Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Εικόνες Ουτοπίας (1)

Εκείνο βράδυ, καθώς ο ήλιος είχε αποσυρθεί στην άκρη του ουρανού και άρχιζε να σουρουπώνει, οι ανθρώπινες αισθήσεις μπήκαν σε διαδικασία υπερπραγματικής μορφοποίησης για μια ακόμη φορά.
Αν είχα μετρήσει σωστά, ήταν η έβδομη αλλαγή μέσα σε μια πορεία αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων της ύλης, που είχαν γίνει τα χιλιάδες τελευταία χρόνια κάτω από την επιρροή  των αισθήσεων των ανθρώπων του είδους μας. 
Μοριακές προανθρώπινες κατατάξεις και κυτταρικά δεδομένα εκατομμυρίων ετών βρίσκονταν πλέον σε κενό αρχέγονων, πρωτόγονων μνημών και εστιάσεων.
Η όραση άρχισε να μετατρέπεται σε ακοή, η ακοή σε όραση κι όλες οι μικρές και μεγάλες αισθήσεις μαζί άρχισαν να μεταμορφώνονται σε αφή.

Προς στιγμήν, τα μάτια έγιναν φορείς των εξωτερικών και εσωτερικών ήχων ενώ τα αυτιά κοιτούσαν σε ευθεία γραμμή όλες τις πλευρές του ορίζοντα, αναλόγως του προς τα πού θα βρίσκονταν στραμμένα τα κεφάλια μας.
Κυρίως τα άκρα του σώματος μα και ολόκληρος ο κορμός άρχισαν να περιέρχονται σε μια κατάσταση αφηρημένης έξαψης και ολικής υποδοχής των εξωτερικών ερεθισμάτων κόσμων, που χάνονταν και πάλευαν να παραμείνουν ζωντανοί μέσα από τις αισθήσεις μας.
Το ξεχασμένο από όλους τους Holo Alienati άγγιγμα είχε πλέον την πρωτοκαθεδρία της πρωτοβουλίας και όλοι μας είχαμε υποκύψει στην ηδονή των συνισταμένων του.

Ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει τόσο ελεύθεροι όσο εκείνες τις μέρες, που μόνο μπορούσαμε να αγγίξουμε ο ένας τον άλλον.
Ακόμα κι όταν κοιταζόμασταν ή νομίζαμε ότι ακούγαμε ο ένας τις λέξεις του άλλου, αυτό που καταφέρναμε είναι να πλέουν τα αγγίγματά μας σαν λέξεις, σαν ήχοι, σαν βλέμματα.
Τα χείλη μας είχαν υπερδιογκωθεί σαν φραουλένιοι ιμάντες ενώ οι γλώσσες μας ήταν τόσο υγρές, σαν ποτάμια που φουσκωμένα από τη χειμερινή μπόρα πέφτουν με ορμή στη θάλασσα και αγριεύουν το βλέμμα της.
Τα μάτια, θυμίζοντας δάχτυλα με ήλιους στη μέση, άρχισαν να ακουμπάνε το δέρμα.
Καφέ, πράσινοι, μπλε και μαύροι ήλιοι φώτιζαν τους πόρους. Στήθη ξεπετάγονταν αναζητώντας το άγγιγμα του βλέμματος, γλουτοί αγγίζονταν με το άκουσμα του ανέμου.
Ο ιδρώτας έρεε σαν νερό από καθάρια πηγή βουνού κι οι μυρωδιές των σωμάτων μας περιστρέφονταν σε ηδονικές δίνες εκκρίσεων, που πρώτη φορά καταλαβαίναμε ότι υπήρχαν.  
Τα σώματα των εραστών γίνονταν μηχανές ηδονής, όλο το σώμα αφουγκραζόταν τις στιγμές, ακουμπώντας το ένα μέλος του το άλλο αφήνοντας υγρά σημάδια στιγμών, που τους ήχους τους μόνο να τους αγγίξεις μπορούσες.
Κανείς δεν μιλούσε, κανείς δεν έβλεπε κι όμως νόμιζες ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Αντίθετα, έβλεπες, άκουγες σαν να ήσουν εσύ το κέντρο αυτό των αισθήσεων, ο καθένας ήταν στο επίκεντρο των ηδονών, των αποκαλυπτικών στιγμών του ουτοπικού παρόντος, που γινόταν πραγματικότητα και περιέφερε τη μία και μοναδική αίσθηση της αφής από όργανο σε όργανο κι από μέλος σε μέλος.

Μέσα σε αυτό το τοπίο της αέναης χαράς, εμείς οι δύο πήραμε το δρόμο για το πιό κακόφημο μπαρ της πόλης.
Είχε σίγουρα ενδιαφέρον να βρεθείς σε αυτό το μέρος με μόνο σου όπλο την αφή και μοναδική σιγουριά σου την ηδονή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: