Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Ταξίδι

Τώρα, αυτή τη στιγμή
πόσοι φεύγουν κι έρχονται;
Πώς είναι το πρόσωπο του ανέμου
και το σώμα, το πύρινο σώμα της φωτιάς τι γεύση να έχει;
Το ταξίδι;
Ο προορισμός;
Οι αποσκευές μιας πολυταξιδεμένης ζωής;

Και το φευγιό μήπως είναι πηγαιμός;
Κι ο πηγαιμός σε ποιούς δρόμους θα βρεθεί;

- "Τίποτα από όλα αυτά, δεν μπορεί να έχει απάντηση γιατί τίποτα από αυτά δεν είναι ερώτηση.
Κι αν κάτι υπήρξε, μόνο για στιγμές βρέθηκε στον πυρήνα του και κίνησε τα μόρια της Ζωής.
Μόνο υπήρξε και τώρα πιά δεν υπάρχει."

- Πώς το ξέρεις;

- Δεν το΄ξέρω εγώ, όλοι μας το ξέρουμε.
Εμείς που γεννηθήκαμε μόνο με φευγιό, γνωρίζουμε τους δρόμους του, τις κακοτοπιές, και το ξαπόσταγμά μας λίγο και βαρύ.
Όμως, όλοι γνωρίζαμε ότι όταν φύγεις δε θα επιστρέψεις ποτέ ίδιος, κάτι θα 'χει αλλάξει.
Ίσως το βλέμμα, μπορεί και το χρώμα των ματιών, αυτό το απυρόβλητο χρώμα, το στεγανό.
Ίσως κι αυτό να αλλάξει.
Οι πιθανότητες να αλλάξει κι ό,τι ως τώρα συνεπές φαινόταν.
Οι ίδιες οι συνέπειες να αποσυναρμολογηθούν από τις πράξεις και ποτέ να μην ενωθούν ξανά.

Τα Βήματα, να ακούγονται σαν λάμψεις μέσα σε λάσπες, με γυμνά πόδια να σχηματίζονται στο διάβα τους, πάνω στο χώμα μιας μακρινής γης.

Η Φωτιά να καίει λιγότερο από την οξύτητα του κοφτερού πάγου εναλλάσσοντας τις θερμοκρασίες τις σταθερές, τους βαθμούς και τις εποχές, πέρα από το γύρισμα του ήλιου, μακριά από του φεγγαριού τη λάμψη.

Ο Άνεμος φιλικά να χτυπάει τα χέρια του, μόνο σε όσους γυμνοί τον υποδέχονται, πέρα από τα σύνορα, με συντροφιά σύννεφα βαριά, όμορφα, με τις καταιγίδες εντός του, με τις αστραπές στη σειρά καθισμένες, σαν ψυχές έτοιμες για σπορά.

Η Ομιλία να έρχεται απ' έξω, με χορδές κιθάρας να ακούγονται τα λόγια και δοξάρια βιολιού να ακουμπούν το πρόσωπο της Βαρύτητας, εκεί που όλες οι μελωδίες ελαφραίνουν και τα τοπία ζωγραφίζουν πίνακες με Ανθρώπους.

Ο Σεισμός, λυτρωτικός θα υπάρχει, μέσα μας, θα γκρεμίζει τις βεβαιότητες του αύριο, τις εμπειρίες του χθες θα υφαίνει με λάβα, όπως οι υφάντρες το Μεγάλο Εργόχειρο.

Εμείς, καβάλα στην Ομίχλη του Ξημερώματος, δεμένοι πισθάγκωνα, με σέλα τα όνειρά μας, αναπαλαιώνουμε το Σήμερα με υλικά του Χθες 

Ο Χρόνος, να μη δαμάζει τίποτα, μα αναμνήσεις ξερνώντας και δρόμους άγνωστους στρώνοντας, να επισημαίνει τη θνητότητα των κόπων μας, τις ρυτίδες του προσώπου μας, των παλιών καιρών τα αδιέξοδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: