Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Πάντα Οι Χειμώνες Ήταν

Kοιτάζοντας τον ορίζοντα χάνονται μέσα του μια για πάντα.
Όταν το σκοτάδι θα αρχίσει να περονιάζει την ψυχή μας
ας βρούμε τρόπο να την εξεγείρουμε απέναντι στο φως του κόσμου.
Με τα χέρια μας ας προσπαθήσουμε να πολεμήσουμε
με το σώμα μας να αμυνθούμε απέναντι στον ισοπεδωτή χρόνο.
Κι αν νιώσουμε αργά πως είναι
τίποτα δεν έχουμε για να μας περιμένει
κανένας χρόνος δεν πλέκει τον ιστό του γύρω μας.

(Μια λεμονιά έσκυψε προς την πλευρά μου
και μου ψιθύρισε την άνοιξη
ένα μικρό ποτάμι με νανούρισε στις εκβολές του ονείρου του
και το λευκό του ουρανού καθησύχασε τον έρωτά μου).

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ στην πλώρη της εποχής
τσακίστηκα στην πέτρινη θάλασσα και τον άνεμο.
Λυσσομανούσε 'κείνο το βράδυ
παιδεύοντας τη γη
που από τα θεμέλια τρανταζόταν
μα καμωνόταν τη σίγουρη.

Αλλά ο χρόνος δεν άφηνε τα σκήπτρα του πολέμου
κι εμείς αναζητούσαμε των προγόνων τα σπέρματα
καθησυχάζοντας την κενή μας ματιά προς τον κόσμο.

Ο άνεμος με έφερε ως εδώ
πουλί κι εγώ του παρελθόντος
ανοίγομαι στο μέλλον των επιθυμιών μου
και η γη τρίζει
γέρικη πόρτα
σαν την ακουμπώ στην παλάμη μου.
Αυτή με ξέρει καλύτερα από τον ουρανό
κι εκείνος καλύτερα από όλους γνωρίζει την τρικυμία
που πάνω στο πρόσωπό μου ξεκουράζεται.

Τα μάτια μου πυρωμένα σίδερα
τα χέρια μου, χέρια σας
τα στήθη μου σαν από πέτρα
το στόμα μου άνυδρο, στενάχωρο
το πρόσωπό μου αποστεωμένο από σπασμένα χαμόγελα.
Ξαναπλησίασα τις εμμονές μου
και δε βρήκα ούτε μια εύκαιρη.
Εκείνες πάντα με αναζητούσαν.

Παιδί ήμουν κάποτε
κι έτσι, παιδί
μπουσουλάω ακόμα.
Βρέφος.

Τρώω χώματα και μπουμπούκια αμυγδαλιάς
σκαρφαλώνω στις ενοχές μου
σκάβοντας για να βρω τις ρίζες τους
πετάω τα παλιά μου παιχνίδια στις φθινοπωρινές βροχές
καίω τα ανούσια καλοκαίρια
μα κρατώ τους χειμώνες
που μάς έσμιξαν σε αυτούς εδώ τους ξύλινους πάγκους.
Πάντα αυτοί ήταν η δύναμή μας.

Το κρύο
η βροχή
ο πατρικός ουρανός
η υγρή ματιά μας
ένα παγωμένο ξημέρωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: