Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Μια Απώλεια

Πέντε καρφιά εδώ
κι ένα τραπέζι άδειο.
Πλήρες χρωμάτων το ουράνιο τόξο
οι βροχές του ταξιδεύουν μόνες.

Το ολόγιομο ξύλο παριστάνοντας
άνθρωποι σταυρώνονται
τριξίματα απώλειας στην πόρτα
φρενήρη ποδοβολητά παρουσίας χαμένης.

Βουβοί στέκαμε.
Σαν εφιάλτης οξύμωρος.
Τα βήματα ακούγονταν στα σίδερα.

Σίδερο είναι και τα κελιά
που χωρίζουν τα κομμένα σώματα
σίδερο είναι κι ό,τι διαλύει κεφάλια
κομματιάζει κορμιά
αναπαριστά γη και ουρανό χωρισμένα.

Η Κραυγή αποτυπώνεται ολόσωμη
πριόνια κόβουν την πρωινή δροσιά
στη μέση του χειμώνα
νεκρώνονται πρόσωπα παιδιών
τα φώτα λαμπυρίζουν μέχρι το πρωί
αλόγιστες οι πόλεις μας.

Τίποτα δεν ήθελα
απλά, μόνο, αν μπορούσα, αν με άφηναν
τα παγωμένα βλέμματα να έλιωνα
τις θάλασσες τους ήρεμα να κανάκευα
μέσα σε αγκαλιά
κρύα, ανέγγιχτη, ανοιχτή από μακριά
να περιμένει...

Μοναδικό θέαμα, Μοναδικό
η έκρηξη της μοναξιάς μέσα σε πολυκοσμία
όταν πάντα μια σιγουριά λιποθυμά επάνω στο στέρνο της.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Όλα θα ήταν...

Πώς να αποτυπώσεις νοήματα στο χαρτί;
Όλα παίζονται εδώ, στα λόγια.
Στο χαρτί, όλα χαμένα φαίνονται.

Πώς να παίξεις μουσική ενώ βουρκώνεις;
Όλη η μουσική στα πόδια σου, νεκρή.
Τα πεντάγραμμα σκονίζονται στα ωδεία
οι νότες πληγωμένες ανάμεσα σε τόνους και ημιτόνια.

Πώς να περπατήσεις πάνω στο νερό;
Στη γη, οι μεγάλες ρόδες βυσσοδομούν
και τα πρατήρια του θανάτου κάνουν χρυσές δουλειές.

Όλα θα μπορούσαν
Όλα θα γίνονταν
Όλα θα ήταν
όλα θα υπήρχαν
αν και εφόσον
όταν
ίσως, πολύ πιθανό
εμείς 
να μπορούσαμε
του κόσμου το καύκαλο να σπάσουμε.

Όλα θα ήταν εδώ
αν και εφόσον
της ήττας την επιφάνεια χαράζαμε
με νερομπογιές, μικρές, διάφανες
και άκμονες ονείρων.

Σαν στη μέση εμφανίζονται ρήγματα
σαν όλοι νεκρώνονται
σαν όλα βυθίζονται
οι χειμώνες θα επανέρχονται
ξανά και ξανά.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Διαρρηγνύοντας την λήθη

Tης Φίλης Κ.Κ.

Αντίκρυ του ο Δρόμος.
Με τα δυο γιγαντιαία -γεμάτα φέγγος μα και συνάμα με μια βαρυθυμία-
μάτια του, τον θωρούσε.
“Ερημώθηκε”, μου ψέλλισε άρρυθμα,
ωσάν τα λόγια του να δένονταν σε μικρούς, νωχελικούς κόμπους πριν
τ' αρθρώσει το στόμα του.
“Ερημώθηκε”, επανέλαβε, γυρεύοντας ένα υπομόχλιο να τον στυλώσει.
Γύρισε και ατενίζοντάς με, συνέχισε:
“Κάποτε, στον Δρόμο αυτό αποτυπωνόταν κάθε μικρή ή μεγάλη ιαχή ελευθερίας.
Αυτές οι κραυγές ξαναζωντανεύουν νυχθημερόν μες στα αυτιά μου.
Κάποτε κροτούσε από το ποδοβόλημα χιλιάδων εξεγερτικών,
σαν τον πάταγο που έκανε η θραύση του μικροαστικού αβαείου. 
Κάποτε ο Δρόμος αυτός ήταν αδαμαντόδετος με το μαύρο του κορμιού,
του λαβάρου και του μυαλού, σηματοδότης του ατέρμονου μόχθου προς την χειραφέτηση.
Κάποτε κραταίωνε λυπητερές ψυχές να γεροπατήσουν απάνω του 
και να εφορμήσουν προς το ιδανικό τους.
Σήμερα, το ίδιο κράσπεδο στέκει βουβό, λειψό, αλλότριο, 
από το ποδοπάτημα αγκιτατόρων.
Κλούβιασε και αυτό σαν τα κνώδαλα που περιφέρονται απάνω του.
Μας σκόρπισε, μας έκανε να ψάχνουμε τη φυγή... έπαψε να μας εμπνέει.
Η ώρα ήταν ήδη περασμένη.
Τον διέκοψα...
“Πάμε να φύγουμε” ψέλλισα.
“Όχι. Θα σταθώ εδώ και θα προσμένω” κραύγασε με 
βροντόφωνη λαλιά και τα μάτια του φωταγωγήθηκαν πιότερο,
σα να οπτασιάστηκαν τα ιδεώδη του.
Άναψα ένα τσιγάρο και στάθηκα μαζί του να καιροφυλαχτώ την στιγμή
που υψωμένη η σημαία μας θα μελανειμονούσε, μαστιγώνοντας, 
την αστική οικοδόμηση...

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Εικόνες Ουτοπίας (1)

Εκείνο βράδυ, καθώς ο ήλιος είχε αποσυρθεί στην άκρη του ουρανού και άρχιζε να σουρουπώνει, οι ανθρώπινες αισθήσεις μπήκαν σε διαδικασία υπερπραγματικής μορφοποίησης για μια ακόμη φορά.
Αν είχα μετρήσει σωστά, ήταν η έβδομη αλλαγή μέσα σε μια πορεία αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων της ύλης, που είχαν γίνει τα χιλιάδες τελευταία χρόνια κάτω από την επιρροή  των αισθήσεων των ανθρώπων του είδους μας. 
Μοριακές προανθρώπινες κατατάξεις και κυτταρικά δεδομένα εκατομμυρίων ετών βρίσκονταν πλέον σε κενό αρχέγονων, πρωτόγονων μνημών και εστιάσεων.
Η όραση άρχισε να μετατρέπεται σε ακοή, η ακοή σε όραση κι όλες οι μικρές και μεγάλες αισθήσεις μαζί άρχισαν να μεταμορφώνονται σε αφή.

Προς στιγμήν, τα μάτια έγιναν φορείς των εξωτερικών και εσωτερικών ήχων ενώ τα αυτιά κοιτούσαν σε ευθεία γραμμή όλες τις πλευρές του ορίζοντα, αναλόγως του προς τα πού θα βρίσκονταν στραμμένα τα κεφάλια μας.
Κυρίως τα άκρα του σώματος μα και ολόκληρος ο κορμός άρχισαν να περιέρχονται σε μια κατάσταση αφηρημένης έξαψης και ολικής υποδοχής των εξωτερικών ερεθισμάτων κόσμων, που χάνονταν και πάλευαν να παραμείνουν ζωντανοί μέσα από τις αισθήσεις μας.
Το ξεχασμένο από όλους τους Holo Alienati άγγιγμα είχε πλέον την πρωτοκαθεδρία της πρωτοβουλίας και όλοι μας είχαμε υποκύψει στην ηδονή των συνισταμένων του.

Ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει τόσο ελεύθεροι όσο εκείνες τις μέρες, που μόνο μπορούσαμε να αγγίξουμε ο ένας τον άλλον.
Ακόμα κι όταν κοιταζόμασταν ή νομίζαμε ότι ακούγαμε ο ένας τις λέξεις του άλλου, αυτό που καταφέρναμε είναι να πλέουν τα αγγίγματά μας σαν λέξεις, σαν ήχοι, σαν βλέμματα.
Τα χείλη μας είχαν υπερδιογκωθεί σαν φραουλένιοι ιμάντες ενώ οι γλώσσες μας ήταν τόσο υγρές, σαν ποτάμια που φουσκωμένα από τη χειμερινή μπόρα πέφτουν με ορμή στη θάλασσα και αγριεύουν το βλέμμα της.
Τα μάτια, θυμίζοντας δάχτυλα με ήλιους στη μέση, άρχισαν να ακουμπάνε το δέρμα.
Καφέ, πράσινοι, μπλε και μαύροι ήλιοι φώτιζαν τους πόρους. Στήθη ξεπετάγονταν αναζητώντας το άγγιγμα του βλέμματος, γλουτοί αγγίζονταν με το άκουσμα του ανέμου.
Ο ιδρώτας έρεε σαν νερό από καθάρια πηγή βουνού κι οι μυρωδιές των σωμάτων μας περιστρέφονταν σε ηδονικές δίνες εκκρίσεων, που πρώτη φορά καταλαβαίναμε ότι υπήρχαν.  
Τα σώματα των εραστών γίνονταν μηχανές ηδονής, όλο το σώμα αφουγκραζόταν τις στιγμές, ακουμπώντας το ένα μέλος του το άλλο αφήνοντας υγρά σημάδια στιγμών, που τους ήχους τους μόνο να τους αγγίξεις μπορούσες.
Κανείς δεν μιλούσε, κανείς δεν έβλεπε κι όμως νόμιζες ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Αντίθετα, έβλεπες, άκουγες σαν να ήσουν εσύ το κέντρο αυτό των αισθήσεων, ο καθένας ήταν στο επίκεντρο των ηδονών, των αποκαλυπτικών στιγμών του ουτοπικού παρόντος, που γινόταν πραγματικότητα και περιέφερε τη μία και μοναδική αίσθηση της αφής από όργανο σε όργανο κι από μέλος σε μέλος.

Μέσα σε αυτό το τοπίο της αέναης χαράς, εμείς οι δύο πήραμε το δρόμο για το πιό κακόφημο μπαρ της πόλης.
Είχε σίγουρα ενδιαφέρον να βρεθείς σε αυτό το μέρος με μόνο σου όπλο την αφή και μοναδική σιγουριά σου την ηδονή.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Δοκιμή Δεύτερη

Κατηφορίζοντας στο Χρόνο (ίσως και αναβαίνοντας πάνω στη ράχη του) σε φυλακές και μουσεία, Εκείνος, ακινητοποιήθηκε μέσα σε αγάλματα και χάρτινες κλειδαριές κελιών, που κουμάντο έκαναν όσοι αναστήθηκαν μέσα από τους ζωντανούς και ξέμπλεξαν με τους νεκρούς μια για πάντα.

Τα κελιά χωρίς κάγκελα ήταν εκεί κι η μυρωδιά της φρέσκιας κανέλας εποφθαλμιούσε τους τιμωρούς καγκελόφραχτους τάφους, που εκτινάσσονταν στον ορίζοντα της μνήμης, σαν τα παιδιά που σκαρφαλώνουν στα δέντρα σαν μικροί δυναμίτες ζωής.


Δεν υπήρχαν καταδίκη, δικαστήρια, δικηγόροι, δικαστές, ένορκοι.

Μόνοι τους στέκονταν οι κατηγορούμενοι όρθιοι μέσα στα κουτιά, εκείνα τα μαύρα κουτιά, που ήταν σαν ξαπλωμένα κάτω από τον ήλιο του μεσημεριανού φέγγους όλων των ζεστών καλοκαιριών που είχαν περάσει.
Διάβαζαν, κάπνιζαν και άκουγαν μουσική όσοι μπορούσαν, κι εκείνοι που δεν μπορούσαν, κοιτούσαν έξω από τα παράθυρα αν στέκονταν σωστά τα κάγκελα, τα χάρτινα κάγκελα, που τόση δύναμη έκλειναν μέσα στις χάρτινες ίνες τους, τις ξύλινες εσοχές του πυρήνα τους, λες και είχαν τη δύναμη του θανατηφόρου μανιταριού.
Οι εκτός, συγχώνευαν το σώμα τους σε τοίχους φρεσκοβαμμένους, εκρηκτικής σκοτεινότητας και άκρατης αθωότητας.
Φτιαγμένοι από μωρά ήταν αυτοί.
Ένας-ένας έβγαιναν καταμεσής των δρόμων και σκέπαζαν τα κρανία τους με πουκάμισα σκισμένα από τον χρόνο των μουσείων και τη φυλακή του νου.
Σαν έμεναν μοναχοί τους, ξεκολλούσαν από συνήθεια μικρά κομμάτια από το κεφάλι τους και τα έτρωγαν ωμά, γυμνά, γιατί μια παλιά παράδοση έλεγε ότι η σάρκα του νου είναι σαν τα μωρά: μαλακή και ακμάζουσα.

Όταν όλα άλλαξαν, άλλαξαν κι αυτοί με τη σειρά τους: φόρεσαν μαύρα παλτά, συμπίεσαν το σώμα μέσα στα κόκκαλά τους και έριξαν τις ηδονές τους πάνω στο πρόσωπο του βοριά.

Εκείνος τις μάζεψε και τις έκανε ένα παζλ με χιλιάδες κομμάτια.
Τα κρύα βράδια καθόταν με το φεγγάρι και συμπλήρωναν εκείνα τα κομμάτια που είχαν χαθεί, αυτοσχεδιάζοντας, πότε ο ένας με παγωμένες ανάσες και πότε ο άλλος με μισοσκότεινους έρωτες. 
Κάθε φορά που κάποιος αναστεναγμός ακουγόταν ή κάποιος ήχος από φιλί έφτανε στα αυτιά τους, έκλειναν κι οι δύο τα μάτια κι ονειρεύονταν ότι ήταν κι αυτοί άνθρωποι.