Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Μια Ημέρα

Τους είδες;
Τους είδες που κατέβαιναν τρέχοντας;
Σε ρωτάω.
Ούτε εσύ ξέρεις ούτε κανείς άλλος.
Μάλλον ήθελαν να αποφύγουν τη σύγκρουση με τον εαυτό τους.
Ίσως ήθελαν να τον προσπεράσουν, τώρα, σήμερα, που κάτι μπορεί να γίνει.
Αύριο θα είναι αργά.
Το σήμερα περνάει μπροστά τους κι εκείνοι δεν παίρνουν χαμπάρι.

Οι τα πάντα συγκρίνοντες απαγορεύουν τις συγκρίσεις.
Όσοι εμφυλιοπολεμούν με επαναφέρουν στην τάξη όταν προσπαθώ απλά να ψελλίσω τη γνώμη μου, γιατί λένε ότι αυτή είναι που ξυπνά τα πάθη.
Οι θρησκευόμενοι λένε ότι βρίζω τα θεία, εγώ που δεν έχω κάτι ιερό πέρα από τον Άνθρωπο, τί μπορούν να βρούν για να με βρίσουν;
Οι συνάδελφοι απλώς με παρατηρούν, δεν κουτσομπολεύουν.
Οι άλλοι έρχονται ενώ εγώ ακόμα πηγαίνω.
Ο πατέρας κι η μάνα πάντα θέλουν το καλό σου αδερφέ, γιατί εσύ ξέρεις μόνο το κακό σου.
Οι φίλοι έχουν ξεχυθεί να πέσουν στα ποτάμια για να μην κρεμαστούν.
Τα βρέφη θηλάζουν από τις θηλές της κοινωνίας και αρρωσταίνουν.
Τα τασάκια είναι γεμάτα, αλλά εγώ θυμάμαι πως ήθελα να το κόψω.
Τα ποτήρια- έχω δύο, πίνω κρασί και ούζο μαζί, αλλά πάντα ξεχωριστά- έγιναν ένα μπροστά στη φωτογραφία σου.
Το πικάπ παίζει ωραίες μουσικές και η βελόνα ράβει κάμποσες καινούργιες.
"Ο ανελκυστήρας δε λειτουργεί", πάλι με τις κυλιόμενες σκάλες πρέπει να πάω.
Ο φωταγωγός γεμάτος με τέρατα όμορφα, ωραίες φάτσες που χαμογελούν καθώς μου πετάνε φλόγες.
Ήταν να πάω μια βόλτα, το θυμάμαι, αλλά δε μπόρεσα να ντυθώ, είχα παραλύσει από τους σπασμούς της μεγαλούπολης.
Το αυτοκίνητο χάλασε και πού να πάω τώρα με τα πόδια;
Δεν έχω συνηθίσει τα καινούργια μου πέλματα. 
Αν ήσουν εδώ θα με βοηθούσες να συμπαρασταθώ σε όσους το ζητούν.
Αν ήμουν εκεί θα καταλάβαινες ότι κανένας κόσμος δεν μπορεί να με χωρέσει, ούτε εγώ μπορώ να υποκριθώ ότι χώρεσα κάποιον.
Οι αρχηγοί πετάνε συνθήματα που σκάνε στους ζεστούς δρόμους σαν βόμβες μολότωφ πάνω σε ακατέργαστους μπάτσους.
Η τηλεόραση παίζει ένα σίριαλ του συρμού κι εγώ δεν μπορώ να την κλείσω, δεν μπορώ να κουνήσω τα χέρια μου καν.

Θέλω να περπατήσω για να σου φέρω λίγο γάλα να ξεδιψάσεις, είσαι εκεί;
Η νύχτα αυτή με παίδεψε, την ένιωθα σαν μέρα φωτεινή και δε με έπαιρνε ο ύπνος.
Και ο σκύλος κροτάλιζε κι ενώ μου έτρωγε τα σωθικά κατάφερα να συρθώ μέχρι το δωμάτιο σου.
Είχες αλλάξει πολύ, σχεδόν κροτάλιζες κι εσύ, το στήθος σου ήταν κομματιασμένο, μόνο δύο τρύπες αντίκρυσα.
Έφερες μια κανάτα με νερό για να πλύνω το πρόσωπό μου κι εγώ το ήπια λαίμαργα, λαίμαργα και οικεία.
"Τι κάνεις εκεί;" με ρώτησες κι εγώ δεν απαντούσα, δεν ήξερα τί να πω.
Μόνο που άρχισε να φεύγει το νερό από το στόμα μου και να χύνεται στα πόδια σου και τότε κατάλαβα πως τα κομμάτια του στήθους σου βρίσκονταν στο στόμα μου.
Ήταν ακόμα ζεστά και κόκκινα, ήταν ζωντανά, όμορφα.
Τα άφησα στο πάτωμα και τα πότισα με γάλα και νερό για να μεγαλώσουν.

Εσύ με κοιτούσες και έφερες το κεφάλι μου να κουρνιάσει στον ώμο σου.
Πόσα βράδια είχα περάσει με αυτή την εικόνα.
Πόσα βράδια έπρεπε να περάσουν για να σου πω ότι σε πεθύμησα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: