Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ...


Εκείνη τη μέρα σε περίμενα κοντά στο δασάκι μας, όπως πάντα.
 Ήταν νωρίς το απόγευμα, αλλά είχε μια συννεφιά πρωινή. Θυμήθηκα ένα ξημέρωμα μαζί σου κάπου στα Κύθηρα.
Τελικά, οπουδήποτε μπορείς να περάσεις καλά, ακόμα κι σε ένα παρακμιακό πάρκο με ένα κουτσουρεμένο δασάκι.
Αρκεί να έχεις κάποιο σκοπό, να περιμένεις κάτι που ξέρεις ότι θα το έχεις, που ξέρεις ότι θα έρθει, που είναι δικό σου.

Ένας γέρος με τριμμένο σώμα με πλησίασε.
Με κάρφωσε μες στα μάτια. Τον ρώτησα αν θέλει κάτι.
Πλησίασε με αργά βήματα. Φαινόταν σίγουρος. 
Έσκυψε, και με ανάσα που βρωμούσε αλκοόλ και μυρωδιά μούχλας, μια αναπνοή που δήλωνε άστεγη παρακμή και ώμους καμπουριασμένους από την αθέλητη μοναξιά, είπε στο αυτί μου:

"Μην περιμένεις, δε θα έρθει".
"Ποιός δε θα έρθει" τον ρώτησα ανήσυχος.
"Ξέρουμε και οι δύο" μου ψιθύρισε, "δε με αναγνωρίζεις;"


Τον κοίταξα εμβρόντητος, ενώ εκείνος άφηνε να πέσει από την τσέπη του ένα αυτοκινητάκι κόκκινο με σπασμένες πόρτες, με ξεχαβαρβαλωμένες ταχύτητες, ένα αυτοκινητάκι που δεν μπορούσε να χρησιμεύσει πλέον πουθενά.
Έμοιαζε θλιβερή ανάμνηση μιας περασμένης παιδικότητας.

Σηκώθηκα από το παγκάκι σαν να με είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα.
Αυτό το κόκκινο αυτοκινητάκι ήταν κάποτε δικό μου, το γνώριζα. Ένας φίλος του πατέρα μου μού το είχε κάνει δώρο.
Έσκυψα και το μάζεψα, έτρεμα ολόκληρος.
Το έπιασα στα χέρια μου και περιεργάστηκα το άδειο σαλόνι του. Η απουσία σκοπού έχασκε από παντού.
Γύρισα να βρω το γέρο, μα εκείνος είχε χαθεί.
Κι εσύ ακόμα δεν είχες φανεί.  Πρώτη φορά αργούσες τόσο πολύ. Κάθισα με τα γόνατα στο χώμα και άρχισα να παίζω με το αυτοκινητάκι. Το πάρκο άδειο, ξεχαρβαλωμένο. Το αυτοκινητάκι το ίδιο. Ο γέρος εξαφανισμένος. Εσύ δεν ερχόσουν.
Μια ξαφνική μπόρα με μούσκεψε ως το κόκκαλο. Ξέπλυνε το βρώμικο παγκάκι που καθόμουν και άγχωσε τη μεγαλούπολη, που έκλεινε τις μπαλκονόπορτές της με κρότο και έσκουζε στα παιδιά της να ενταφιαστούν στα τερατώδη διαμερίσματά της.
Σαν βάλσαμο επέστρεψε στο μυαλό μου η εικόνα από τα Κύθηρα. Ξεχαρβαλωμένη κι αυτή, ελλιπής.
Οι λεπτομέρειες της εικόνας είχαν χαθεί. Όμως υπήρχε. Αδυνατούσα να τη θυμηθώ όπως της άξιζε.
Πώς την ξέχασα τέτοια εικόνα; Πώς το έκανα αυτό;
Μήπως για αυτό χάθηκες κι εσύ; 
Πες μου...

2 σχόλια:

Η τρελή είπε...

Έτσι ακριβώς την παθαίνουμε όλοι.....ξεχνάμε τα ουσιώδη και τα σημαντικά, ενώ μένουμε στα ευτελή και τα ανάξια! Κάποιοι, κάποτε, προλαβαίνουν,τα καταφέρνουν και ξυπνούν από τον εφιάλτη έχοντας μια ακόμη ευκαιρία! Αυτοί είναι οι τυχεροί!
Καλησπέρα

Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ είπε...

Κλησπέρα και σε εσένα τρελλή και σε ευχαριστώ για το σχόλιό σου. Έτσι είναι, έχεις δίκιο. Πάντα υπάρχει καιρός, πάντα μπορεί να είναι αργά. Καλησπέρα