Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Εν Υγρώ

Σε περίμενα να με πάρεις την ώρα που τα κύματα υψώνονταν κι ο αέρας λυσσομανούσε. Ήμουν μόνος σε έναν παλιό καφενέ, καθισμένος σε μια χιλιοκαθισμένη καρέκλα γεμάτη παλιές συνήθειες και τούφες μαλλιών.
Δίπλα, κάποιοι έπαιζαν τη ζωή τους πάνω σε μια πράσινη τσόχα.
Όλα βρωμούσαν φτηνό ούζο και κακοστριμμένα τσιγάρα.
Μπήκες ξαφνικά κι ο κρότος σταμάτησε τους καπνούς, τις βρισιές και τα χαρτιά έγιναν ευαγγέλια. Όλοι γύρισαν τα πρόσωπά τους το μέσα-έξω.
Ήρθες κοντά μου και με φίλησες απαλά στα χείλη σαν να ήμασταν ερωτευμένοι από χρόνια.
Τα χείλη μου ύγρανες σαν βροχή πάνω σε λιόπυρη άσφαλτο, όπως εκείνα τα καλοκαίρια που σε περίμενα στον παλιό καφενέ, καθισμένος σε μια χιλιοκαθισμένη καρέκλα γεμάτη παλιές συνήθειες και τούφες μαλλιών.
Το βράδυ έπεσε χωρίς φεγγάρι, χωρίς θεούς, χωρίς γράμματα και βιαστικές αποφάσεις.
Το φιλί σου ακόμα υγραίνει τα καλοκαίρια μου σε εκείνους τους παλιούς καφενέδες.
Οι αδένες μου σήμερα αποζητούν όσα η ικμάδα σου γνωρίζει.
Εκείνη παραδίδει τα όπλα της στα πεδία των παλιών θαμώνων.
Μέσα στους παλιούς καφενέδες νέες ζωές ανδρώνονται, υγρά φιλιά μάς αποστεώνουν, παλιές συνήθειες μάς αποζητούν.
Όλα ο άνθρωπος εν υγρώ εποίησε.

Ακόμα μόνος στέκομαι.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Tου Πολέμου Όπλα

Ξαναέστησες στα πόδια τους τα φοβερά του πολέμου σου όπλα:

Αναμνήσεις, ηλεκτρικά τρενάκια, στρατιωτάκια
σκασμένα μπαλόνια κάθε φορά σε κάθε γιορτή.
Ενοχές, μοναχικοί οργασμοί, σκόνη, καλοκαιριάτικα μεσημέρια
αστικά τοπία μαύρες ταράτσες με αγχόνες κρεμασμένες.
Με τέτοια όπλα
ο πόλεμος είναι χαμένος από πριν

το έλεος μια βουβή οργή.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ζεστασιά

Μόνο εκείνες οι στιγμές στάθηκαν αυτόφωτες
σαν πυγολαμπίδες των καιρών τους.
Και μόνο το σώμα σου πριονίστηκε από τις λάμες του καιρού
χωρίς να φέρει αντίσταση, δίχως φωνές.

Μόνο ένα λιγοστό "αχ" πρόλαβε να πει
που σαν από μακρινή νύχτα να ερχόταν
μια ελάχιστη λέξη που καβάλησε τις πλάτες των λεπτών
την ώρα που χίλιοι λεπτοδείκτες έσπαγαν
χτυπώντας το πρόσωπο της παγωμένης άνοιξης με ζεστές πινελιές ήλιου
αχτίδες και φεγγάρια φαγωμένα και μισά.

Και το κατάφερες τελικά
μέσα στα τόσα χαμένα χρόνια

να μην ξεχάσω ποτέ τη ζεστασιά του κορμιού σου.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Μικρές Ζωγραφιές

Να φιλώ τα χείλη σου ήταν το μοναδικό μου καταφύγιο, όποτε νόμιζα ότι κάτι σπουδαίο είμαι, όταν κόμπαζα για όσα νόμιζα ιδανικά και αμετάβλητα, όταν ήμουν σίγουρος ότι το μυαλό μου στεκόταν σε κορφές βουνών απροσπέλαστων για όσους δεν μπορούσαν να τις φτάσουν.
Πόσο λάθος έκανα τότε. Παραλίγο να πνιγώ σε μεγάλα λόγια και φωνές ενώ το μερτικό μου ήταν ελάχιστο, μα  ευτυχώς δικό μου.

Η επαφή με αυτές τις μικρές ζωγραφιές του προσώπου σου με γείωναν απότομα, με κοινωνούσαν στην απλότητα της ομορφιάς του κόσμου σου.
Χωρίς περιττά και ανούσια φτιασιδώματα, δίχως φανφάρες, τα χείλη σου, και μόνο που τα άγγιζα με τα δικά μου- ψέματα, λάθος κάνω, μόνο που τα κοιτούσα ήθελα να πω-, βυθιζόμουν σε απροσπέλαστη χαρά, τόσο άγρια εφηβική, που το στόμα μου πικραινόταν από τη στενοχώρια, αφού ήξερα καλά ότι δεν μπορούσα να τα αντικαταστήσω με τίποτα πιό όμορφο.
Μα κι όταν στη θλίψη βουτούσα, εκείνες τις μέρες που οι χτύποι του τηλεφώνου έμεναν μετέωροι και σαν όλα τα ανθρώπινα χέρια να έσκαβαν την προσμονή μου, ακόμα και τότε, τα χείλη σου σκεφτόμουν: ότι τα ξεκουράζω από το βάρος ανούσιων λέξεων, τυποποιημένων εκφράσεων, τόσο καθημερινών αρθρώσεων.


Παρατήρησέ με καλά όταν σε ξαναδώ, θα δεις αποτυπωμένες μέσα στα μάτια μου αυτές τις μικρές ζωγραφιές.