Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΤΙΘΕΣΗ (2)


ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Έξω έχει βραδιάσει πιά.

Μαρία: Τι κάνεις τόση ώρα εκεί μέσα, τελειώνεις;
Γιώργος: Βγαίνω σε λίγο… χαλάρωσα εντελώς εδώ μέσα.
Μαρία: (Με κινήσεις αίλουρου φτάνει στην πόρτα της τουαλέτας και περιμένει)
Γιώργος: (Φωνάζει) Τι έγινε, ήρθε η παραγγελία; (Σε πολύ λίγο βγαίνει και πέφτει πάνω στην Μαρία. Φωνάζει τρομαγμένος) Ααααα… Παναγία μου… μα τι κάνεις ρε παιδάκι μου μπροστά στην πόρτα; Θέλεις να με στείλεις από καρδιά;
Μαρία: Να σε στείλω ναι, αλλά όχι από καρδιά.
Γιώργος: Τι είναι αυτά που φοράς;
Μαρία: Στολή εκστρατείας μωρό μου. (τονίζει το "μου", σχεδόν το φτύνει ηδονικά)
Γιώργος: Εγώ βλέπω γόβες στιλέτο, ζαρτιέρες και μια διάφανη ρόμπα. Ορεξούλες έχουμε μου φαίνεται.
Μαρία: Κακό είναι;
Γιώργος: Δεν έχω φάει τίποτα.
Μαρία: Ούτε πρόκειται...
Γιώργος: Γιατί; Δεν ήρθε η πίτσα;
Μαρία: Δε θα έρθει.
Γιώργος: Τι έγινε;
Μαρία: Πήρα στην πιτσαρία και ακύρωσα την παραγγελία.
Γιώργος: Τι λες ρε γαμώτο, ποιόν ρώτησες;
Μαρία: Εμένα.
Γιώργος: Εσένα;
Μαρία: Ναι εμένα. Θα μου πεις βέβαια ότι σου στερώ την πίτσα, αλλά έχω κάτι καλύτερο για σένα.
Γιώργος: Τι, έστειλε κανά μουσακά η κυρά Αφροδίτη; Γιατί δε μου το' λεγες απ' την αρχή ρε παιδάκι μου και τρόμαξα; Έλα φέρ' τον γιατί πεινάω σαν λύκος, κόψε και μια χωριάτικη επί τη ευκαιρία.
Μαρία: Όχι, δεν έστειλε κάτι η μάνα μου.
Γιώργος: Ε τότε τι μου λες; Μήπως έστειλε καμία πίτα η μάνα μου από το χωριό;
Μαρία: Άσε τις μανάδες μωρό μου (τονίζει πάλι το "μου") εκεί που βρίσκονται. Άλλο είναι το γεύμα σου απόψε. Δεν πάει το μυαλό σου;
Γιώργος: Ε γαμώ το κέρατό μου γαμώ… πες μου σε παρακαλώ που είναι το φαγητό μου.
Μαρία: Μπροστά σου μωρό μου.
Γιώργος: Μπροστά μου είσαι εσύ και πίσω από 'σένα το σκηνικό της πείνας. (Επιτακτικά) Που είναι το φαγητό μου;
Μαρία: Εγώ είμαι το γεύμα σου. Αν βέβαια επιμένεις για πίτσα, υπάρχει ένα κουτί μανιτάρια στο ψυγείο· μπορείς να με αλείψεις με αυτά, να μου ρίξεις κέτσαπ και να γευτείς την νοστιμότερη πίτσα της ζωής σου.
Γιώργος: Δε μ' αρέσουν τα μανιτάρια.
Μαρία: Για κάτι τέτοια παρακαλούσες κάποτε.
Γιώργος: Κάποτε σ' αυτό το σπίτι έτρωγα κι ένα πιάτο φαϊ, τώρα… ούτε να παραγγείλω δεν μπορώ.
Μαρία: Είναι πιο σημαντικό το φαγητό σου από εμάς;
Γιώργος: Από εμάς! Από εμάς! Τι σχέση έχουμε εμείς με όλα αυτά, ε;
Μαρία: Σαν σήμερα γνωριστήκαμε... πριν από δέκα χρόνια.
Γιώργος: Σαν σήμερα γνωριστήκαμε; Μπράβο μας, συγχαρητήρια. Τρώγονται οι επέτειοι;
Μαρία: Δεν είμαστε ούτε σαράντα χρονών και έχουμε καταντήσει γέροι.
Γιώργος: Σαν σήμερα γνωριστήκαμε, σαν αύριο παντρευτήκαμε, σαν μεθαύριο κάναμε το ένα, σαν προχθές έγινε το άλλο. Τα βαρέθηκα όλα αυτά. Πώς γίνεται ρε παιδάκι μου να είσαι τόσο χύμα και να θυμάσαι όλες αυτές τις επετείους; Άκου λέει "σαν σήμερα γνωριστήκαμε"! Ε και τι έγινε;
Μαρία: Προσπαθώ να σώσω το γάμο μου.
Γιώργος: Α ναι; Με τι τρόπο δηλαδή; Με το να ντύνεσαι σαν πουτάνα και να θυμάσαι επετείους;
Μαρία: Καθένας με τον τρόπο του.
Γιώργος: Και για να' χουμε καλό ρώτημα, τι έχει ο γάμος μας και έχεις αναλάβει τη σωτηρία του;
Μαρία: Τα χάλια του, δε το βλέπεις; Εμφανίζομαι μπροστά σου σχεδόν γυμνή και σκέφτεσαι το φαγητό. Είναι γάμος αυτό;
Γιώργος: Όχι ρε Μαρία, είναι γάμος να φοράς ζαρτιέρες και να ζητάς πήδημα. Έτσι σκέφτεσαι να τον σώσεις;
Μαρία: Είναι μια καλή αρχή. Πάω να ντυθώ.
Γιώργος: Μια καλή αρχή είναι να ξεχάσεις όλες τις επετείους και να αρχίσεις να ψάχνεις για δουλειά, κατάλαβες;
Μαρία: Δουλειά, δουλειά… λεφτά, λεφτά. Μόνο εκεί έχεις το νου σου;
Γιώργος: Απ' το νου μου έχεις την άνεση να φιλοσοφείς, απ' τα λεφτά που βγάζω με το μυαλό μου και μόνο.
Μαρία: Από πότε το γλείψιμο έγινε μυαλό;
Γιώργος: Το θες έτσι; Κανένα πρόβλημα. Από το γλείψιμο λοιπόν έχεις τις ζαρτιέρες που φοράς, από το γλείψιμό μου είσαι τόσο άνετη και απορρίπτεις τα λεφτά και τη δουλειά μου. Εγώ έχω το γλείψιμο. Εσύ τι έχεις να αντιπροτείνεις;
Μαρία: Ειλικρίνεια.
Γιώργος: Πάρε το αυγό και κούρευ' το. Έχεις κάτι πρακτικό κορίτσι μου; Κανά νοίκι; Κανά σπίτι απ' το μπαμπά; Κανά οικόπεδο; Έχεις κάτι; μην απαντάς… ξέρω. Εσύ έχεις την ειλικρίνεια σου. Μπράβο, μεγάλη υπόθεση.
Μαρία: Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.
Γιώργος: Το ίδιο ετοιμαζόμουν να σου πω κι εγώ. Για πήγαινε έξω στη ζωή να δεις πως είναι και μετά έλα πες μου εμένα για ειλικρίνεια. Πόσο στοιχίζει η ειλικρίνεια σου, μπορείς να μου πεις;
Μαρία: Δεν μπορείς να καταλάβεις την αξία της. Δεν μπορείς να την ακουμπήσεις.
Γιώργος: Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου;
Μαρία: Πολύ θα' θελα να μάθω.
Γιώργος: Είναι απλό: Είσαι στον κόσμο σου. Νομίζεις ότι έχεις την απόλυτη αλήθεια, ενώ οι αλήθειες είναι πολλές.
Μαρία: Για πες μου τη δικιά σου.
Γιώργος: Δεν έχω καμία συγκεκριμένη.
Μαρία: Αλλά ξέρεις ότι υπάρχουν πολλές.
Γιώργος: Έλεγες να ντυθείς απ' ό,τι θυμάμαι. Θα βάλεις τελικά κάτι επάνω σου ή να βγάλω κι εγώ το μπουρνούζι;
Μαρία: Δε βάζω τίποτα, μ' αρέσω έτσι.
Γιώργος: Κανένα πρόβλημα. Τα ρούχα δεν κάνουν τον παπά, πόσο μάλλον όταν είναι ζαρτιέρες. Άκουσε με λίγο.
Μαρία: Σ΄ ακούω.
Γιώργος: Ρε Μαρία, πως να στο πω... είναι ώρα να ξεκολλήσεις από θεωρίες και αλήθειες. Η ζωή είναι περίεργη, κάνει κωλοτούμπες και σε παίρνει από κάτω. Επιτέλους, σταμάτα την οικογενειακή παράδοση της χαζομάρας.
Μαρία: Δηλαδή;
Γιώργος: Άστο κορίτσι μου, άστο καλύτερα.
Μαρία: Δεν θα πετάς κάτι και θα το αφήνεις έτσι. Θα μιλήσεις;
Γιώργος: Αφού επιμένεις... ο πατέρας σου κομμουνιστής δεν ήταν;
Μαρία: Ο πατέρας μου ήταν και είναι κομμουνιστής.
Γιώργος: Ωραία. Ο δικός μου πατέρας κομμουνιστής κι αυτός. Άλλωστε, ως παιδιά παλιών συντρόφων γνωριστήκαμε κι εμείς. Σωστά;
Μαρία: Σωστά, αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά;
Γιώργος: Είναι ξεκάθαρο. Μια ηλίθια ιδεολογία έστειλε τους πατεράδες μας διακοπές στα ξερονήσια κι ανάγκασε τις γυναίκες τους να μεγαλώνουν μόνες τους τα παιδιά τους.
Μαρία: Δεν είναι τόσο απλό, οι πατεράδες μας δεν πήγαν στα ξερονήσια λόγω της ηλίθιας, όπως λες, ιδεολογίας τους.
Γιώργος: Αλλά γιατί πήγαν; Τους άρεσε το κλίμα και το φαγητό;
Μαρία: Κόψε την ειρωνεία και σεβάσου ότι κάποιοι άνθρωποι αγωνίστηκαν για τα πιστεύω τους.
Γιώργος: Χα χα χα ... λίγο εγωιστικό μου ακούγεται αυτό. Τι πάει να πει για τα πιστεύω τους;
Μαρία: Για μας το έκαναν ρε, για να μπορείς εσύ σήμερα να δουλεύεις σαν άνθρωπος, να έχεις ελευθερίες, να απαιτείς. Κατάλαβες;
Γιώργος: Δηλαδή αν κατάλαβα καλά, αγωνίστηκαν για να μπορώ εγώ να δουλεύω δωδεκάωρα, να έχω δόσεις που τρέχουν από παντού και να βλέπω μεσημεριανά ελεύθερα;
Μαρία: Μια ζωή ισοπεδωτικός. Κοίτα, έχω αρχίσει να κουράζομαι μ' αυτή την κουβέντα. Θέλω κι εγώ να σε ρωτήσω κάτι. Μπορώ;Γιώργος: Είμαι όλος αυτιά.
Μαρία: Σου αρέσω σαν γυναίκα;
Γιώργος: Είσαι η γυναίκα μου.
Μαρία: Δεν σε ρώτησα τι είμαι. Σε ρώτησα αν σου αρέσω.
Γιώργος: Ναι μου αρέσεις.
Μαρία: Αν, όπως λες, σου αρέσω, τότε γιατί πηδάς τη Μίρκα;
Γιώργος: Άντε πάλι με αυτή τη Μίρκα, ξεκόλλα.
Μαρία: (Χτυπάει ρυθμικά τα χέρια της στα γόνατά της) Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μίρ-κα
Γιώργος: Είπαμε ξεκόλλα, είναι ενοχλητικό.
Μαρία: (Ψιθυριστά τώρα) Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μίρ-κα, καλύτερα τώρα;
Γιώργος: Μαρία σταμάτα, γιατί η υπομονή μου εξαντλείται.
Μαρία: Πάλι; Νόμιζα, ότι τα είχα καταφέρει νωρίτερα, αλλά καλά έκανες και μηδένισες το μετρητή γιατί θα χρειαστείς μεγάλες ποσότητες υπομονής σήμερα.
Γιώργος: Εσύ κορίτσι μου δεν τρώγεσαι με τίποτα…
Μαρία: Αυτό το κατάλαβα και νωρίτερα. Είπαμε: ή πίτσα ή… καθόλου
Γιώργος: Πολύ αστείο, θέλω επίσης να …
Μαρία: (Τον διακόπτει) Σσσσσσσς …
Γιώργος: Τι έγινε;
Μαρία: Χαλάς τη σκέψη μου… προσπαθώ να υπολογίσω για δύο χρόνια δικής μου υπομονής, πόση υπομονή μπορείς να δείξεις εσύ. Αν το καλοσκεφτείς δεν είναι και τίποτα φοβερό, αλλά έχω σκοπό να το δυσκολέψω λίγο. Πως σου φαίνεται, τα δύο δικά μου χρόνια υπομονής και μοναξιάς να γίνουν μια νύχτα δικιάς σου υπομονής, αλλά πρόσεξε, όχι μοναξιάς. Θα σου δώσω ό,τι μου στέρησες αυτά τα δυο χρόνια: παρέα.
Γιώργος: Μα τι λες τόση ώρα και κάθομαι και σ΄ ακούω, έχεις τρελαθεί εντελώς;
(Χτυπάει το τηλέφωνο)Μαρία: Άσε το σηκώνω εγώ, εσύ σκέψου την προσφορά μου. Εμπρός; Ναι, ναι, τι κάνετε… Δεν είναι εδώ αυτή τη στιγμή… Ναι εντάξει θα του το πω… Καληνύχτα.
Γιώργος: Ποιος ήταν;
Μαρία: Η διαχειρίστρια, κάτι σε ήθελε για τα καλοριφέρ. Πρέπει, λέει, να επισκευαστούν πριν μπει ο χειμώνας.
Γιώργος: Και γιατί είπες ότι δεν είμαι εδώ;
Μαρία: Είσαι;
Γιώργος: Δε με βλέπεις;
Μαρία: Κάτι βλέπω… λοιπόν για να μη τα πολυλογούμε, σκέφτηκες την προσφορά μου;
Γιώργος: Δε σκέφτηκα τίποτα, βαρέθηκα αυτό τον ηλίθιο διάλογο και άλλη φορά να με δίνεις στο τηλέφωνο όταν είμαι σπίτι, γιατί ΕΙΜΑΙ σπίτι. Κατάλαβες; Ειδικά όταν είναι η κ. Μιχαλοπούλου. Ξεχνάς ότι έχει τρία χρόνια να μας ανεβάσει το ενοίκιο;
Μαρία: Εσύ ξεχνάς ότι είναι μια κουτσομπόλα, που έγινε διαχειρίστρια για να ξέρει από πρώτο χέρι τι τρέχει στα σπίτια των άλλων;
Γιώργος: Δε με ενδιαφέρουν τα βίτσια της. Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι μας συμπαθεί και ζητάει πάντα τη γνώμη μας.
Μαρία: Όχι τη γνώμη μας. Τη γνώμη σου ζητάει.
Γιώργος: Μα πώς ρε Μαρία να μιλήσει μαζί σου, όταν κάθε φορά που τη βλέπεις ξυνίζεις τα μούτρα σου;
Μαρία: Δεν ξέρεις γιατί;
Γιώργος: Ναι ξέρω, ξέρω. Τα έχουμε ξαναπεί όμως αυτά. Εδώ κοιτάμε το συμφέρον μας, δεν κοιτάμε να δυσκολεύουμε τη ζωή μας για μαλακίες.
Μαρία: Για μαλακίες ε;
Γιώργος: Ε βέβαια για μαλακίες. Επειδή δηλαδή σου καρφώθηκε στο κεφάλι ότι με γουστάρει… θα' θελες δηλαδή να πληρώνουμε παραπάνω ενοίκιο;
Μαρία: Θα' θελα να ήσουν κύριος και όχι να χαριεντίζεσαι για ένα ενοίκιο.
Γιώργος: (Γελάει δυνατά) Μιλάει η κυρία… έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη με τις ζαρτιέρες και τις γόβες; Μόνο το μαστίγιο σου λείπει. Είσαι πολύ περίεργη τελικά. Τι νομίζεις, ότι θ' αλλάξεις τον κόσμο; Αυτό νομίζεις;
Μαρία: Τι σχέση έχει αυτό ρε; Απλά σου ζητάω να είσαι κύριος. Ξέρεις τι σημαίνει κύριος;
Γιώργος: Ξέρω τι σημαίνει και το ξέρουν και αυτοί που συνεργάζομαι μαζί τους κάθε μέρα.
Μαρία: Αυτό τώρα για καλό το είπες; Ξέρεις ποια είναι η γνώμη μου για όλους αυτούς.
Γιώργος: Ξέρω, ξέρω… είναι η γνώμη που έχεις για όλο τον κόσμο. Έχεις γίνει δύστροπη και απαιτητική με τους ανθρώπους, λες κι εσύ τα ξέρεις όλα ενώ όλοι οι υπόλοιποι είμαστε ηλίθιοι. Τέλος πάντων, αυτό που με ενδιαφέρει εμένα είναι να με δίνεις στο τηλέφωνο όταν με ζητάνε, δηλαδή για να στο πω αλλιώς, να κάνεις τα αυτονόητα.
Μαρία: Κάτι είπες τώρα, απλό είναι αυτό; Όλοι για τα αυτονόητα παλεύουν.
Γιώργος: Κι εγώ μαζί τους τότε.
Μαρία: Άστα τώρα αυτά και απάντησέ μου: Δέχεσαι ή όχι;
Γιώργος: Τι πράγμα;
Μαρία: Είπαμε… δύο χρόνια υπομονής μου με μια νύχτα δικιάς σου. Είναι πολύ δίκαιη προσφορά, μη τη χάσεις.
Γιώργος: Απ' ό,τι βλέπω, το παραλήρημά σου δεν πρόκειται να σταματήσει κι εγώ πεινάω. Αλήθεια... για πες μου κάτι τελευταίο… είναι γνώρισμα των αριστερών αυτό;
Μαρία: Αυτό ποιο;
Γιώργος: Να, κι ο πατέρας σου άμα αρχίσει δεν τελειώνει, επιμένει. Φαίνεται κι εσύ από 'κει το 'χεις πάρει.
Μαρία: Ο κυρ-Γιάννης δεν επιμένει αν πιστεύει ότι έχει άδικο. Ούτε παραληρεί, όπως λες, ούτε φαντάζεται πράγματα.
Γιώργος: Ο κυρ-Γιάννης δε φαντάζεται… εντάξει.
Μαρία: Το θέμα μας δεν είναι ο πατέρας μου. Εμείς είμαστε το θέμα.
Γιώργος: Εμείς δεν έχουμε τίποτα Μαρία, είμαστε καλά. Ό,τι πρόβλημα υπάρχει, υπάρχει επειδή δεν μπορείς να δεις την πραγματικότητα και είσαι κολλημένη με τα ίδια και τα ίδια…
Μαρία: Περιμένω να απαντήσεις στην ερώτησή μου.
Γιώργος: … Ο κομμουνισμός, οι εξορίες, η εργατική τάξη και τρίχες κατσαρές. Σύνελθε.
Μαρία: Ποια εργατική τάξη και μαλακίες μου λες; Ποιος μίλησε για εργατική τάξη;
Γιώργος: Ούτε οι ιεχωβάδες δεν κάνουν έτσι, εσύ που είσαι και…
Μαρία: (Τον χαστουκίζει) Απάντησε στην ερώτησή μου τώρα, δεν θα με κοροϊδέψεις με τα μαρκετινίστικα κόλπα που έμαθες στην κωλόσχολή σου! Μ' εμένα θα είσαι ειλικρινής. Τέρμα τα παιχνίδια. Σε περιμένω…
Γιώργος: (Βάζει το σακάκι του και παίρνει τα κλειδιά) Πάω να φάω κάτι έξω, είναι αργά. Αυτό που έγινε σήμερα δε το ξεχνάω. Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή.
Μαρία: Ούτε εγώ θέλω να το ξεχάσεις. Τώρα θα τα πούμε, δεν υπάρχει άλλη στιγμή.
Γιώργος: Μη με περιμένεις…
Μαρία: Πας να βρεις την άλλη ε; Ξέρει ο προϊστάμενός σου ότι είσαι τόσο άντρας, που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τη γυναίκα σου; Ότι πηδάς άλλες; Τα ξέρει όλα αυτά;
Γιώργος: Έχεις πρόβλημα κοριτσάκι μου…καληνύχτα.
Μαρία: Θα δούμε ποιος έχει πρόβλημα. Όποιος μένει ή αυτός που φεύγει; Καληνύχτα…

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το ενδιαφέρον συνεχίζεται και στην Πράξη ΙΙ.

Εδώ, τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται πιο συγκεκριμένα, γεγονός που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να αφαιρεθεί από τις γρήγορες εναλλαγές - πάσες που ανταλλάσσουν οι δύο ήρωες. Ο διάλογος απογειώνεται ομαλά σε πλαίσιο σταθερής απόκλισης και αυτό που περιμένουμε είναι η κατάληξη, το σημείο τύξης της λεκτικής σύγκρουσης.

Η σύγκλιση δε φαντάζει πιθανή για την ώρα, ούτε η ψυχο-συναισθηματική ούτε η σαρκική. Και αυτό όμως σχετικό είναι. Η διαμάχη απέκτησε επιπλέον ποιοτικά χαρακτηριστικά από αυτά της Πράξης Ι που αφορούσαν κυρίως την εσωτερική απογοήτευση για τη συμπεριφορά του συντρόφου και του έξω κόσμου.

Η εσωστρέφεια εμπλουτίζεται από την εξωστρέφεια. Η στασιμότητα έχει περάσει την πόρτα και βρίσκεται ήδη στο σαλόνι του ζευγαριού. Η αποξένωση τρέφεται από την ιδεότυπη ιδεολογία και τη διαφορετική χρήση της στο συγχρονικό περιβάλλον. Η προσαρμογή και η εφαρμογή των ιδεολογικών αναφορών έχει δύο τακτικές. Σύγκρουση ουτοπίας και υποταγής για τον έναν, σύγκρουση ιδεολογικής αφέλειας και πραγματισμού για τον άλλον.

Εξίσου εκρηκτική και η ύπαρξη του τρίτου προσώπου. Πυροδοτεί τον γυναικείο εγωισμό, πλήττει την απαίτηση της συζυγικής πίστης, χτυπά το καμπανάκι της αποξένωσης με την εξω-συζυγική ανδρική νυχτοπερπατησιά.

Η τροφή σε συμβολισμό. Η ανάγκη για τροφή έχει δυιστική αντίθετη αναζήτηση: ο ένας θέλει να καλύψει τη σωματική απαίτηση για τροφή και ο άλλος τη συναισθηματική. Τροφή - Φαγητό, το μοναδικό πράγμα στο οποίο συγκλίνουν οι δύο ήρωες είναι ακριβώς αυτό: η απουσία τροφής.

Εν αναμονή της Πράξης ΙΙΙ.

Αντικριστής