Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Δοκιμή Δεύτερη

Κατηφορίζοντας στο Χρόνο (ίσως και αναβαίνοντας πάνω στη ράχη του) σε φυλακές και μουσεία, Εκείνος, ακινητοποιήθηκε μέσα σε αγάλματα και χάρτινες κλειδαριές κελιών, που κουμάντο έκαναν όσοι αναστήθηκαν μέσα από τους ζωντανούς και ξέμπλεξαν με τους νεκρούς μια για πάντα.

Τα κελιά χωρίς κάγκελα ήταν εκεί κι η μυρωδιά της φρέσκιας κανέλας εποφθαλμιούσε τους τιμωρούς καγκελόφραχτους τάφους, που εκτινάσσονταν στον ορίζοντα της μνήμης, σαν τα παιδιά που σκαρφαλώνουν στα δέντρα σαν μικροί δυναμίτες ζωής.


Δεν υπήρχαν καταδίκη, δικαστήρια, δικηγόροι, δικαστές, ένορκοι.

Μόνοι τους στέκονταν οι κατηγορούμενοι όρθιοι μέσα στα κουτιά, εκείνα τα μαύρα κουτιά, που ήταν σαν ξαπλωμένα κάτω από τον ήλιο του μεσημεριανού φέγγους όλων των ζεστών καλοκαιριών που είχαν περάσει.
Διάβαζαν, κάπνιζαν και άκουγαν μουσική όσοι μπορούσαν, κι εκείνοι που δεν μπορούσαν, κοιτούσαν έξω από τα παράθυρα αν στέκονταν σωστά τα κάγκελα, τα χάρτινα κάγκελα, που τόση δύναμη έκλειναν μέσα στις χάρτινες ίνες τους, τις ξύλινες εσοχές του πυρήνα τους, λες και είχαν τη δύναμη του θανατηφόρου μανιταριού.
Οι εκτός, συγχώνευαν το σώμα τους σε τοίχους φρεσκοβαμμένους, εκρηκτικής σκοτεινότητας και άκρατης αθωότητας.
Φτιαγμένοι από μωρά ήταν αυτοί.
Ένας-ένας έβγαιναν καταμεσής των δρόμων και σκέπαζαν τα κρανία τους με πουκάμισα σκισμένα από τον χρόνο των μουσείων και τη φυλακή του νου.
Σαν έμεναν μοναχοί τους, ξεκολλούσαν από συνήθεια μικρά κομμάτια από το κεφάλι τους και τα έτρωγαν ωμά, γυμνά, γιατί μια παλιά παράδοση έλεγε ότι η σάρκα του νου είναι σαν τα μωρά: μαλακή και ακμάζουσα.

Όταν όλα άλλαξαν, άλλαξαν κι αυτοί με τη σειρά τους: φόρεσαν μαύρα παλτά, συμπίεσαν το σώμα μέσα στα κόκκαλά τους και έριξαν τις ηδονές τους πάνω στο πρόσωπο του βοριά.

Εκείνος τις μάζεψε και τις έκανε ένα παζλ με χιλιάδες κομμάτια.
Τα κρύα βράδια καθόταν με το φεγγάρι και συμπλήρωναν εκείνα τα κομμάτια που είχαν χαθεί, αυτοσχεδιάζοντας, πότε ο ένας με παγωμένες ανάσες και πότε ο άλλος με μισοσκότεινους έρωτες. 
Κάθε φορά που κάποιος αναστεναγμός ακουγόταν ή κάποιος ήχος από φιλί έφτανε στα αυτιά τους, έκλειναν κι οι δύο τα μάτια κι ονειρεύονταν ότι ήταν κι αυτοί άνθρωποι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: