Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Στο Μεταίχμιο

Κι αν στεκόμαστε στο απόγειο της πιθανής ζωής μας
"τι μέλλει γενέσθαι";

Εκεί
εκεί που η ζωή ανηφορίζει
πριν απότομα γκρεμιστεί στην άβυσσο του βίου.

Κι αν ερχόταν εκείνη με φορεμένο το παλτό του πατέρα μου
ευθεία, αγέρωχη
με ματωμένα μάτια και βλέφαρα ατσάλια
πώς άραγε θα την υποδεχόμουν;

Αν όλα στριμώχνονταν σε ένα λεπτό
ποιος θα μέτραγε το χρόνο 
ποιος θα έριχνε το "ανάθεμα" στο θάνατο;

Αν υπήρχε μόνο μια στιγμή ευχαρίστησης
ποιος θα επέλεγε την κόψη του ξυραφιού;

Αν βαδίζαμε στις ερημιές του Νότου
ποιος θα μπορούσε να δροσίσει τα πέλματά μας;

Κι όλα γνώριμα έγιναν ξανά:
Ο ιδρώτας να ξαναμπαίνει στους πόρους
το αίμα να βρίσκει παντού πληγές παλιές 
καύκαλα να γίνονται τα πρόσωπα
η πίκρα να αποτυπώνεται στο σκονισμένο τζάμι
με δαχτυλιές παιδιών
έρωτες ανθρώπων
κι ο ήλιος
ο ήλιος να αρρωσταίνει ηλιοβασίλεμα το ηλιοβασίλεμα
μέρα με τη μέρα
αδύναμο φωτάκι να απομείνει.

Οι ερωτήσεις χάθηκαν
κι η χοάνη των λεπτών ρούφηξε το χρόνο ως το μεδούλι του.

Έγειρα σε μια γωνία και βούρκωσε το μυαλό μου
από τα θραύσματα των αναμνήσεων.

Οι αιχμές περίμεναν να λειανθούν
μα απών ήταν ο δικός μου χρόνος.
Σαν κενό ανάμεσα στις αιχμές έχασκε το κάτασπρο σώμα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: