Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Στον Γολγοθά

Έχω μοιράσει τα ιμάτια μου στους πλούσιους του κόσμου
Σε αυτούς που μετατρέπουν τη μοίρα σε ζωή
Σε όσους με πρόφτασαν και με ξεπέρασαν
Σε εκείνους που με βοήθησαν να ξανασηκωθώ
Σε αυτούς, τους πολλούς
που κάθε μέρα καίγονται στις φωτιές της Ρώμης
και κάθε μέρα χτίζουν μια νέα πόλη πάνω στις συντριβές των ελπίδων τους
Σε αυτούς που κάθε λεπτό πεθαίνουν στωικά πάνω σε Προκρούστεια κρεβάτια
Σε όσους ξαγρυπνούν με νανουρίσματα και παραμύθια πάνω από ένα παιδί
Σε όσους μισούν τους άλλους, άλλα περισσότερο τον εαυτό τους
Σε όσους χαροπαλεύουν στα θεόρατα εργοστάσια της καταχνιάς
και σε εκείνους που αντιστέκονται στις προελαύνουσες εταιρείες
που μετρούν τις ζωές σε τόνους ατσαλιού
και κοφτερές κόγχες πεπιεσμένου χαρτιού
Σε όσους αντικρίζουν το χάος γεμάτη ελπίδα
Σε όσους διψούν για κυνηγητό και κρυφτό
Σε όσους βωμολοχούν την ιερότητα της ζωής
Σε όσους μάχονται τα άνυδρα μυαλά κενών εγκεφάλων
Σε εκείνους που χαμογελούν στη γύμνια και το κρύο της ψυχής τους
στέκονται μουδιασμένοι μπροστά στην αδικία
ηλεκτρίζονται στη θέα των καθαρών χειλιών ενός έφηβου κοριτσιού
Σε όσους ξέρουν να συγχωρούν, μα ποτέ δε ζητούν συγχώρεση
σε όσους πυρακτώνουν τα πέλματά τους με μια λαβίδα καταμεσήμερου καλοκαίρι, κάπου στο πέλαγος
σε αυτούς που βρέθηκαν ψηλά παραπατώντας στη γη
σε όσους καθάρισαν τα παπούτσια τους με αίμα και πύον
σε εκείνους που ρυπαίνουν τον κόσμο με ανήκουστες αμαρτίες
σε όσους δεν τα ξέρουν όλα
σε αυτούς που μίλησαν μόνο εξ’ ονόματός τους
σε εκείνους που μόνο άκουγαν κι έσκυβαν το κεφάλι όταν μιλούσαν
σε όσους βασανίστηκαν και δεν υπέκυψαν στην κτηνωδία
σε αυτούς που αγαπούν με πάθος
στα σκουπίδια που μάς έθρεψαν πλουσιοπάροχα
σε όλους εκείνους που ηττήθηκαν νικώντας
σε αυτούς που με την πλάτη στήθηκαν
σε τοίχους
μάντρες
εταιρίες
γραφεία τελετών
κελιά
και πέθαναν
από ανία
εκδίκηση
κατανοώντας τη θλίψη του καιρού τους
Σε όλους αυτούς μιλάω
κι αν θέλουν ας ακούσουν:

Ο Γολγοθάς στάθηκε για μένα ένας κυριακάτικος
ηλιόλουστος περίπατος
Κανένα φραγγέλιο δε σηκώθηκε για να χτυπήσει στο κορμί μου
ρωμαίος εκατόνταρχος δεν μετάνιωσε για τίποτα
κανείς δεν έγινε άγιος ούτε φωτοστέφανα έλαμψαν
Γιατί από σήμερα μόνο άνθρωποι θα είμαστε
-έτσι θα λέμε ο ένας τον άλλον-
κι αυτό θα φτάνει
Στεφάνι από καλώδια έσφιξαν το κεφάλι μου
μα εγώ τα αγκάθια του πατρικού κήπου
και τα συρματοπλέγματα της φυλακής μου προτίμησα

Κανενός τις αμαρτίες δεν αίρω
ούτε είμαι εδώ για να συγχωρήσω
Δεν ξέρω να συγχωρώ
μα ξέρω πως είναι να κρυώνεις
και να διψάς
να καμπουριάζεις από την ευθύνη
και να μένεις άγρυπνος
Πλέον
καμία συγγνώμη δεν είναι απαραίτητη.
Μόνο ένα ηλιοβασίλεμα θα ήθελα να σηκώσω στους ώμους μου
κι αυτό
την ώρα που ο ήλιος δέχεται τις ριπές των προσευχών
και οι τύψεις γεμίζουν δοχεία παγωμένων δακρύων 
Δεν προσδοκώ ανάσταση νεκρών
κι ούτε μαθητές είχα ποτέ να με ακολουθούν
Ήθελα όλους να σας αποδεχθώ
με την καρδιά μου στα χέρια να πάλλεται
και τα σαπισμένα μου πνευμόνια να βγάζουν σεργιάνι τις χορδές του πόνου σας
Κοιτάξτε παρακαλώ, κοιτάξετε με προσοχή
Κοιτάξτε τα χέρια μου, που ιδρώνουν μέσα σε μια φυλλωσιά δάφνης
κοιτάξτε το στήθος μου, που ανεβοκατεβαίνει στο ρυθμό της αναπνοής σας
κοιτάξτε τα πόδια μου, που σταματούν με πάταγο στον έρημο δρόμο
δείτε τα χέρια μου να πιάνουν τον πυρετό σας.
Αυτά είναι ο Γολγοθάς μου εμένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: