Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Διαρρηγνύοντας την λήθη

Tης Φίλης Κ.Κ.

Αντίκρυ του ο Δρόμος.
Με τα δυο γιγαντιαία -γεμάτα φέγγος μα και συνάμα με μια βαρυθυμία-
μάτια του, τον θωρούσε.
“Ερημώθηκε”, μου ψέλλισε άρρυθμα,
ωσάν τα λόγια του να δένονταν σε μικρούς, νωχελικούς κόμπους πριν
τ' αρθρώσει το στόμα του.
“Ερημώθηκε”, επανέλαβε, γυρεύοντας ένα υπομόχλιο να τον στυλώσει.
Γύρισε και ατενίζοντάς με, συνέχισε:
“Κάποτε, στον Δρόμο αυτό αποτυπωνόταν κάθε μικρή ή μεγάλη ιαχή ελευθερίας.
Αυτές οι κραυγές ξαναζωντανεύουν νυχθημερόν μες στα αυτιά μου.
Κάποτε κροτούσε από το ποδοβόλημα χιλιάδων εξεγερτικών,
σαν τον πάταγο που έκανε η θραύση του μικροαστικού αβαείου. 
Κάποτε ο Δρόμος αυτός ήταν αδαμαντόδετος με το μαύρο του κορμιού,
του λαβάρου και του μυαλού, σηματοδότης του ατέρμονου μόχθου προς την χειραφέτηση.
Κάποτε κραταίωνε λυπητερές ψυχές να γεροπατήσουν απάνω του 
και να εφορμήσουν προς το ιδανικό τους.
Σήμερα, το ίδιο κράσπεδο στέκει βουβό, λειψό, αλλότριο, 
από το ποδοπάτημα αγκιτατόρων.
Κλούβιασε και αυτό σαν τα κνώδαλα που περιφέρονται απάνω του.
Μας σκόρπισε, μας έκανε να ψάχνουμε τη φυγή... έπαψε να μας εμπνέει.
Η ώρα ήταν ήδη περασμένη.
Τον διέκοψα...
“Πάμε να φύγουμε” ψέλλισα.
“Όχι. Θα σταθώ εδώ και θα προσμένω” κραύγασε με 
βροντόφωνη λαλιά και τα μάτια του φωταγωγήθηκαν πιότερο,
σα να οπτασιάστηκαν τα ιδεώδη του.
Άναψα ένα τσιγάρο και στάθηκα μαζί του να καιροφυλαχτώ την στιγμή
που υψωμένη η σημαία μας θα μελανειμονούσε, μαστιγώνοντας, 
την αστική οικοδόμηση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: