Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Πέντε Ποιήματα-Περιοδικό Ποίησης "Το Παράθυρο"

Πέντε Ποιήματα που έγραψα και συμπεριλαμβάνονται στο καινούργιο τεύχος του περιοδικού Ποίησης "Το Παράθυρο" στην παρακάτω Διεύθυνση. 
Παρατίθενται κι εδώ αλλά μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα του διαδικτυακού περιοδικού "Το Παράθυρο" είναι νομίζω παραπάνω από απαραίτητη


Τους ευχαριστώ πολύ. 



http://toparathyro.com/2015/05/16/%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/


- Οι Καιροί
- Ενθάδε κείται
- Προσοχή
- "Απαγορεύεται - Αδιέξοδο"
- Ό,τι


- Οι Καιροί
 Στη θάλασσα πριν αιώνες πνίγηκα
στους καιρούς σας το σώμα μου ξεβράστηκε
αποδιοπομπαίο, μισό, κενοτάφιο χρόνου
γέρικος μορφασμός σε πρόσωπο παιδικό
μισοτελειωμένη φράση πάνω στα χείλη τους
όπως οι ρυτίδες σε χαμογελαστά μέτωπα
και τη γλώσσα τους
που ζητάει φτήνια
μόνο να ακούγεται θέλει
να γλείφει
να τσακίζει κόκκαλα.

Τα χέρια μου στα σκοτάδια των εποχών κόπηκαν
το μυαλό μου φορτώθηκε ενοχές παιδιών
φωτιά και νερό
πόλεμο.

Ατσάλινα λόγια ακούγονται από ιερά μεγάφωνα
και οι καμπάνες χιλιάδες χρόνια
μανιασμένα να χτυπούν
να καλούν πιστούς.

Άπιστος εγώ
με ευαγγέλια λειψά, χάρτινα
που οι λέξεις τους μυρίζουν αίμα
μίσος
κακία
απελπισία
και εναντίον μου στρέφονται
όπως οι ριπές του ανέμου
και εναντίον τους τις στρέφω
οργή προκαλώντας.

Όλα τα βράδια της αποστροφής τους
τα δικά μου όνειρα γεννούσα
τις αναιμίες μου έτρεφα
τις ασθένειες του κόσμου θεράπευα
το σώμα μου γύρευα να λυτρώσω.
Εκείνοι
το κεφάλι γυρίζανε σαν σβούρα 
ακατάληπτα
έξω το μέσα τους έβγαινε
κι ο κόσμος μύρισε υποταγή
η άνοιξη ακρωτηριάστηκε
χιόνι έγινε το κενό
και ψυχρός άνεμος.

Το υγρό σώμα μου
μονομιάς πάγωσε στα χέρια τους
κι οι θάλασσες των αιώνων
μικρά ταφικά λιμάνια και καθρέφτες
είδωλα των καιρών σας έγιναν
κι εγώ
ένας αντικατοπτρισμός των φόβων σας.


- Ενθάδε κείται
 Μόνο εσύ θα ερχόσουν αν μπορούσες.
Το ξέρω
το ξέρω ότι προσπάθησες.
Ακούγονταν οι οιμωγές σου στο πηγάδι του χρόνου
κι εγώ μόνος να πίνω και να καπνίζω ασταμάτητα
με μίσος να σκέφτομαι τα πρόσωπά τους
με αγάπη να αποζητώ το δικό σου
στους βυθούς της νιότης
στο χώμα που υποδεχόταν πτώματα χιλιάδες
ανθρώπους και δέντρα σπασμένα.

Μα τί σημασία έχει αν δεν είμαστε μαζί αυτή την ώρα;

Ποιοι λόγοι μας κρατούν ενωμένους να θυμάσαι
και μην ανοίγεις πια την αγκαλιά σου.
Θάψε την στον κήπο
-φέρετρο, του χρόνου το κουφάρι-
και για στεφάνι θέσε τις υποσχέσεις μας.
Και άκου
άκου με προσεκτικά:
γράψε ένα "ενθάδε κείται" για καλό και για κακό.


- Προσοχή
 "Προσοχή στο κενό ανάμεσα σε ζωή και επιβίωση"
κραύγαζε το ηλεκτρόφωνο.
Άκουγαν οι επιβιώνοντες;
Μήπως τυχόν οι ζώντες ακούνε;


- "Απαγορεύεται - Αδιέξοδο"
 Τόσο όμορφα μέρη.
Μέρες ατέλειωτες
με ποταμούς ζάχαρης
δρεπάνια να ανεμίζουν.

Κι όμως, όλα ξεχάστηκαν.

Μέρες προσπαθώ να φέρω στο νου μου
ουρανούς και ήλιους
φεγγάρια, ανέμους, θάλασσες
πετρόχτιστα σπίτια και φως θεριό
σκιά άνυδρου δένδρου
κύματα σεισμών
καμπάνες σε πέτρα μεσημεριού
ήχους μυρμηγκιού σε βράχους
φώς να καψαλίζει κλειστά παράθυρα
ακίνητα κουφάρια και άμμο σκληρή
πρόσωπα και γυναικείους ώμους
μέλι και θρόισμα λέξεων
μικρούς κόμπους σε κοριτσίστικες πλεξούδες
παιδικά κλάματα
δόντια να τρίζουν
σβησμένα τσιγάρα
μικροποσότητες αλκοόλ
καρδιές κλειστές, στόματα ανοιχτά
μαζεμένα λάθη, τύψεις, ενοχές
ανολοκλήρωτα σύνδρομα
βόλτες με γυμνά πόδια
χέρια σκληρά στους κόμπους
παλάμες ιδρωμένες
κοπιαστικές αναβολές
λόγια εύκολα
τηλεόραση ανοιχτή
ζωή με μπαλώματα
στεγανά
"απαγορεύεται - αδιέξοδο".

Θυμήθηκα ξάφνου.
Κοιμήθηκα στο στέρνο σου
και θυμήθηκα πάλι
εκείνο τον ήλιο, τον σβησμένο
τα ανήλιαγα μάτια σου
σπασμένα και φορτωμένα
που χρωμάτιζαν τα ψηλά φρούρια
κι έπεφταν οι κόρες τους στο κενό.
"μικρά, μικρά τα βήματα
να σιγουρεύεσαι κάθε φορά για το επόμενο".
Ναι, τα θυμήθηκα όλα.
Και τη φωνή σου
να μού ψιθυρίζει:
"Απαγορεύεται - Αδιέξοδο".


- Ό,τι
 Ό,τι ανεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
σκοτεινιά και λάμψεις Θανάτου.
Ό,τι ακουμπά τη γλώσσα μου
συνήθειες κακότροπες και ιδιοτροπίες γέννας.
Ό,τι ακούγεται στα αυτιά μου
κραυγές άδικων χαμών.
Ό,τι με συμπονά
έρπει σαν πτώμα.
Ό,τι με συνεπαίρνει
απότομα γκρεμίζεται.
Ό,τι στέκει σίγουρο
καταστρέφει το μέλλον μου.
Ό,τι σκέφτομαι
διστακτική ονειροπόληση.
Ό,τι με φέρνει ως εδώ
αναπόληση των περασμένων.

Άραγε
πόσος χρόνος απομένει μέχρι το τέλος;

Δεν υπάρχουν σχόλια: