κουτσό, μέσα στη χάση του

Μού μιλούσες
τα χάπια κύλησαν στον ουρανό
τα σύννεφα ναρκώθηκαν
η σιγή εκπυρσοκρότησε

Mου μιλούσες
είχα φύγει
το χαμόγελό σου είχε πια φωλιάσει στα δάκρυά μου 
η γη στεκόταν αποσαρκωμένη
γυρνούσε γύρω από την λύπη της
ανάδευε τα έγκατά της
με τον καιρό ξιφομαχούσε

Σου μιλούσα
σεισμόί οι λέξεις 
μα άψυχη, πώς να ακούσεις;

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Φόρεμα

Κύματα υποσχόμενα γυρισμό
μια αυταπάτη της δίνης ήταν

Μάταια περίμενα στο ερημικό στασίδι
το άσπρο φόρεμα να δω
που ο Αιγέας είχε φτιάξει
ομνύοντας στην ομορφιά σου

Χίλιοι ραφτάδες
αστέρια με κοραλλένιους ήλιους
έραβαν τα αδιέξοδά σου
με του Θησέα τη χαρά για κλωστή

Δε φάνηκες ποτέ
μια βαθιά θάλασσα το φόρεμα
αστέρια με κοραλλένιους ήλιους
έκαιγαν τα ξέφτια του
ό,τι απέμεινε
του Μινώταυρου σκέπασμα
των θυμάτων μνήμα
του νου μου καμένος νευρώνας

Μια Αριάδνη κοιμόταν στην αγκαλιά μου
προϊόν τηλεπωλήσεων
έπαιζε με τις κλωστές της
άλλαζε κανάλια στην τηλεόραση
έκρυβε τέρατα
γεννούσε ελπίδες

Ό,τι στα χέρια μου απέμεινε
του Μινώταυρου το ουρλιαχτό.  

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Βαρύτητα

Μιλούν οι άνθρωποι
μιλούν τα πουλιά
στέκονται οι άνθρωποι κοιτώντας
πετούν τα πουλιά

Κάθονται στα σύρματα
τα σύρματα δεν πετούν
μόνο νιώθουν των πουλιών τα νύχια
γραπωμένα πάνω τους
σαν σφιχταγκαλιάζονται τις νύχτες

Η βαρύτητα  είναι των ανθρώπων
της γης
των σωμάτων
των κτιριών
των δρόμων
του έρωτα νάρκη είναι

Η βαρύτητα δεν είναι των πουλιών
παρά μόνο αν τα φτερά τους βραχούν
παρά μόνο αν σφαίρες τα πετσοκόψουν

Παρόλα αυτά
οι άνθρωποι περπατούν
τα πουλιά πετούν
οι σφαίρες πετούν
Το ένα πέταγμα σφαγιάζει το άλλο

Η βαρύτητα των όπλων είναι
των ερώτων θάνατος
των ματιών χαρακιές

Η βαρύτητα πουλιά σκοτωμένα είναι
κι ο Ίκαρος σκοτώνεται κάθε μέρα

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Α-Ω

Στη σειρά τα βάζω
τα τακτοποιώ
κοιτώ τα τρεμάμενα χέρια τους
τα μικρά τους πόδια παγωμένα
ιδρωμένα
άσχημα.

Όσα κι αν αντικρίζω
πετάνε μπρος στα μάτια μου
ενοχλητικές μύγες
σπάνε μολύβια
μασουλάνε γομολάστιχες
στο savoire vivre παίρνουν μηδενικό
δεν αισθάνονται
δεν νιώθουν
ασθμαίνουν
γυρεύοντας για φασαρία πάνε.

Στη σειρά τα βάζω ξανά και ξανά
άδεια
χαρτιά επάνω σε χαρτιά
διαφεντεύουν τις σκέψεις
ή μήπως το αντίστροφο;

"Τι να τα κάνεις άδεια τα χαρτιά;" ψιθύρισε το Α στο Ω.
"Τσουλήθρα θα κάνω πάνω τους και μετά σαΐτες θα τα κάνω
να βλέπω τις σκέψεις τους να κατρακυλάνε στα όνειρα
άπιαστα να γίνουν
να μονιάσουμε
να μιλήσουμε
να μπουν στο κεφάλι μιας καρφίτσας
να βγουν στον ουρανό
στον ήλιο να καούν
στο φεγγάρι να δροσιστούν"

Μαγκωμένο
έπεσε πάνω στο τελευταίο χαρτί
τελευταίο γράμμα

Είπαν ότι σκοτώθηκε.
Ίσως για αυτό να μην τελειώνει ποτέ τίποτα

"Ω, Υποθέσεις, μόνο υποθέσεις"
ψιθύρισε το Α 
και κυκλώθηκε με το πανωφόρι του.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Για Την "Ζέλμπα" Του Κώστα Δεσποινιάδη

Δεν γνωρίζω πολλά από ποίηση (σχεδόν τίποτα για να είμαι ακριβής και ειλικρινής), όμως η "Ζέλμπα" του Κώστα Δεσποινιάδη από τις εκδόσεις "Πανοπτικόν" είναι κάτι χειροπιαστό και εύγευστο σαν ζεστό φαγητό μετά από μια κουραστική ημέρα, είναι σαν παραμύθι με απρόσμενο τέλος, είναι σαν να φωνάζεις μέσα σε ένα βαθύ πηγάδι κι εκεί που περιμένεις να αντιλαλήσει η φωνή σου, ξαφνικά, καταλαβαίνεις ότι ακούς φωνές άλλων, ανθρώπων που δεν ξέρεις καλά, που πρώτη φοράς ακούς τη λαλιά τους, μα σού είναι τόσο γνώριμη σαν αίσθηση, που τούς νιώθεις δίπλα σου σχεδόν να σε τραβάνε από το χέρι.

Ο Δεσποινιάδης αξιοποιεί τις "εμμονές" του.
Αντικρίζεις ξεκάθαρα την αγωνία του Ντοστογιέφσκι, το κουρασμένο βλέμμα του Αλεξάνδρου, την υψιπετή παραφροσύνη του Νίτσε, την υπαρξιακή αγωνία του Κίρκεγκωρ, τους δαιδαλώδεις διαδρόμους του Κάφκα, την εκτός κάθε χρονικής διάστασης ευφυΐα του Λυκιαρδόπουλου, μα κυρίως ακούς φθόγγους ερώτων, δονήσεις σάρκας, ηλεκτρίζεσαι από μια υλικότητα διαπεραστική από άκρου εις άκρον.
Στις σελίδες της "Ζέλμπα" χορεύουν τον ηδονικό τους χορό η απόγνωση, η μοναξιά, η αγάπη της σάρκας, των σωμάτων, δεν διαφεντεύει ο θάνατος τις σελίδες της μα η νίκη επ' αυτού.

Ξεκινώντας από την ενότητα ποιημάτων "Γενάρης" και καταλήγοντας στον "Αύγουστο" ίσως πιστέψεις ότι το χάσμα μεταξύ τους είναι αγεφύρωτο, και με μια πρώτη ανάγνωση έτσι φαίνεται.
Όσο προχωράς και ξαναγυρνάς στις εποχές των δύο, κατά τα φαινόμενα, αντιθετικών μηνών, τόσο καταλαβαίνεις ότι ο Δεσποινιάδης στέκεται σαν γιατρός ανάμεσά τους και παραδίδει τον έναν στον άλλον, τούς κάνει ενέσεις ελπίδας, ζεστασιάς, ανθρωπιάς, πόνου, απόγνωσης αλλά και γνώσης ότι το ελάχιστο συνήθως μεγαλουργεί και το απλό κυρίως συνθέτει.

Δημιουργεί ένα πεδίο ανοικτότητας, υπενθυμίζοντάς μας στοργικά πόσο απλά μπορούν να αποτυπωθούν τα βάθη της ύπαρξης: ο έρωτας, η μοναξιά, ο θάνατος.
Είναι εδώ που ο έρωτας νικά τον θάνατο κι η σάρκα την αρρώστια της, εδώ που η συντροφικότητα κατακρημνίζει από τον θρόνο της τη μοναξιά και στεφανώνει την μοναχικότητα, εδώ που ο θάνατος ζηλεύει τη ζωή και της παραδίδεται άοπλος και ξεδοντιασμένος.

Ο Δεσποινιάδης έχει ξαναγράψει ποίηση, ήταν το
"Νύχτες Που Μύριζαν Θάνατο".
Αν δεν τιτλοφορούσε την τωρινή του συλλογή "Ζέλμπα" ("Λέξη σλαβομακεδονική που υποδηλώνει την έντονη επιθυμία, τον πόθο", όπως μάς πληροφορεί ο ίδιος στις πρώτες σελίδες της συλλογής) θα μπορούσε σίγουρα να την τιτλοφορήσει, "Χρόνος Που Μυρίζει Άνθρωπο", ένας χρόνος μνήμης και ματαιώσεων, ένας χρόνος πάθους και ελπίδας, ένας χρόνος χωρίς όρια, ένας χρόνος τελικά άχρονος.  

(Από την "Ζέλμπα", ενότητα "Αύγουστος")

"Η γυναίκα μου με ρωτάει"

"Η γυναίκα μου με ρωτάει καμιά φορά
τι τα θέλω όλα αυτά
χαρτιά, ιδέες, επιχειρήματα
"Μην σκέφτεσαι όλη την ώρα"
μου λέει
"θα το φυράνεις το μυαλό σου".
Δεν σκέφτομαι όλη την ώρα,
θέλω να της πω.
Όταν βυθίζομαι μέσα σου
ή όταν χώνω τα μούτρα μου
στα σκέλια σου
δεν σκέφτομαι καθόλου"