Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Ο Χρόνος μας

Μη σταματάς να με σημαδεύεις
με εκείνα τα όπλα του μένους
τα πόδια μου τρέχουν στην ανηφόρα του βουνού
χωρίς να σκέπτομαι.

Πέτρες, βράχια και λίγο οξυγόνο
στείλε ένα σημάδι ύπαρξης
μια ανάσα του κόσμου σου
εκείνου που κατέστρεψα
φεύγοντας με μια αναπνοή καπνού
μάτια στον ορίζοντα
και ουρές ζώων, κομμένες.
Αυτά βλέπω.

Εσύ πού βρίσκεσαι;
πώς χάθηκες στους κάμπους;

Σε έβαλαν να διαλέξεις, το ξέρω.
Είχα ακούσει τις εντολές τους.
Τους ξέρω καλά.
Ανάμεσα στα δύο ή μήπως περισσότερα;
Τί διάλεξες;
Το παίξατε στα ζάρια;

Μα εσύ διάλεξες και ομόρφυνες το νου σου.
Και πως ήταν αυτή η επιλογή;
Τί σκέφτηκες;
Τί προσμονούσες;
Τί ένιωσες από τότε;

Οι άνεμοι σε πήραν
σε έφεραν στο παραθύρι μου
εκεί που ένιωθα το θάμπος
και τη ζέστη
και την υγρασία του κορμιού σου.

Και πάντα η ερώτηση:
"Τί ένιωσες; Πώς; Γιατί; Πότε;"

Κι έτρεχε ο χρόνος
καθώς στο πλυντήριο φαινόταν το ρολόι
κι εμείς απέξω
παρακολουθώντας τον κάδο να αναλώνεται.
Καθαρά πράγματα, παστρικά.

Ήταν καθαρά όσα σκέφτηκες;

Και τότε φάνηκε η τελευταία επιλογή
αυτή του χαμού.
Μακριά, και μόνο γράμματα εικονοποιημένα.

Και σαν στάθηκες επάνω στο δρόμο
τον λίβα του καλοκαιριού ένιωσες
τα ύστερα του υλικού κόσμου
τον πύργο της Βαβέλ με τα ποτάμια του
και τις πολλές τις γλώσσες
σαν ένιωσα το υγρό σου φιλί
ξεθύμανε μέσα μου η άνοιξη.

Εσύ ακίνητη.
Εσύ Αναποφάσιστη.
Εσύ Ευαίσθητη.
Εσύ Σκληρή.

Έφυγα και "Εις υγείαν" ευχήθηκα
ή μήπως σε καταράστηκα;

'Έλα, μη σκέφτεσαι τίποτα
δεν μπορείς έτσι κι αλλιώς:
Σκέφτεσαι σε αυτόν τον κόσμο
κι ο κόσμος αυτός δεν σε έχει στο μυαλό του.
Μόνο φωτογραφίες σού στέλνει
ασπρόμαυρες, αλλοιωμένες
κι εσύ του απαντάς.

Δές με στο ακρωτήρι του 
νιώσε
σκύψε
δώσε τη θάλασσα 
και μείνε αλώβητη στο άρωμα των κυμάτων.

Μόνο έτσι προπορεύεται ο χρόνος μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: