Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Αφιέρωμα Στον Άρη Αλεξάνδρου

Ένα μικρό αφιέρωμα στην ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου. Πληροφορίες για τη ζωή του και το έργο του μπορείτε να δείτε στη διεύθυνση http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CF%81%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85

Παρακάτω παρατίθενται αποσπάσματα ( [ ] ) αλλά και ολόκληρα ποιήματα από τις ποιητικές συλλογες του: 

- "Ακόμα Τούτη Η Άνοιξη"
- "Άγονος Γραμμή"
- "Ευθύτης Οδών"

Από τη Συλλογή "Ακόμα Τούτη Η Άνοιξη"

"Οι Αποστάτες Της Θάλασσας"

[Είναι τώρα τ' αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυό φώτα βραδινά
που ξεστρατούν απ' το γρι-γρι του γαλαξία.] 

[Βάλε τωρα ένα τραπέζι στα ρηχά 
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.] 

[Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσίς στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.] 

[Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ' αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ΄αυτί τους
τσαλαβουτούν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλλασα ονειρεύεται πως ήρθαν δυό τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.] 

"Του Ήλιου"

[Δεν είν΄αυγή, δεν είν' γιορτή, μήδε του λόγγου Πάσχα
μόν΄ είναι λίγη θάλασσα σε διάφανο ποτήρι
να λάμψουνε τα μάτια τους και να καεί η καρδιά τους
σα σταυραϊτός που χύμηξε στην πυρκαϊά της δύσης.]

"Σήμερα"

[Είναι κιόλας δυό μέρες που δεν πρόσθεσες λέξη στο ημερολόγιο της συγνεφιάς
είναι δυό μέρες που φύσηξε ζεστός ένας κατακόκκινος άνεμος απ' τη μεριά της θάλασσας
φύσηξε και βάφτηκε από το γέλιο των αδερφών μας
φύσηξε πάνω απ' τις χώρες της λευτεριάς.]

[Κ' έτσι αλαφροί
με τη βουή του καλόκαρδου ανέμου στα στήθια
με το βλέμμα να ταξιδεύει πάνω από θάλασσες και σύνορα
προχωρούμε μ' ολόρθη την καρδιά μας
εμείς οι σκληροί κι ατσαλένιοι
και λέμε πάλι
πώς δεν μπορεί
δε γίνεται-
η νίκη θα είναι δική μας.]

Από τη Συλλογή "Άγονος Γραμμή"

"Παράθυρο"

[Περιμένουμε κάποιον
να μάς μάθει πώς σφυράνε οι καλαμιές στα δάχτυλα του ανέμου
πώς γίνεται ξανά η μέρα μέρα και το αστέρι αστέρι.

Περιμένουμε το φώς να μπεί από το παράθυρο
ίδιο φιλί γυναίκας μέσα απ΄το σκισμένο πουκάμισο.]

"Ολόκληρη Νύχτα"

[Σαββατόβραδο κ' οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.]

[Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
ύστερα μάς έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.]

"Ανεπίδοτα Γράμματα"

1
[Επιταγές και δέματα
τα κανονίζεις όπως όπως.
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
μα ποιός θα πάρει τη μισή μου ξενητειά
ποιός θα δεχτεί να πάρει
τριάντα τα εκατό απ' τη μισή μου ξενητειά.

Πλάι στη θάλλασα μαζί σου
είχα μπορέσει να πετάξω
δυό βότσαλα στην άκρη του γιαλού
και μάς πιτσίλισαν λιακάδα.]

4
[Αχ να' ταν νύχτα καλοκαίρι μεσούρανα του Αυγούστου
ξεκούμπωτο πουκάμισο
στήθος σπαρμένο με άστρα.]

5
[Ο Πέτρος που κοιμόταν στο τσιμέντο
δίχως φόδρα στο σακάκι
κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
γιατί τον είχαν για πρόδότη.]

[Τότε θα' πρεπε να 'ταν  που μάς έπιασε βροχή.
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
στο τζάμι της βιτρίνας.
Κάτι ψιχάλες πέσαν στα μαλλιά σου και το σβήσανε.] 

10
Στα σπίτια των φτωχών
μαζεύουνε νερό σταλιά τη στάλα
για να μη γράψουν τα ρολόγια.
Αν είταν να μη γράφονταν ο χρόνος
την τελευταία μέρα που είμασταν μαζί
θα τον άφηνα να στάζει
σαν το αίμα
απ΄την κομμένη φλέβα του χεριού μου.

11
[Έκανε το γράμμα της χωνάκι
ρίχνει μέσα τη στάχτη
μη λερωθεί ο θάλαμος
ρίχνει τη σιωπή.]

13
Σύντροφε, κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;

14
[έρχεται πάντοτε μια ώρα
που είσαι έτοιμος να μείνεις
με γυρισμένη
τα μέσα όξω
την κάθε σου ελπίδα
γιατί απ' άλλον
όχι
δεν καταδέχτηκες ποτέ σου να ζητήσεις.

15
[Είχα σταθεί στην άκρη του γιαλού
κ' ήρθε και με ράντισε το κύμα
φορτωμένο φως κι αφρό
από το αγνάντεμά σου.] 

"Αλεξανδροστόϊ"

[Δεν ξέρω τα καινούρια σου γραφτά
μα δεν πιστεύω να ασχολείσαι με συγκεντρώσεις σωματείων
εσύ που δεν αντέχεις την ασφυξία των πολλών
εσύ που προτιμούσες τα χωράφια
να ξαπλωθείς ανάσκελα
να πέσει η νύχτα στο πλευρό σου
να καλπάζουν κάπου πέρα
απετάλωτα
τα άλογα στο χόρτο.

Ποτέ δε γύρεψα κ' εγώ
πολλά πουκάμισα.
Και το ένα ακόμα
μεταξύ μας
θα το δεχόμουν λιγδιασμένο.]   

[Από διαλεχτική
το μάθαμε καλά.
Όλα είναι περιβάλλον.
Γι' αυτό κ' εγώ
τριγυρισμένος θάλασσα
είμαι ρευστός
σαν ριζιμιό λιθάρι.]

"Παράνομο σημείωμα"

[Έχουμε στο μηνίγγι μια ραγισματιά
κ' η ματιά μας προχωράει
από πουλί σε φύλλο σαπισμένο
σαν τεθλασμένη πυρετού:
Κανονικώς εκτελεσθέντες τρεις πεντακόσιοι τέσσερις
ξεσπιτωμένοι τόσοι
χωρίς μαχαιροπίρουνα
τόσοι με κατασχεμένα τα κορδόνια
τα ξουραφάκια
με κατασχεμένο το όνομά τους.]

[Η ώρα δε μάς παίρνει.
Στήνουμε αυτί να ακούσουμε τα νέα
και μάς τα αρπάζουνε βαριά τραυματισμένα σε πρόχειρα φορεία.
Κάνουμε να μετρήσουμε τα αστέρια
και πέφτουν στα λιθόστρωτα σαν ανάποδες πινέζες.]

[Ανασηκώνω τα πηγούνια των ανθρώπων
για να αντιγράψω βιαστικά
το φως που απόμεινε στις κόχες των ματιών τους
και κρύβω το σημείωμα
στην καρδιά κατάσαρκα
για να δουν στη νεκροψία
πόσο λίγο ζήσαμε]. 

"Ο Δεκαπέντε"

[Είχαμε μια σκηνή κ΄είμασταν δεκατέσσερις.
Στρυμώξαμε τα ράντζα κολλητά.
Δεν είταν άλλος τρόπος.
Είμασταν χιλιάδες κ' είχαμε μια ζωή.
Στρυμώξαμε τα τέρμινα εξορίας κολλητά.
Δεν είταν άλλος τρόπος.]

[Λούζονται και χτενίζονται
κι αφήνουν τα πουκάμισα ανοιχτά
για να φυτέψουνε τα βόλια
τα κόκκινα γαρύφαλα.
Πότε το λέγαμε αλήθεια;

Σα βγήκα να τινάξω τις κουβέρτες
δεν είδα σκόνη στο σκοτάδι.
Φαίνεται πως χτίσανε
όλα τα παράθυρα
όλες τις χαραμάδες.]

[Τα χωροφυλακίστικα χαστούκια
αφήνουν στο πηγούνι κάτι σαν ψαρόκολλα.
Σα να σου φαίνεται πως θέλεις πάλι ξύρισμα
και δε βρίσκεις τον καθρέφτη.]

[Σού δίνουμε τον όρκο μας
να σε θυμόμαστε τις ώρες που νυχτώνει
σου δίνουμε το λόγο μας
να σηκώνουμε τα πέτα του παλτού
κάθε που θα λέμε
συνωμοτικά:
Σα να 'χει ψύχρα απόψε.]  

"Η Στενογραφία Της Νεκρής Ζώνης"

1
Όλη η Μακρόνησος κοιμάται.
Έχουμε μείνει
κατεβασμένοι απ' τις στοίβες του "Ριζοσπάστη" της οκάς
και μιλάμε σαν τους νικημένους
κ' επιδένουμε μονάχοι τις πληγές
για να σουρθούμε ως το χειρουργείο.

2
[Με κάθε τρόπο 
κοίτα να κρατήσεις όλα σου τα χέρια.
Ας τσούζει το ιώδιο κ' η γύμνια.
Με τις πληγές ολάνοιχτες
στα ακροδάχτυλά σου
ζούπηξέ τα 
στη σήμανση του κόσμου.]

"Κλειστό Τετράγωνο"

[Σε όλες τις γωνίες
μάς ζητάν το πρόσωπό μας.
Το μόνο που μάς έμεινε
είν' ένα τζάμι σπασμένο
με τέσσερις λουρίδες μαχητικής αρθρογραφίας.]

"Ποιητική"

2
Η κάθε μου λέξη 
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα 
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ' την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ' το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

"Ίσως Με Λίγον Ήλιο"

[Ναι, μ' όλο το κρύο, βολεύεται κανείς.
Μα τώρα τελευταία ήρθαν μεγάλες εταιρείες και βάλαν συρματό-
πλεγμα γύρω στο ποτάμι...]

[Το φως άρχισε κ' έμπαινε θαμπό
γεμάτο θάλασσα
κι απ' το πολύ πές-πές τα λόγια μας φουσκώσανε μ' όλους τους ανέμους
και γίνανε μπαλόνια παιδικά
ώσπου σπάσαν μόλις τ' άγγιξε ένα νύχι πιό σκληρό.]

[Όλα αυτα για τότε που με το καλό θα ξανανοίξουν οι συγκοινωνίες
και το ποτάμι θα μπορέσει να κυλήσει δίχως συρματοπλέγματα
που θα κλείνουν γύρω γύρω
και το σκοτάδι στάζει μες στη φυλακή μας
αργά, πολύ αργά
όσο δύσκολα ξεχνιέται το χρυσαφί τετράγωνο στις πλάκες
χαρακωμένο με τα πέντε σφιχτοδεμένα κάγκελα.

Προς το παρόν σβήνουμε τις λάμπες και περπατάμε πέρα-δώθε
γρατσουνώντας με τα νύχια των ποδιών μας το σκοτάδι
δυόμισι βήματα πέρα- ως το παράθυρο
ενάμιση βήμα πιό δώθες- ως τον άρρωστο συγκρατούμενο
ολονυχτίς στον κύκλο- γύρω στο θάνατο.]

[... και τ' απόγευμα φρεσκάριζε ο καιρός και τραβούσε τα κορίτσια
απ' τις πλεξούδες
κι από το πρόσωπό τους, ναι, έλειπε κάτι
λείπαν τα δυόμισι λεφτά που το χαρακώνουν
με το καφασωτό στο επισκεπτήριο.]

[... γιατί να απορείς που βιαζόμαστε και δεν προσέχουμε πια πώς μιλάμε
μέσα σε αυτό το κελί που χωράει δυόμισι μέρες μονάχα
κι αύριο δε θα φτάνει να τεντώσεις τα πόδια
να κοιμηθείς έστω μια νύχτα πριν την αξέγραφτη αυγή.]

"Επιστροφή"

[... κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.]

"Άννα"

5
Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
μια υπόγεια σήραγγα.
Με ένα σουγιά με ένα πιρούνι με τα νύχια
σκάβαμε τις πέτρες
ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα.
Κι όμως μάς είτανε ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου είτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο πόντο
να σε φτάσω.

7
Ήθελε να ζήσει
όσο θέλουμε κ' εμείς
κι όμως τον σκοτώσανε.
Είχε ένα χαμόγελο
σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνία
και βλέπω φως
στο παράθυρό σου
κι όμως τον σκοτώσανε.
Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε
όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου
κι όμως τον σκοτώσανε.

Από τη Συλλογή "Ευθύτης Οδών"

"Εισήγηση"

[Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ' οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτυπήσαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Αθήνας οι γεωπόνοι
σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ' τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι' άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημα του στενεύει μες στα όρια
μιάς αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στέρεο και σκέφτεται
"Τούτο δώ ίσως να 'ναι εκείνο που γυρεύω"
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
"Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω
απ' την πόρτα μου"
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
"Ναι, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρός
τ' ονομάζω
σφυρί".
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Το κόμμα οι οργανώσεις κυρίως η αγκιτπρόπ
έχουν καθήκον να]

"Συμβουλές Σε Ανυπότακτο"

[Στη φυλακή να μη μετράς τις μέρες.
Καθώς θα βλέπεις να στενεύει λίγο λίγο το προαύλιο
το καλύτερο απ' όλα είναι να μικρύνεις και τα δικά σου βήματα.
Είναι προτιμότερο να μη δίνεις και μεγάλη σημασία στις ειδήσεις.
Οι παρασημοφορίες οι μεταστάσεις βουλευτών οι εκλογές
επιδρούνε ίσως στη ροή του χρόνου
όσο το θαλασσόβρεχτο βραδινό αγέρι
στις λυχνίες των ανθρακωρύχων.
Αν πάλι δεν μπορείς να ζήσεις δίχως την ελπίδα
στήριξε τ' όνειρό σου στους σεισμούς.
Αυτοί-όλα συμβαίνουν-μπορούν να σου χαρίσουν
τ' όμορφο ταξίδι
μιας μεταγωγής.]

"Με Τι Μάτια Τώρα Πια"

[Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δε λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κ' είταν λίγο το ψωμί έλειπα κ' εγώ στην εξορία
είτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιός ο λόγος ν' απελπιστείς προτού να κλείσεις τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να 'σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια...]

Παρατίθεται ολόκληρο
"Χωροχρονικό Συνεχές"

Αν σάς έλεγα το χρώμα τ' ουρανού
το πόσο είναι πιά μεγάλος πόσο πιά γαλάζιος απ΄το προαύλιο μας
αν σάς είχα καθορίσει τη φορά των κινητών συγκρατουμένων και
την ταχύτητά τους
απο βορρά προς νότον κι από νότο προς βορράν
από ανάμνηση σε γέλιο κι από γέλιο που διώχνει την ανάμνηση
αν σάς υπολόγιζα το βάρος που σηκώνουνε στους ώμους
βάρος που ισούται με το άθροισμα των όρων γεωμετρικής προόδου
με πρώτον όρο μια μέρα φυλακής
με λόγο τις ελπίδες που βουλιάζουν αύτανδρες μόλις ακουστούν
τ' ανακοινωθέντα
με λόγο την αναμονή του καταλόγου των εκτελεσθησομένων
επί πέντε επί δέκα χρόνια
θα είτανε τα νούμερα ψυχρά
τριδιάστατα σαν πέτρες.
Πρέπει ακόμα να προσθέσω πως τούτη τη στιγμή
γίνεται παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία
με φορά από τις δέκα και μισή προς τις δώδεκα και δύο
ώρα που μάς κλείνουν στους θαλάμους. 

"Δάκρυ Χαράς"

[... έτσι αργά κρυφά και ανεπαίσθητα
κάτι θα πρέπει μέρες τώρα μήνες ίσως χρόνια
ν' αργοκυλούσε μες στις κουρασμένες στις σκουριασμένες φλέβες μου
κάποιο αιμοσφαίριο που' φτασε ξάφνου ως τα μάτια και κύλησε σαν δάκρυ
δάκρυ χαράς που χύνει ο ισοβίτης
όταν μαθαίνει πως κατέβηκε
με χάρη
στα εικοσιπέντε.]

Παρατίθεται Ολόκληρο
"Φρόντισε"

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να 'ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί του χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Παρατίθεται Ολόκληρο
"Τεκμήριο"

Μια μέρα τούτο το βιβλίο
θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου
δίπλα σε σκουριασμένες σιδεροσωλήνες οδηγούς ρητορικής
σε χάρτες επιτελικούς κομμάτια ασβέστη από σπασμένα
αγάλματα.
Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο δίπλα στα τεκμήρια
σαν νεκροκεφαλή
της δεκαετίας μου
που σεις δολοφονήσατε
εσείς
πολεμοκάπηλοι
εσείς
ψευτοκομμουνιστές. 

Παρατίθεται Ολόκληρο
"Είμαστε Υπεύθυνοι"

Για να χτίσουν μια καλύβα
παίρνουν κοκκινόχωμα νερό ζυμώνουνε τη λάσπη με τα πόδια
ρίχνοντας άχυρο τριμμένο για να δέσουν τα πλιθιά όταν
τ' αραδιάσουνε στον ήλιο.
Εμείς το μόνο που 'χαμε είταν στάχτη αίμα και σκουριασμένο
συρματόπλεγμα.
Χρόνια και χρόνια τώρα πασχίζω να στεριώσω το μικρό πλιθί
μου μ' αυτά τα υλικά
χρόνια πασχίζουμε να χτίσουμε τον κόσμο
να τον μεταμορφώσουμε
ζυμώνουμε τη λάσπη και συνεχώς διαλύεται
απ' τις προλήψεις τις βροχές τις προδοσίες.
Είμαστε υπεύθυνοι για τα υλικά
για τις λιποψυχίες μας
είμαστε υπεύθυνοι για την επιμονή μας
να ζυμώνουμε ακόμα με τα γυμνά μας πόδια
τη στάχτη και το αίμα.

Παρατίθεται Ολόκληρο
"Γύμνασμα"

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ' η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.

"Συνομιλώ Άρα Υπάρχω"

[Η ύπαρξη ποιητών
πιστοποιεί πως πορευόμαστε ακόμα
όπως το πρώτο κερί
πιστοποίησε το σκοτάδι.
Προορισμός της ποίησης είναι να επισπεύσει
την τελική κατάργηση της τάξης των ποιητών
να συντελέσει στην τελειοποίηση της γλώσσας
τόσο που οι λέξεις άνθρωπος και ειρήνη
ν' αποτελούν συνωνυμία.]

[Πρός το παρόν πασχίζω να μιλήσω
κοιτάζοντας κατάματα και κείνους που μου γύρισαν την πλάτη.

Που λές, τα νέα μας εδώ είναι λιγάκι μπερδεμένα.
Θα γραφτούν κανούριες ιστορίες.
Ίσως και μια "Περί παραχαράξεων της αλήθειας".
Δε βαριέσαι.
Ένα λήμμα παραπάνω στη βιβλιογραφία.
Θα 'πρεπε αλήθεια να περνούσες κρίση υπεροπτιμισμού
όταν έλεγες πώς πάντα θα βρίσκονται σπουδάστριες
που θα διαβάζουν στίχους σου για να τις παίρνει ο ύπνος.
Μια τέτοια εκλογή
μια τέτοια χρήση στίχων είναι επιτέλους καθαρά προσωπική.]

[Κάθε κεφάλι στρογγυλό τούς είναι απαράδεκτο
σαν κοτρώνα μέσα στο χυλό τους.
Φτάνει μονάχα να τους πεις: "Τα συρματοπλέγματα αγκυλώνουν"
για να σου κοτσάρουνε αμέσως χρυσοποίκιλτα γαλόνια
με σταυρούς αγκυλωτούς.
Όσο για τους αντίθετους
μόλις σ' ακούσουνε να λες για κόκκινα γαρύφαλα
σε βλέπουν να κρατάς όλα τα σφυροδρέπανα του κόσμου.
Κι αυτοί και κείνοι
μάς πολτοποιήσανε
μάς έχουν κάνει-το λαό-
μιά μάζα ευκολομάσητη
γλοιώδη
σαν μπάμιες καζανιού.]

[Μετά την ολομέλεια
σκοντάφτω συνεχώς σε πεσμένες μαριονέττες.
Σπάσανε βλέπεις οι κλωστές που κρατούσε κείνος ο "φαντάρος της 
ελευθερίας".]

[Σαν να φοβάμαι μόνο πως όλο το ημίωρο το ξοδεύουνε από σκέψη
πως αργεί
η νέα διαταγή που θα ορίζει
τί συγκεκριμένα θα πρέπει να σκεφτούν.]

[Πάντως το σύστημα μάς λένε δεν ευθύνεται καθόλου.
Δεν υπήρχε σκάλα για ν' ανέβει ο Στάλιν.
Είτανε ανέκαθεν πάνω κει ψηλά
κ' εκ των υστέρων άρχισε να στοιβάζει πτώματα
σε σχήμα κλίμακος ναού.]

[Σ' όλα σου τα εκατό τα κομμουνιστικά
τα κομματικά βιβλία
τ' όνομα του Στάλιν αναφέρεται σπανίως.
Θα σε καλούσανε και σένα για μια μικρή ανάκριση:
"Μαγιακόβσκη, το ξέρετε πως είστε αρχιτέκτων της ανθρώπινης
ψυχής;
Όπως ένας οικοδόμος κάνει σαμποτάζ
ρίχνοντας χαλίκι στη θέση του τσιμέντου
έτσι και σείς νοθέψατε το εποικοδόμημα
στερώντας το απ' το πρέπον ποσοστό της σταλινίνης".] 

[Πάντα απροσπάρμοστος
ανεδαφικός
δεν είχες καταλάβει πως η μόνη μουσική που συντελούσε στο
γενικό καλό
είταν ο χτύπος των σφυριών
των βαποριών τα φλάουτα
κ' οι παλμικές δονήσεις των συρμάτων
την ώρα που περνούν οι διαταγές
για τις εκτελέσεις.]

[Έλα λοιπόν, εσύ ο πιό γεροδεμένος
φορτώσου τον βαρύγδουπο τον μεγάλο Στάλιν
και ρίχ' τον στη φωτιά.
Έλα, κουνήσου, δεν το βλέπεις πως κουβαλάω κιόλας τον Ιλίτς;
Όσο οι φλόγες θα φουντώνουν και θα σκορπίζονται οι στάχτες
εμείς θα διαρρυθμίσουμε τούτον τον νεκρότοπο σε βιβλιοθήκη.]

[Είναι η πορεία μας ελικοειδής κι ανοδική
περίπου τέτοια υποθέτω:
Θέση: Αστική δημοκρατία.
Αντίθεση: Δικτατορία του ενός.
Σύνθεση: Δημοκρατία του συνόλου.]

[Όσο θ' αγωνιζόμαστε για ένα μέλλον πιό λαμπρό
και σε τούτο το κελί
και στο προαύλιο το μέγα του πλανήτη
και πέρα κει στους δρόμους των φεγγοβόλων άστρων
πάντα θα ληστευόμαστε.
Ποτέ δε θα μάς μείνει λίγη ώρα
ν' αφεθούμε ήρεμοι κι αυτάρκεις
να μάς ταξιδέψει
φυσιολογικά
η ροή του χρόνου.
Θα υπερπηδούμε συνεχώς
θα υπερακοντίζουμε
ποτέ δε θα 'μαστε εδώ- ποτέ μέσα στο σπίτι μας.]

Παρατίθεται Ολόκληρο
"Το Μαχαίρι"

Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ' οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Παρατίθεται Ολόκληρο
"Η Αναμμένη Λάμπα"

Εσείς που υπακούτε σε κυβερνήσεις και ΠΓ
σαν τους νεοσύλλεκτους στο σιωπητήριο
θ' αναγνωρίσετε μια μέρα πως η ποσότητα της πίκρας
έτσι που νότιζε για χρόνια τους τοίχους του κελιού
είταν αναπόφευκτο να φτάσει στην ποιοτική μεταβολή της
και ν' ακουστεί
σαν ουρλιαχτό
σαν εκπυρσοκρότηση.
Εσείς που άλλα λέγατε στους φίλους σας κι άλλα στην καθοδήγηση
θ' αναγνωρίσετε μια μέρα πως εγώ
είμουνα μονάχα παραλήπτης
των όσων μου 'στελναν γραμμένα με λεμόνι
οι φυλακισμένοι
και των δυό ημισφαιρίων.
Αν μου πρέπει τιμή
είναι που είχα πάντοτε τη λάμπα αναμμένη μέσα στην κάμαρά μου
κ' έκανα την εμφάνιση των μυστικών τους μηνυμάτων
κρατώντας τις λογοκριμένες τους γραφές πάνω από τη φλόγα.

"Λάχεσης Δούλος"

[Όταν αρχίσεις να διακρίνεις
νιώθεις κιόλας πως κρατάς ένα μικρό λυχνάρι.
Γυμνάζεις τότε τη ματιά σου ν' ακολουθεί το φως πάνω στην
ευθεία του γραμμή
τη δίχως παρεκκλίσεις
γυμνάζεις όλο το κορμί σου να κολυμπάει μέσα στο ρούν της
ιστορίας.] 

" Η Πρώτη Πέτρα" 

[Εδώ που έχω καταφύγει
σωριάζονται μιά μιά οι εποχές
βαριές σαν πέτρες.
Ορθός στη μέση της ζωής
δε ζυγιάζω τίποτα.
Ξέρξης κι Αθήνα δεν υπάρχουν.
Είμαι προδότης για τη Σπάρτη για τους είλωτες σπαρτιάτης.
Με το σπαθί χαράζω
στα στεγνωμένα χείλη
το χαμόγελό μου.]

Παρατίθεται Ολόκληρο
"Παρέλξις"

Οι αστρονόμοι δέχονται ομάδες φοιτητών
μέλη της χαν και μαρξιστές
τούς εξηγούνε χοντρικώς τις εγκαταστάσεις
τούς αφήνουνε να δουν τον πλανήτη Ποσειδώνα.
Δεν είναι τρόπος ν' αποφύγεις τέτοιες επισκέψεις.
Θέλεις δε θέλεις
θα τους δεις να χασμουριούνται πίσω απ' την παλάμη
να στέκουν αντιμέτωποι σ' ένα ελατήριο
σαν να βρίσκονται μπροστά σ' έναν σκορπιό
ν' αναφωνούνε-δήθεν-καταγοητευμένοι.
Εσύ να μην αγανακτήσεις να μην κολακευτείς.
Ξεπροβόδισε τους όλους με αστρικήν ευγένεια
κ' ύστερα βυθίσου στις χτεσινές σου σημειώσεις.
Μόνο ένας συνεργάτης θα 'τανε σε θέση να υπολογίσει
τη φορά τον όγκο την ταχύτητα
της δικής σου έγνοιας που τριγυρίζει ολημερίς μες στο μυαλό σου
τόσο που οι στίχοι χαράζονται σ' ανώμαλες ελλειπτικές τροχιές
γιατί πάντα κάπου πέρα
αόρατος
τεράστιος και υπαρκτός
πορεύεται ανώνυμος ο πόνος των ανθρώπων.

"Θα Επιμένεις"

[Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θα 'χουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν' αποχτήσεις ένα δικό σου χώρο.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: