Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Κάποτε ο ήλιος

Κάποτε ο ήλιος ζήτησε από το φεγγάρι τον λόγο για το φώς που του προσφέρει, μιλούσε για τα ανεπίδοτα ανταλλάγματα που εκείνο του χρωστάει.

Κερδίζεις από το φως μου και κερδίζεις πολλά είπε ο ήλιος
Τα βράδυα, που οι ερωτευμένοι μιλάνε για τους έρωτές τους, που ζηλεύουν τυχαίες ματιές περαστικών, τα βράδυα που γδύνονται την καθημερινότητα και φορούν τα ρούχα της ηδονής, εγώ είμαι απών. Εσένα κοιτούν, το όνομά σου επικαλούνται, τα αστέρια σου χάνονται στα μάτια τους, εσύ ζεσταίνεις το θυμό και τη λογική τους.
Λοιπόν, θέλω τη δόξα μου, είναι δική μου, μού ανήκει.
Θέλω οι ερωτευμένοι να ψιθυρίζουν το όνομά μου, θέλω οι έρωτες, ο θυμός τους, τα υγρά τους χέρια να ακουμπούν το πρόσωπό μου και να πυρακτώνεται η καρδιά τους.

Το φεγγάρι σκοτείνιασε, τρεμόπαιζαν τα χείλη του και σε λίγο οι κρατήρες του άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα, που πάνω στις μικρές λίμνες που σχημάτιζαν καθρεφτιζόταν το λαμπερό πρόσωπο του ήλιου.

Βρήκε όμως τη δύναμη και είπε
'Ηλιε μου, σε ευχαριστώ για το φως σου και την υπομονή σου
Όμως πιά, το ξέρεις κι εσύ, πως αυτό το φως είναι δικό μου, και εκείνων που ερωτεύονται, μα κι εκείνων που κοιμούνται, ακόμα κι όσων τα μάτια είναι χορτασμένα από φώτα και αδιαφορούν στο πέρασμά μου.
Δεν σκέφτηκες ποτέ πόσο άσχημα νιώθω που ζω στο περιθώριό σου, γιατί, δεν γίνεται να μην το βλέπεις, η νύχτα είναι ο τόπος του έρωτα, μα και η πηγή του πόνου.
Πιό εύκολα σε αντικρίζουν όσοι στις φυλακές υπάρχουν, ενώ για εμένα αδιαφορούν ακόμα κι όταν προσπαθώ να τους φωνάξω ότι είμαι εδώ για αυτούς.
Δεν υπάρχει καμία λέξη που να περιγράφει την έλλειψη της λάμψης μου, όμως για ΄σένα με πολλές λέξεις παραπονιούνται οι άνθρωποι που δεν σε έχουν και- θα το ΄χεις ακούσει κι εσύ- λένε ότι οι ζωές του είναι “ανήλιαγες” και “σκοτεινές”.
Πάντα εσένα δοξάζουν.
Άσε με λοπόν να υπάρχω και να ζω.
Μη ζητάς ανταλλάγματα.
Είμαι ήδη πίσω σου, ποτέ μπροστά σου.
Άσε μου λοιπόν τους ερωτευμένους μα και τους παράνομους, γιατί μου αρέσει να ρίχνω το λιγοστό μου φως επάνω τους και να χαϊδεύω τα κεφάλια τους σαν στοργική μάνα.

"Ερωτευμένους και παράνομους;" είπε ο ήλιος, που όλη αυτή την ώρα κοιτούσε το φεγγάρι μέσα στα μάτια.

Ναι, απάντησε το φεγγάρι, ολους αυτούς που δεν συντονίζονται με το ρεύμα του κόσμου, εκείνους που αγαπούν το φως μα το ψάχνουν μέσα στο σκοτάδι, στα σοκάκια και στα μυστικά πανηγύρια.
Αυτοί είναι φεγγαρόλουστοι ήλιε, αυτούς ακολουθώ κάθε νύχτα και ξαγρυπνώ μαζί τους.


Δεν τους ξέρεις εσύ, δεν τους ξέρεις...

Δεν υπάρχουν σχόλια: