Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Γυμνός

Εσύ πατούσες στις λάσπες
εγώ άκουγα την ανάσα σου κοντά
να συντροφεύει τους ουρανούς μου
τους άπειρους ουρανούς του δέους
και του ήλιου τις ακτίνες να μετρώ μία μία.

Απόγευμα πιά
ήλιος σβηστός
διακοπτόμενο το φως του κόσμου
με έναν αναπτήρα ξεχνιέμαι
σαν το φεγγάρι, τον φωτοδύτη. 

Και το βράδυ της επιτηδευμένης συντροφικότητας
σκάει το χτύπημα της μοναξιάς
κι έτσι, άξαφνα
ξανακλείνεσαι στη ζεστασιά της μήτρας
χωρίς "μαμά μου, σε αγαπάω"
χωρίς νυχτικιές που μυρίζουν πόνο και τσιγάρο
χωρίς εφιάλτες και απορροφητήρες ονείρων.

Κοιμάσαι πάλι
κι εγώ την ανάσα σου κρυφακούω
πίσω από τις πόρτες.

Δεν τολμώ να σε πλησιάσω
το κεφάλι σου γυρίζει
και συναντά τα χνάρια μου
της φεγγοβολής τα ίχνη ψάχνεις
και
της τύχης μου τα ρούχα.

Πεθαίνω
πεθαίνω κάθε φορά
που τα ρούχα σου φοράω
κι ας είμαι ντυμένος με τη σκέψη σου
το παλτό των εποχών μου
που μπάζει και με παγώνει
κι ας είμαι πάντα γυμνός μπροστά στην ομορφιά σου
η σκέψη της ζεσταίνει τους ουρανούς του Άδη μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: