Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Και Μετά

Όταν θα έρθεις, άνοιξε το παράθυρο να ξεβρωμίσει το δωμάτιο
απ' τα τσιγάρα και την κουρασμένη μου ανάσα.
Ζω εδώ πολύ καιρό και οι τοίχοι μ' έχουν στοιχειώσει.
Με ρωτάς γιατί στέκομαι εδώ, γιατί δεν πάω παραπέρα.
Σε ρωτάω "γιατί τόσα πολλά ταξίδια, γιατί τόσα βιβλία;
Εδώ ήμουν, δε με έβλεπες;"

Μάζεψε τα σκουπίδια, ναι το ξέρω, μαζεύτηκαν πολλά
δεν μπορούσα να τα σηκώσω
αλήθεια, δεν είχα χρόνο ούτε την ψυχή μου να ξεσκονίσω.
Πλύνε τα χέρια μου και άπλωσέ τα στα σχοινιά
αν έχει συννεφιά, τίναξε το σεντόνι μου ψηλά, πολύ ψηλά
πιάσε βροχή και κλείσε τη στο συρτάρι να μη μας ξανάβρει
φως και ήλιο να βρούμε, φως και ήλιο. 

Μόνο τους γείτονες ειδοποίησε και πες τους "τέρμα τα πολλά"
ο χρόνος μου δεν φτάνει για ηλίθιες κουβέντες και κουτσομπολιά
μόνο πρόσωπα ευθεία και μάτια που στρέφονται κατάματα στον ήλιο θέλω
από αυτά που βουρκώνουν και μένουν εκεί, σταθερά και απροσπέλαστα.
Φάτσες που γιομίζουν με νυχτερινές σκέψεις, αυτό μάς αξίζει να βλέπουμε.

Σπάσε την τηλεόραση με ένα σφυρί, αργά-αργά.
Και το ραδιόφωνο, μη το λυπηθείς, κάντο κομμάτια.
Τσιγάρα, μπουκάλια και μεγάλες κουβέντες, στο ψυγείο να τα βάλεις.
Ηλίθιους έρωτες, βιασμένους οργασμούς και χιλιοειπωμένες υποσχέσεις σε ένα μεγάλο κουτί κλείσε.
Ενοχές και ωραίες στιγμιαίες αποφάσεις, τις θέλω εδώ, δίπλα μου. 
Και το μυαλό σου θέλω εδώ, να μου κάνει παρέα, για λίγο, ακίνητο
και μετά ξαναβάλτο μπρος και λιάνισέ το πάνω από τους αριθμούς και τη σπουδαία λογική τους.

Κόψε το καλώδιο του τηλεφώνου, δεν περιμένω να ακούσω κάποιον.
Μάζεψε βιβλία και δίσκους κι έλα να μυρίσουμε τις ευωδιές τους
στίχοι, μουσική, αφιερώσεις, βαρύγδουποι τίτλοι να μάς γεμίσουν

και μετά

βάλε τις προσμονές μας να περπατήσουν δίπλα-δίπλα
χώσε τους ανεκπλήρωτους έρωτες στην τσέπη μου
και στους πληρωμένους γύρνα τα νώτα σου.

Κόψε στη μέση τελετές, ανούσια γλέντια και χαμογελαστές
πόζες.
Μόνο κράτα, αν θες, τις βαριές ανάσες της εφηβείας μας
τις στάμπες, τις ζώνες, τα γέλια, τα υγρά παγκάκια
τις άδειες τσέπες, τους ανέστιους έρωτες.

Πόσα Ακόμα Μένουν;

Tί άλλο θα περιμένουμε;
Τί άλλο θα νιώσουμε;
Πόσα ακόμα μένουν;

Τί είναι αυτό που μας κρατά ξύπνιους τα βράδια;
Αυτό που μαδάει τις ψυχές μας τί είναι;

Τι άλλο θα κάνουμε για να νιώσουμε σημαντικοί;
Πότε άραγε θα ξυπνήσουμε ερωτευμένοι
με τον απέναντι
με τη γη
με τον ουρανό
με ό,τι μάς καίει,
με αυτά που χάσαμε κι εκείνα που έρχονται για να τα κερδίσουμε;

Πότε θα δούμε τη μέλισσα να καρπίζει τον ανθό μας;
Πότε θα δούμε το λουλούδι να ανθίζει;
Ποιός λυγμός θα εξημερώσει τα πάθη μας;
Ποιά θάλασσα θα μάς ξεπλύνει;
Ποιά αγκαλιά θα δεχτεί τα δάκρυά μας;
Ποιό χέρι θα μάς δείξει το δρόμο;
Ποιά μπόρα θα μάς ηρεμήσει;
Ποιός άνεμος θα σκορπίσει τις στενοχώριες μας;
Ποιό στήθος θα ταΐσει τις ελπίδες μας;
Ποιά σπλάχνα θα ξηλωθούν για μάς;
Ποια καρδιά θα σπάσει στο άγγιγμά μας;
Ποιά χέρια θα απλωθούν στο πρόσωπό μας;
Ποιό αλκοόλ θα θελήσει να μάς μεθύσει;
Ποιο πρωινό θα νίψει τα άγρυπνα μάτια μας;
Ποιά νύχτα θα μάς υπομένει;
Ποιά μέρα, γλυκά θα μάς κοιμίσει;

Πού είναι οι άλλοι;
Γιατί μείναμε μόνοι;

Ούτε ένα τσιγάρο στο στόμα, ούτε μια φωτιά.
Ας φύγουμε, τώρα που χαράζει.
Τώρα, που ακόμα μπορούμε να κοιτάμε πίσω, το φως.

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Πάντα Οι Χειμώνες Ήταν

Kοιτάζοντας τον ορίζοντα χάνονται μέσα του μια για πάντα.
Όταν το σκοτάδι θα αρχίσει να περονιάζει την ψυχή μας
ας βρούμε τρόπο να την εξεγείρουμε απέναντι στο φως του κόσμου.
Με τα χέρια μας ας προσπαθήσουμε να πολεμήσουμε
με το σώμα μας να αμυνθούμε απέναντι στον ισοπεδωτή χρόνο.
Κι αν νιώσουμε αργά πως είναι
τίποτα δεν έχουμε για να μας περιμένει
κανένας χρόνος δεν πλέκει τον ιστό του γύρω μας.

(Μια λεμονιά έσκυψε προς την πλευρά μου
και μου ψιθύρισε την άνοιξη
ένα μικρό ποτάμι με νανούρισε στις εκβολές του ονείρου του
και το λευκό του ουρανού καθησύχασε τον έρωτά μου).

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ στην πλώρη της εποχής
τσακίστηκα στην πέτρινη θάλασσα και τον άνεμο.
Λυσσομανούσε 'κείνο το βράδυ
παιδεύοντας τη γη
που από τα θεμέλια τρανταζόταν
μα καμωνόταν τη σίγουρη.

Αλλά ο χρόνος δεν άφηνε τα σκήπτρα του πολέμου
κι εμείς αναζητούσαμε των προγόνων τα σπέρματα
καθησυχάζοντας την κενή μας ματιά προς τον κόσμο.

Ο άνεμος με έφερε ως εδώ
πουλί κι εγώ του παρελθόντος
ανοίγομαι στο μέλλον των επιθυμιών μου
και η γη τρίζει
γέρικη πόρτα
σαν την ακουμπώ στην παλάμη μου.
Αυτή με ξέρει καλύτερα από τον ουρανό
κι εκείνος καλύτερα από όλους γνωρίζει την τρικυμία
που πάνω στο πρόσωπό μου ξεκουράζεται.

Τα μάτια μου πυρωμένα σίδερα
τα χέρια μου, χέρια σας
τα στήθη μου σαν από πέτρα
το στόμα μου άνυδρο, στενάχωρο
το πρόσωπό μου αποστεωμένο από σπασμένα χαμόγελα.
Ξαναπλησίασα τις εμμονές μου
και δε βρήκα ούτε μια εύκαιρη.
Εκείνες πάντα με αναζητούσαν.

Παιδί ήμουν κάποτε
κι έτσι, παιδί
μπουσουλάω ακόμα.
Βρέφος.

Τρώω χώματα και μπουμπούκια αμυγδαλιάς
σκαρφαλώνω στις ενοχές μου
σκάβοντας για να βρω τις ρίζες τους
πετάω τα παλιά μου παιχνίδια στις φθινοπωρινές βροχές
καίω τα ανούσια καλοκαίρια
μα κρατώ τους χειμώνες
που μάς έσμιξαν σε αυτούς εδώ τους ξύλινους πάγκους.
Πάντα αυτοί ήταν η δύναμή μας.

Το κρύο
η βροχή
ο πατρικός ουρανός
η υγρή ματιά μας
ένα παγωμένο ξημέρωμα.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Eκεί Που Με Άφησες

Έχω μείνει εκεί που με άφησες
σαν το παιδάκι που φοβάται να κάνει παραπέρα
δεν κινούμαι, δεν αναπνέω
μόνο ένα σαρκοβόρο λουλούδι ζει δίπλα μου
με δαγκώνει γλυκά και φοράει το πρόσωπό μου.

Εκεί που με άφησες είμαι.
Καπνίζω τσιγάρα από μνήμης
πίνω νερό μόνο από συνήθεια.
Πες μου: πώς βρέθηκαν αυτές οι αλυσίδες στα πόδια μου;
Και ποιος έμπηξε αυτό το ακάνθινο στεφάνι στα μηνίγγια μου;
Ξέρεις;

Ο ήλιος δε φτάνει ως εδώ.

Είμαι κάτω από το υπόστεγο της μοναξιάς
είμαι εκεί που με άφησες.

Ξέρω ότι κι εσύ ψάχνεις και δεν βρίσκεις.

Αφήνεις το σώμα σου να περιπλανηθεί στον αέρα
παγώνουν οι επιθυμίες σου στον ουρανό των υποσχέσεων.
Νιότη και γηρατειά έγιναν ένα.
Χειμώνας και καλοκαίρι δεν ανοίγουν τις πόρτες τους πιά.

Κι εμείς ήμασταν χωρίς φίλους, πραγματικούς φίλους
Τα κολπικά σου υγρά ενώνονται με τον οργασμό των ανθρώπων
και φτιάχνουν το ψηφιδωτό της εφηβείας μας.
Ο Έρωτας σου μετατρέπεται σε πόνο
η ηδονή σε υποχρέωση.

Τα σώματα κρύβουν τη γύμνια της ακυρωμένης σάρκας μας
και οι φωνές των ανθρώπων δηλώνουν τον κορεσμό μας.

Αν θελήσεις να με ψάξεις, ρώτα τους ανθρώπους της γέφυρας
Εκείνοι θα σε ζεστάνουν με τα χνώτα τους
κρασί κόκκινο ρέει από το στόμα τους.
Μην έρθεις με άδεια χέρια όπως το συνήθιζες
Φέρε για δώρο τσιγάρα και αλκοόλ
αποσυναρμολόγησε το μυαλό σου και κουβάλα το στα χέρια
θα έρθω μαζί με το λουλούδι στη γέφυρα να σε χαιρετήσω
Σέρνεται πίσω μου, έχει κολλήσει πάνω μου
δεν φταίω, μη φωνάζεις.

Πιες από το κρασί τους και φίλησέ τους με αγάπη.
Είναι πιο ζεστοί και από το καλοκαίρι οι άνθρωποι της γέφυρας.
Είναι αλμυροί όπως το ιδρωμένο σώμα σου.

Χώμα και νερό
η μορφή σου αντανακλάται στα μάτια μου
μα το πρόσωπό σου δεν είναι το ίδιο
μια τυχαία δαγκωματιά του λουλουδιού το ξαναφέρνει στη μνήμη μου
ξυπνάω μέσα στο μυαλό σου και βολτάρω στις σκέψεις σου.
Τίποτα δεν είναι ίδιο.

Ξεπέρασα τη δύναμη της πόλης κι έφτασα σε ένα ξέφωτο.
Μην είσαι θυμωμένος με τα πάθη μας
τόσα ξέραμε, αυτά μάθαμε.

Θα σου ζητήσω να μου διαβάσεις ένα ποίημα
αλλά εσύ δε θα το κάνεις
μόνο που θα το ζωγραφίσεις στον αέρα
θα μου το δώσεις να το κουβαλάω στο ταξίδι μου
και οι λέξεις θα πετάνε σαν πουλιά
στη γη, στον ουρανό, στους κάμπους με τα σπαρτά
νερά κελαριστά θα καταπιούν τις λέξεις
κι έτσι γυμνό από νοήματα και ενοχές
θα το παραδώσουν στην υγρή θάλασσα της ελπίδας μας
αναγκασμένοι να ξαναφτιάξουμε λέξεις για ποιήματα που δεν γράφτηκαν ποτέ
αναγκασμένοι να υπομένουμε χωρίς λέξεις τις σκέψεις μας
αναγκασμένοι να υποστούμε το σκληρό ατσάλι που μόλις τώρα φτιάχτηκε

από σιδεράδες αγνούς
που ματώνουν στον πρώτο χτύπο μιας τυχαίας, εφήμερης λέξης.

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Ήρθα Από Μακριά

Δεν είμαι από εδώ
Ήρθα από μακριά
από κάπου που σας είναι άγνωστα.

Μέσα στο σώμα μου βρέχει συνεχώς
δεν έχω δει ποτέ μου το φως
μα ούτε και τη θάλασσα, 
μόνο που καμιά φορά νομίζω 
ότι ακούω τα κύματά της από μακριά
ή την κοιτάζω ήρεμη πριν φουντώσει η φωτιά μέσα της
Ο αέρας είναι φίλος μου και το χιόνι
κι αυτό, σκεπάζει τις μνήμες μου
μα τα πόδια μου χαρτογραφούν τον κόσμο μας

Δε ήρθα σε σας για την αγάπη
ούτε και για να σας βοηθήσω
Δε με χρειάζεστε.

Ήρθα εδώ για να μπω στο πετσί σας
να γίνω τα παπούτσια σας και το χειμωνιάτικο πανωφόρι σας
να ανακαλύψω τις προσμονές σας
να γκρεμίσω τις ανούσιες ελπίδες σας
να καταλάβω γιατί βρίσκεστε ακόμη καταγής
να βρεθώ μαζί σας την στιγμή ενός φευγαλέου πόνου

Ήρθα εδώ για να χαϊδέψω το μυαλό σας με ανήκουστες μελωδίες
για να απαλύνω το κορμί σας με τις προσευχές μου
Ήρθα μόνος, κανείς δε με ακολουθεί
αλλά υπάρχουν χιλιάδες που έρχονται ξωπίσω μου 

Δεν έχω σπίτι κι η πατρίδα μου έγινε στάχτη
τα παιδιά μου χάθηκαν μέσα σε έναν ξαφνικό κρότο
οι γονείς μου πέθαναν αβοήθητοι μέσα σε μια κραυγή
Μα εγώ είμαι μπροστά σας  
Δεν είμαι από τα μέρη σας, μα κάπου τα έχω ξαναδεί
αυτά εδώ τα κτίρια κάτι μου θυμίζουν
κι αυτοί εδώ οι αμπελώνες με μεθάνε μόνο που τους κοιτάω.
Τα παιδιά σας χαμογελούν με ευχαρίστηση, χορτασμένα
και οι γέροι σας σιγοψιθυρίζουν τα περασμένα
Από εκεί που έρχομαι
οι γέροι κάθονται σκυφτοί και λένε τα μελλούμενα
τα παιδιά ακροβατούν σε τεντωμένα σχοινιά καραβιών
κι οι αμπελώνες ξερνάνε χολή και θειάφι

Κοιτάξτε πάνω στην κορυφή
εκεί θα φτιάξω ένα σπιτάκι
Είστε όλοι καλοδεχούμενοι
ελάτε να γλεντήσουμε το πήγαινε-ελα μας πάνω στη γη
μα ελάτε με άδεια χέρια
και βλέμμα που ρέει μέλι και γάλα
Το τραπέζι θα το στρώσουμε όλοι μαζί
με την ελπίδα της ελευθερίας
Μην χτυπήσετε την πόρτα
τα βήματά σας ακούγονται από μακριά και θα έχω το νου μου
Θα σας περιμένω σε ένα ξέφωτο του δάσους
με γυμνά, βρώμικα χέρια θα πλύνω τα κουρασμένα πόδια σας
και θα κεντήσω τη σκοτεινιά σας με πολύχρωμες κλωστές
Δεν έχω φώτα, μα το δικό μου σκοτάδι λάμπει σαν τον ήλιο
Δεν έχω τραπέζι ούτε και καθίσματα
μα αν ανοίξω τα χέρια μου θα χωρέσετε όλοι
Θα σας ταΐσω με τα σπλάχνα των παιδιών μου
και θα πιούμε το ποτό της λησμονιάς σας.

Θα νιώθω για δώρα τις καρδιές σας
και το βράδυ όλοι μαζί θα κοιμηθούμε σε ένα σώμα
έτσι θα πολεμήσουμε την παγωνιά του κόσμου
έτσι θα τον κάνουμε φίλο μας.