Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟΝ...


ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
Στο Δερβένι της Κορινθίας γεννήθηκε το 1888, ο Ιωάννης Β. Οικονομόπουλος, ο οποίος έγινε γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Ρώμος Φιλύρας. Την μόρφωσή του την πήρε κάτ' οίκον από τον ίδιον τον πατέρα του.


Σε ηλικία 14 χρόνων η οικογένειά του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο ποιητής άρχισε να εργάζεται σε αθηναϊκές εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Παράλληλα άρχισε να γράφει ποιήματα αλλά και μερικά πεζογραφήματα. Άρχισε ωστόσο να εκφράζει πολλές ψυχικές διακυμάνσεις, που συχνά χαρακτήριζαν άμεσα την ίδια την συμπεριφορά του. Αυτές οι ψυχικές του διαταραχές επηρέασαν τα γραφόμενά του και τον οδήγησαν όταν ήταν στο στρατό σε μία απόπειρα αυτοκτονίας. Ήδη από το 1920 άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα τρέλας, προερχόμενη από σεξουαλικό νόσημα. Με τον καιρό η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μία μέρα εμφανίστηκε στην οδό Σταδίου ως βασιλιάς Ρωμανός Β' . Ωστόσο στην περίοδο της ασθένειάς του, είχε πολύ ήρεμες εκδηλώσεις. Το 1927 μπήκε στο "Δρομοκαϊτειο". Εκεί συνέχισε να γράφει ποιήματα, εκ των οποίων πολλά χαρακτηρίζονται άρτια, για άλλα όμως εύκολα διαφαίνεται, ότι αποτελούν αποκυήματα της σκοτισμένης φαντασίας του. Πέθανε το 1942, στις 9 Σεπτεμβρίου, στο "Δρομοκαϊτειο" Θεραπευτήριο.


Ο Φιλύρας συνεργάστηκε στα περιοδικά "Ακρίτας", "Ηγησώ", "Οικογένεια", "Μπουκέτο", "Νουμάς", "Νέα Εστία", "Παναθήναια" κ.α. Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές.
Την συγκέντρωση των ποιημάτων του και την τακτοποίηση του συγγραφικού έργου του επιμελήθηκε ο ποιητής Τάσος Κόρφης με τη μελέτη του "Ρώμος Φιλύρας" που εξέδωσε το 1974.



Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη "Η ζωή μου εις το Δρομοκαϊτειον και άλλα αυτοβιογραφικά" ειδικότερα από το κεφάλαιο "Η ζωή μου εις το Δρομοκαϊτειον".
Αξίζει τον κόπο να τα διάβασετε, πραγματικά.
 
ΠΡΩΤΑΙ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
"Δρασκέλισα το κατώφλι του σαν νεκρός, όπως θα διασκέλιζα με ακέραιες τας αισθήσεις μου το κατώφλι του Άδη.
Οι νοσοκόμοι και οι γιατροί με τις λευκές καμιζόλες που κατέβαιναν στην εξώθυραν να με παραλάβουν και με εψαχούλευαν με το βλέμμα τους, ένα βλέμμα μέχρις οστέων εξεταστικό και διασκεδαστικό, που μου ξύλωνε ραφή προς ραφήν –κράκ, κράκ, κράκ– σαν το τρυπάνι του νεκροσκόπου, το πετσί και τα κόκκαλα και μου αναμόχλευε με τη λεπτή ερευνητική του αιχμή την καρδιά και την κόγχη του εγκεφάλου– μου έκαναν την εντύπωσιν– το θυμάμαι σαν να’ νε τώρα– λευκοπτέρυγων αγγέλων νεκροπομπών, που με εζύγιαζαν στην τρομερή φλωροζυγαριά της αδυσώπητης κρίσεως, σε ποιο τάχα κύκλο του καθαρτηρίου ή της κολάσεως θα έπρεπε να με κατατάξουν"

"Ωραίο είνε ότι εδώ μέσα μας φέρονται σαν να είμεθα γνωστικοί. Ξυπνάμε, τρώμε, κοιμούμαστε σύμφωνα με τον κανονισμό. Αυτοκράτορες, Θεοί, Βασιλιάδες, υποχρεωνόμαστε να σηκωθούμε την ώρα που ορίζει ο κύριος νοσοκόμος. Δεν ρωτάει αν θέλουμε και αν μπορούμε να διακόψουμε την υπερκόσμια αποστολή μας. Αν είνε έτσι, τι όφελος να ήμαστε τρελλοί; Και μείς σκλάβοι της ανθρωπίνης στενοκεφαλιάς;Ο διπλανός μου, λόγου χάριν, είνε ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Ταξιδεύει ο καϋμένος! Προτού πλαγιάσομε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παληόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεββάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση».
Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο. Επιτρέπεται, λοιπόν, ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπνάει και να ξαναφέρνει πίσω στο Δρομοκαϊτειο τον άνθρωπον που του δόθηκε με λίγα παληόχαρτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύη σαν το πουλί, να κάνη κάθε νύχτα και από ένα θείο ταξίδι; Θάλασσες, περιβόλια, εκκλησιές, μουσεία και τί δεν μας περιγράφει ξετυλίγοντας μεθοδικά το πακεταρισμένο του κρεββάτι. Όλη την ημέρα ύστερα γυρίζει σκυφτός, αμίλητος, ψάχνοντας για παληόχαρτα. Μια φόρά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα.
- Άσε με, για το Θεό, χάνω το τραίνο…
Είνε σύστημα, κούρα αυτή να παίρνουν τη μόνη ευτυχία που απομένει στον τρελλό; Τον γιατρεύουμε, μας λένε. Μπράβο! Και όταν γίνη καλά, θα ξανακάνη ποτέ του ταξίδι με ένα κομμάτι σπάγγο;Ζήτω η τρέλλα! Εγώ ο Ρώμος το φωνάζω. Αλλά δεν φτάνω δυστυχώς στο ύψος μερικών εδώ μέσα. Βλέπετε διατηρώ κάποια λογική και αυτό με μειώνει. Γι΄ αυτό υποφέρω, γι΄ αυτό όταν βλέπω το βράδυ πέρα εκεί σαν πέλαγος ευτυχίας τα ολόχρυσα φώτα της Αθήνας, ραγίζεται η καρδιά μου. Καταραμένη λογική που σ΄ άφησε κάπου μέσα μου ατόφυα ο ανηλεής σπειροχαίτης, πότε θα την πάρη και αυτήν τελειωτικά. Ναι. Θέλω να αποτρελλαθώ, να μη νοιώθω πιά τίποτα, τίποτα. Ζήτω η τρέλλα! Το πρωί που φωτάει ο Θεός την ημέρα λές ότι όλοι αυτοί οι θείοι, οι μεγάλοι –όχι σαν και μένα– αλλά οι υπέροχοι τρελλοί ανεβαίνουν στο θρόνο της κοσμοκρατορίας τους.
Έχουμε εδώ τον Θεό. Φοράει, σαν σηκωθή, το παντελόνι του, μία κίτρινη πουκαμίσα, δένει γύρω στο λαιμό του ένα κορδόνι– που είνε, λέει, μυστικό σύμβολο της παντοδυναμίας του– και… βροντάει μπρρρ, μπρρρ! τους κεραυνούς του. Του μιλάς και δεν σου δίνει απάντησι.
Σε κυττάει, κατάματα, ποιόν; Εμένα… Εμένα που τέλος πάντων δεν είμαι και ο παραμικρότερος εδώ μέσα. Κάτι είμαι και εγώ. Και όμως δεν μου δίνει απάντησιν. Μου γυρίζει τις πλάτες, με παρατάει στη μέση, και αφού τραβήξει μερικά βήματα, γυρίζει και μου τραντάζει… Μπρρ, κρα, κρα, μπουφ!... τον κεραυνόν του.
Ό,τι και να πω είνε τίποτα μπροστά στη μεγαλειώδη αυτή φράσι, τα ποιήματά μου δεν αξίζουν τίποτα, νοιώθω τον εαυτόν μου μηδαμινό εξουθενωμένο μπροστά του. Και εκείνο που πειράζει είνε η γενική αδιαφορία όλων εδώ μέσα."
" Την πρώτην μου νύχτα την επέρασα στον τελευταίο κύκλο της κολάσεως– στο διαμέρισμα των μανιακών. Μια νύχτα στο διαμέρισμα των μανιακών– τι ανεκδιήγητο και ανιστόρητο δράμα! (…) Χέρια αποσκελετωμένα πασπατεύουν μέσα στην αχλύ σαν να κυνηγούν μια φευγαλέα ακτίνα απατηλή, κορμιά βασανισμένα σπαράζουν επάνω στις κλίνες, άλλα ταράζονται από τους σπασμούς, αναπετιούνται ολόρθα σαν άλυωτοι νεκροί που αναπηδούνε ολόσωμοι απ΄ τους τάφους των, τα κόκκαλα τρίζουν ανατριχιαστικά, καθώς τα στριφογυρίζουν στα ατσαλένια τους δάκτυλα οι εφιάλτες κι οι τρόμοι…
Τα μάτια αναμμένα από τον πυρετό της αλλοφροσύνης σαν πύραυνα, διασταλμένα από την έντασι, την έξαψι και την αγωνία, ξεπετιούνται από τα βαθουλά κοιλώματα των κογχών και σπαθίζουν το σκότος με τρομώδεις αναλαμπές…
Κι άξαφνα τινάζονται. Σα σε πρόσταγμα. Όταν ο ένας αρχίση, αλλοίμονο!... ο θάλαμος όλος αναστατώνεται. "

" Η φουρτουνιασμένη θάλασσα, κλάματα, ικεσίες, ντελίρια, βλαστήμιες, καγχασμοί στα τρίσβαθα των τρελλών, αναταράζεται, τότες ξεσπάει κάπου σε μια γωνιά και ο ανθρώπινος πόνος, πόνος κρυφός που τον σκεπάζει η μανία. Κάποιος φωνάζει.
- Μάννα μου, βοήθεια, σώσε με…
Και η απεγνωσμένη γλυκειά ανθρώπινη φωνή του χάνεται μέσα στα ουρλιαχτά… Ο άνθρωπος που νομίζει ότι ταξιδεύει– ένας κοντός, πρώην καπετάνιος– σηκώνεται από το κρεββάτι του.
- Άη Νικόλα… ω… ω… πνιγόμαστε… όρτσα καλά, όρτσα καλά!

Ο θεός– τύπος μεγαλομανούς– εξωργισμένος εις το διαπασών, ξετινάζει αδιάκοπα τους κεραυνούς του.
- Μπρρ, κρα, κρα, μπουφ!
Και έξαφνα ένας άλλος τινάζεται ορμητικός, ασυγκράτητος και γρήγορα-γρήγορα, σαν να κατέχεται από ένα φοβερό εφιάλτη, ωρύεται.
- Προσοχή! Ένα λεφτό! Σ΄ ένα λεφτό ο κόσμος δεν υπάρχει πιά. Προσοχή. Το χάος, η συντέλεια, το πυρ το εξώτερο… γκρεμιζόμαστε!... Και πέφτει αφρίζοντας χάμω στο πάτωμα. "

" Αλλά τι το όφελος και για αυτούς; (εννοεί τους «λογικούς») Η ίδια ώρα χτυπά και για τρελλούς και για γνωστικούς στα ωρολόγια όλων των φρενοκομείων και όλων των αστεροσκοπίων του κόσμου… "
" Ο τρελλός δεν ξέρει, δεν ακούει, δεν βλέπει, παρά μόνο τον εαυτόν του, αντικατοπτρισμένο σε εφιαλτικά και τερατόσχημα φάσματα μές΄ στο μεγεθυντικό ραϊσμένο καθρέφτη της πυρακτωμένης από την νευρικήν υπερέντασιν φαντασίας του. Αγνοεί με απλότητα το «φαινόμενο» και είνε τελείως ξένος προς ό,τι γίνεται γύρω του. Η σφοδροτέρα εντύπωσις από τον έξω κόσμον μάταια κρούει τον διπλομανταλωμένον πυλώνα του ενδομύχου κόσμου του. "

" Ο μεγαλομανής περιφέρεται θριαμβευτικά και αγέρωχα, μέσα στα ράκη του που είνε για αυτόν οι πτυχές της φανταστικής καισαρικής του πορφύρας, ο έκφυλος, και την ώραν ακόμη που ματώνουν την σάρκα τα λουριά του ζουρλομανδύα, εντρυφά αμέριμνα και μακάρια στο όργιο των ηδονοχαρών οραμάτων του, ο ρητορομανής αγορεύει με στόμφον και αυταρέσκειαν αποτεινόμενος στο… κενόν, και οι τραγικοί παραισθητικοί δεν έχουν παρά να ανοιγοκλείσουν τα χέρια τους στον αέρα δια να περιπτυχθούν τας χιμαίρας των. Κάθε ψυχή ζη και κινείται και παραδέρνει αδιέξοδα μέσα στην περιοχήν του σκιώδους και σκοτεινού του κόσμου…"

" Τι κόσμος, Θεέ μου! Κόσμος δυστυχής και… απόκοσμος! Όταν ρωτάτε τους νοσοκόμους ποιος είνε ο τάδε ή ο δείνα παράφρων, σας απαντούν, χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το συναισθάνωνται. «Ήταν…». Ήταν– δεν είνε. Τώρα δεν είνε καθένας παρά ένας ήσκιος ανθρώπου, μια αχνή σκιαγραφία ανθρώπου, σχεδόν απροσδιόριστη. Πουθενά αλλού δεν αισθάνεται κανείς ζωηρότερα, τραγικώτερα, το συναίσθημα της ανθρωπίνης μηδαμινότητος "

ΓΕΥΜΑ ΟΡΑΜΑΤΩΝ
" Εδώ πέφτει η νύχτα, δονώντας μίαν αόριστην ελπίδα ότι τάχα θα ησυχάσουμε. Αλλοίμονο. "

" Εδώ αγαπούμε– αλλοίμονο– πιότερο τη ζωή. Γιατί την χάνουμε και την ξαναβρίσκουμε τυχαία, όταν περάση ο παροξυσμός, ή το ναρκωτικό που μας βαδίζει στον ζωντανό μας θάνατο. Το τριβέλι της ενέσεως, η πάλη των μικροβίων, οι οραματισμοί, ούτε χασίς ή όπιον να έπινα. "

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
" Ω θείοι, μοναδικοί μονόλογοι, ντελίρια, πόνοι, και καγχασμοί των ανευθύνων! Πόσο ευγενικώτεροι είσθε από τον αρμολογημένο διάλογο των λογικών. Η βουβή θλιβερή ματιά σας πόσο άδολη, ανυπόκριτη. "

" Γιατί, αλήθεια, τι μου γλυκοπικρογίνεστε εσείς που γνώρισα απ΄ έξω; Ήρθατε ποτέ κανείς σας να μου φέρετε την ζέστα της ματιάς σας, όπου τρεμοσβύνει το άγιο (!) φως του λογικού;Ωραίες ατθίδες, κοσμικές κυρίες, εσάς που ύμνησα στα ποιήματά μου και πάντοτε θυμόμουνα το ονοματάκι σας, όταν έπιανα να γράψω την κοσμική στήλη στην εφημερίδα, εθυμηθήκατε ποτέ σας το Ρώμο; "

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
" Πόσες φορές δεν τον ονειρεύονται στον ύπνο του και στον ξύπνο, τα πολυβασανισμένα νευρόσπαστα των ψυχώσεων, στα τραγικά φωτεινά τους διαλείμματα, πόσες φορές δεν ονειρεύονται να τους χαμογελά, σα μια θαμπή ελπίδα γλυκοχαραυγής, ανάμεσα από την αχλύ και τον ζόφο, που τους σκεπάζει τα ταραγμένα τους λογικά…
Και ξέρουν πώς το γλυκό τους όνειρο, η ελπίδα κι η γλυκαπαντοχή των βασανισμένων, αργά ή γρήγορα, θα στέρξη μια φορά. Είνε κι αυτό μια παρηγοριά, η μοναχή εδώ μέσα παρηγοριά μας… Όλοι κι αν μας ξεχάσουν, αυτός θα θυμηθή… "
" Εδώ οι κηδείες είνε σαν κρυφές και αγνοημένες από τον άλλο κόσμο. Τις ακολουθούν λίγοι ή ένα-δύο στενοί συγγενείς, και κάποτε και κανείς, όταν ο θάνατος είν΄ αιφνίδιος ή βαρέθηκαν να΄ ρθουν από την Αθήνα οι γνωστοί του… άδοξου νεκρού… Εδώ, ο θάνατος φανερώνεται σε όλο το φρικτό μεγαλείο του– σαν καγχασμός μαζύ και σαν θρήνος… Εδώ ακούμε την συνταρακτική ευφράδειαν των νεκρωσίμων ψαλμών, σαν πουλιά που τραγουδάνε στο πεύκο, και στην ψυχή μας την τέφρινη, την ελπίδα μιας ανεύρετης χαράς… «Ο πηλός μεμελάνωται· το σκεύος ερράγη· άρτι λύεται η πονηρά του βίου πανήγυρις…» Και η αυλαία πέφτει στην πρασινάδα και στην τέφρα μαζύ… Τι μένει;… Ούτε χαραμάδα. "

" Κλείστε σφιχτά τα μάτια σας, σφιχτά την ψυχήν σας στο διοπτροφόρο ερευνητικό βλέμμα που έρχεται κατ΄ επάνω σας. Είνε οι γιατροί. Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. Εγώ που ξαναθυμάμαι, εγώ που κρίνω ακόμη, ξέρω τι θα πη αυτό το καλά. Και βλέπω σαν εχθρικό τον λευκοφόρο όμιλο. Σκύβει απάνω στον συνεπαρμένο από τη θεϊκή έξαρσι, τη θρησκευτική μανία σ΄ αυτόν που οραματίζεται εδώ κάθε βράδυ μεσ΄ στο θάλαμο ολόσωμο χεροπιαστό το θεό του. Σκύβει επάνω του με το νυστέρι της αμείλικτης λογικής!
- Λάθος κάνεις, κανείς θεός δεν κατεβαίνει εδώ μέσα.
Τα μάτια του φτωχού καρφώνονται δεητικά στο πρόσωπο που προφέρει μια τόσο τρομερή αλήθεια και μανιασμένος αρπάζεται από την τρέλλαν του– τη δική του λογική.
- Ψέμματα, τον είδα σας λέω, ήρθε εδώ κοντά, κοντά μου… όλη νύχτα… κι αν δεν πιστεύετε, να, μου ΄δωκε και αυτό…
Ένα τόσο δα κομματάκι ύφασμα που μόλις συγκρατούν τα ολότρεμα από συγκίνησι χέρια του. Θριαμβευτική ή όψι του φωτίζεται από ένα ανέκφραστο ευτυχισμένο χαμόγελο, δε μπορεί να μην τον πιστέψουν!
Και όμως, ο επιστήμων που, ψυχρός, αμείλικτος, αγωνίζεται εν ονόματι της άλλης λογικής, δίνει την πρέπουσαν απάντησιν.
- Ένα παληοκούρελο…
Και ο θρησκομανής θριαμβευτικά:
- Κι αυτό το… γράμμα! το δικό του που φωσφορίζουν.
- Ένα παληόχαρτο!
Θέλουν να του πάρουν τον θεό του, που καλόβολος κατεβαίνει κάθε βράδυ. Το ιδανικό, που κανείς, κανείς από μας δεν αξιώθηκε ποτέ του να αντικρύση και αγωνίζεται απεγνωσμένα:- Ψέμματα, ψέμματα, φύγατε από ΄δω! "

" Ύστερα σκύβουν σε άλλον, στον «πλουσιώτερο άνθρωπο του κόσμου» (…)
- Τι! Δεν έχω λεφτά; Εγώ που σας πουλάω και σας αγοράζω όλους μαζύ… Λεφτά! Λεφτά! Να, πάρτε λίρες…
Και δως΄ του βροχή τα παληόχαρτα, που σαρώνει βιαστικά ο νοσοκόμος. "

" Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική. Από την λογική και από τη μνήμη που μου απόμεινε, να μην ξαναθυμάμαι τον άμετρο πόθο της ζωής, την ελεύθερη περιπλάνησι σε θείους τόπους. Να ελάτε κοντά σε μένα λευκοφόροι ψυχίατροι. Σκύφτε επάνω μου: γιατί εγώ θυμάμαι… Υπάρχει αλλοίμονο τραγικώτερη περίπτωσις σ΄ αυτό το θάλαμο, που κανείς άλλος δεν θυμάται πιά εκτός από εμένα! " 

ΤΟ "ΣΑΒΟΟΥΑΡ ΒΙΒΡ" ΤΩΝ ΤΡΕΛΛΩΝ
" Αι κινήσεις μου, αι χειρονομίες μου, αι απαντήσεις που δίνω, αι ερωτήσεις που κάνω, το φέρσιμό μου εν γένει εδώ μέσα, έχει κάτι από την αφελή και κατάπληκτη αδεξιότητα του άξεστου επαρχιώτη, που βρέθηκε άξαφνα σε μια μεγαλοπρεπή ομήγυρι ευγενών. Κάνω γκάφες τη μια επάνω στην άλλην. Βλέπω τα υπέροχα πρόσωπα και τα πράγματα του βασιλείου της τρέλλας, μέσα από το σμικρυντικό πρίσμα της αξιοθρήνητης αδυναμίας της λογικής, και γίνομαι περίγελως!... "

" Ο Θεός, ο τα πάντα επισκοπών, με βλέπει από το θρόνο του– ένα παληοτενεκέ του πετρελαίου– και μου κάνει νεύμα να πλησιάσω.
- Άκουσε να σου πω, μου λέει αγέρωχος και οργίλος…
Πρέπει να μάθης να φέρεσαι… Σου δίνω δυό μέρες καιρό.
- Τι πρέπει, αν επιτρέπει η παντοδυναμία σου, να κάμω σε δυό μέρες;
- Να μη μας περνάς για τρελλούς… "

" Την Αθήνα! Σε λίγο θα ανάψουν τα αμέτρητα που ξεχωρίζω σε ένα βράδυ μαρτυρικά ολόχρυσα φώτα. Σε λίγο εδώ θα πέφτει εφιαλτικό το σκοτάδι, εκεί θα ξεχύνεται σε κατάφυτους δρόμους, σε ολόδροσα περιβόλια η βραδυνή ξένοιαστη αθηναϊκή ζωή, σε λίγο, όταν εδώ αλλόφρονη θα ξεσπάη στ΄ αυτιά μου η μανία, εκεί ανάλαφρη αρμονική μουσική, θα ρυθμίζει απαλά χορευτικά ζευγάρια, σε λίγο, όταν εδώ πιο άσειστη κι από ταφόπετρα θα πέφτη η εντάφια οριστική μοναξιά μου εκεί θα σιγοκουβεντιάζουν αμέριμνοι, ευτυχισμένοι οι άνθρωποι που μια φορά κι ένα καιρό γνώρισε ο Ρώμος… "

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ  
" Και εγδυνόσουνα. Και άρχιζε γύρω ο χορός των επίπλων. Και ο καθρέπτης, εραστής της ντουλάπας χρόνια κολλημένος μαζύ της εμιλούσε στην ψιλόλιγνη σιφονιέρα, κι αυτή με το στόμα της, το επάνω συρτάρι της ανοικτό, έχασκε. Και η κουνουπιέρα κυματιστή έκανε υποκλίσεις στο σκαμνάκι της τουαλέτας και η τουαλέτα έφευγε, γλυστρούσε, εκρυβότανε, εγύριζε πίσω μεθυσμένη από την τζαζ των σακακιών. Θεοί!...
Μήπως δεν θα πεθάνουμε όλοι; Μήπως κι αυτό το κρεββάτι της ηδονής και της αγάπης δεν θα γίνη κάποτε πόνου κρεββάτι; Μήπως εδώ δεν θα αναστενάξη τον τελευταίο της στεναγμόν, κουρασμένη, ρυτιδωμένη, ανήμπορη, η γενεά των ανθρώπων; Ω! Ας σταματήση ο χορός των επίπλων. Ας γονατίσουν όλα στο πέρασμα του τελευταίου Ενός. Καθρέπτης, τουαλέτες, κρεββάτια, καθίσματα ας γονατίσουν. Περνά των επίπλων ο Βασιλεύς. Τα καρφιά του τα έχει καρφώσει ο Μωρεάς, ο Παλαμάς έκοψε εις το δάσος τα ξύλα του, ο μαρτυρικός Σοπέν έκλαψεν εις τον τελειωμό του, ο Μπίκλιν εζωγράφισε την απόκοσμη στέγη του.
Και εγδυνόσουν. Και εφορούσες εσύ αραχνοΰφαντο νυκτικό και εγώ απ΄ έξω τα σάβανά μου.
"


ΦΩΣ ΕΝ ΤΗ ΣΚΟΤΙΑ

" Όταν σε πρωτοείδα, μέσα στη λευκή καμιζόλα, ανάμεσα στις λευκές καμιζόλες των άλλων γιατρών, ένοιωσα κάποια υπέροχη χαρά να πλημμυρίζη τις φλέβες μου, και κάτι ασύγκριτο, σαν ένα βάλσαμο θαυματουργό, να κυκλοφορή μεσ΄ στο αίμα μου!... Έρχεται αργά… Με κύτταξες, όπως δεν κύτταξες κανέναν από τους τρελλούς που βούιζαν γύρω μου, σαν κύματα μιας μανιασμένης θάλασσας που δεν ησυχάζει ποτέ…
Ήταν ένας καιρός που ένοιωθα κι άλλα βλέμματα εκστατικά ή περίεργα, με συγκρατημένες ερωτικές εκδηλώσεις. Μα από τότε έχουν περάσει ώρες βαρειές– αμέτρητες ώρες, ζοφερές, γεμάτες ανείπωτη θλίψι, γεμάτες ανία και μόνωση. Και τώρα– ύστερα από τόσο καιρό– τώρα, που πασπατεύω κατάμονος μεσ΄ στο σκοτάδι της πλήξης, αναζητώντας μια χαραμάδα χαράς, ήρθε το θεϊκό σου βλέμμα να μ΄ αναστήση.Ήρθε σα μια σταγόνα βροχής σ΄ ένα διψασμένο, που καίγεται μήνες μέσα στον πυρετό και στον πόθο. Ήρθε το βλέμμα σου να μου θυμίση πώς ζω, πώς υπάρχω, πώς είμαι ο Ρώμος με την ερωτόθυμη διψασμένη καρδιά. Ήρθε να με χαϊδέψη, να με ζωογονήση, να με παρηγορήση για την άπειρη εγκατάλειψη… Ύστερα μίλησες. Ω θεία, ασύγκριτη μουσική αγγέλων με γλυκύτατες φόρμιγγες. Ω ανυπέρβλητη μελωδία, δροσερή σαν θρόισμα ανέμου μέσα στα φυλλώματα μιάς ευκαλύπτου… Μίλησες. Κι εγώ, εκστατικός, με τιθασευμένο το πνεύμα και αργόπαλμη την καρδιά, άκουγα…Ήταν τόσο γλυκειά η φωνή σου, που μ΄ έκανε να πονώ. Και ήταν ο πόνος γλυκύτατος, γεμάτος ουράνια ηδονή, και γεμάτος ρίγη… Όταν τελείωσε η επίσκεψις των γιατρών, έφυγες και συ μαζύ με τους σοβαρούς ανθρώπους με τις άσπρες καμιζόλες, που έρχονται να λικνίζουν τους τρικυμισμένους πόθους και να δώσουν την ασάλευτη ζωή της λογικής στους προνομιούχους της τρέλλας… Έφυγες, μα το άρωμά σου έμεινε για πολύ ακόμα να με συντροφέψη. Έμεινε σαν κάτι αιθέριο κι ασύλληπτο, σαν κάτι που το ζητούσε ο οργανισμός μου επίμονα από την ατμόσφαιρα. Έφυγες, μα η ματιά σου έμεινε στις φλέβες μου, η φωνή σου διάχυτη στον αέρα. "

2 σχόλια:

Riski είπε...

Είναι πράγματι πολύ ωραία τα κομμάτια που ανάρτησες. Σε κάποια σημεία τα λόγια του Φιλύρα είναι συγκλονιστικά. Ήταν έκπληξη για μένα.

kyaneonselas είπε...

Πολύ καλό το αφιέρωμα, ο Φιλύρας είναι καταπληκτικός!

Μερικές φορές, η ίδια η Τέχνη επιλέγει τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος αυτήν...