Τρίτη 3 Μαΐου 2011
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
ΑΙΜΑ ΚΑΚΟ...

Με αφορμή τη θεατρική παράσταση "Αίμα Κακό" που παρακολούθησα χθες με σκηνοθέτη και μοναδικό (πρωτ-) αγωνιστή τον Άρη Ρέτσο, σκέφτηκα να παραθέσω το υπέροχο κείμενο πάνω στο οποίο στηρίζεται η παράσταση. Πρόκειται για το ομώνυμο κεφάλαιο ("Αίμα Κακό") του βιβλίου "Μια Εποχή Στην Κόλαση" του Γάλλου ποιητή Αρθούρου Ρεμπώ (1854-1891). Πιστεύω, πως πριν κάποιος-α αποφασίσει να δει αυτήν την παράσταση, θα ήταν χρήσιμο, να έχει διαβάσει το κείμενο ώστε να αντιληφθεί καλύτερα το ύφος και τη δυναμική της. Επίσης, προφανώς τεχνικοί- ή μπορεί και σκηνοθετικοί- λόγοι κάνουν πολλές φορές το κείμενο δυσ-άκουστο, οπότε και για αυτό το λόγο καλό είναι να πάτε "διαβασμένοι". Έτσι κι αλλιώς πάντως πρόκειται για κάτι πολύτιμο. Απολαύστε το.
Κληρονόμησα από τους Γαλάτες προγόνους μου
τ’ ασπρογάλαζο μάτι, το στενό τους κρανίο και την αγαρμπισιά τους στην πάλη. Το ντύσιμό μου είναι βάρβαρο σαν το δικό τους. Μόνο δεν λαδώνω τα μαλλιά μου.
Οι Γαλάτες ήταν γδάρτες αγριμιών
και κάφτες σανών οι πιο αδέξιοι της εποχής τους.
Απ’ αυτούς πάλι κρατώ: την ειδωλολατρεία
και την ακράτητη ορμή της ιεροσυλιάς- ω- όλες
τις διαφθορές, οργή κι ασέλγεια (την τρανή ασέλγεια) και πάνω από όλα ψέμα και τρυφηλότητα
Μισώ όλα τα επαγγέλματα.
Αρχιμάστοροι κι εργάτες, άξεστοι χωριάτες όλοι τους.
Ένα χέρι με πέννα αξίζει όσο κι ένα χέρι μ΄ αλέτρι.
Τι εποχή χεριών. Δε δύναμαι να ξεχωρίσω το χέρι μου.
Κι εξάλλου η οικογενειακή ζωή σου χάνει τον προορισμό.
Η καλή συμπεριφορά των ζητιάνων μού προξενεί δυσφορία.
Αηδία μού προξενούν οι εγκληματίες, σαν τους ευνουχισμένους.
Όσο για μένα, αυτός που είμαι, είμαι, κι είν’ αρκετό.
Αλλά ποιος μου έδωκε γλώσσα τόσο πονηρή,
ικανή να διαφεντεύει και να περιφρουρεί τη ραθυμία ως τώρα;
Χωρίς ποτέ να κάνω χρήση του κορμιού μου,
οκνότερος κι από βατράχι,
έζησα παντού.
Δεν υπάρχει οικογένεια στην Ευρώπη να μην την γνωρίζω.
Θέλω να πω οικογένειες σαν τη δική μου χρωστούν τα πάντα στην Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Έπιασα σχέσεις με το γιο κάθε άσπιλης οικογένειας.
***
Αν είχα βρει συνταύτιση μ΄ ένα περιστατικό
οποιοδήποτε- της ιστορίας της Γαλλίας.
Αλλά όχι, ποτέ.
Είναι φανερό πως η φυλή μου στάθηκε κατώτερη, πάντα.
Δε μπορώ να νιώσω την επανάσταση.
Η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει: καθώς οι λύκοι παίρνοντας τ΄ αγρίμι καταπόδι, δίχως να το σκοτώνουν.
Στοχάζομαι την ιστορία της Γαλλίας,
πρωτότοκης θυγατέρας της Εκκλησίας.
Ξωμάχος, περιτρυγύρισα τους Άγιους Τόπους,
η φαντασία μου βρίθει με δρόμους σουαβητικούς αμαξωτούς,
πανοράματα του Βυζαντίου, τείχη της Ιερουσαλήμ.
Λεπρός, έκατσα πάνω σε σπασμένα κανάτια και τσουκνίδες,
σύρριζα σ’ ένα ντουβάρι μασημένο από τον ήλιο.
Αργότερα, σιδηρόφραχτος ιππότης, περιπλανήθηκα κάτω απ’ άστρα γερμανικά.
Αργότερα, σιδηρόφραχτος ιππότης, περιπλανήθηκα κάτω απ’ άστρα γερμανικά.
Α! Να’ μαι πάλι, ξέφρενα χορεύοντας σ’ ένα ξέφωτο με κόκκινες ανταύγειες, αντάμα με γριές και με παιδιά.
Η μνήμη μου δεν προχωρεί πέρα από τη χώρα αυτή και τη Χριστιανοσύνη.
Ποτέ δεν θα πάψω να βλέπω τον εαυτό μου μεσ’ από το σχήμα αυτό. Μα πάντα μόνος, ανέστιος.
Κι η γλώσσα ποια να ‘ταν που μιλούσα;
Δε βλέπω ποτέ τον εαυτό μου μες στις διδαχές του Χριστού,
μήτε στις προτροπές των ιερατικών προϊσταμένων-αντιπροσώπων του Χριστού.
μήτε στις προτροπές των ιερατικών προϊσταμένων-αντιπροσώπων του Χριστού.
Τι ήμουν στον περασμένο αιώνα; Ίχνος δεν διακρίνω σήμερα.
Μήτε γυρολόγοι ούτε σκοτεινοί πόλεμοι.
Η πρόστυχη φυλή τα κουκούλωσε όλα- ο λαός, ως λένε- η λογική, το κράτος, η επιστήμη.
Ω! Η επιστήμη. Διόρθωσε τα πάντα, χωρίς να αφήσει τίποτα ορθό.
Για την ψυχή και το κορμί (ευχέλαιο) έχουν την ιατρική και τη φιλοσοφία, ρετσέτες για αγαθές γυναίκες, και λαϊκούς σκοπούς διασκευασμένους.
Γεωγραφία, κοσμογραφία, μηχανική, χημεία!...
Η επιστήμη, η νέα πανύψηλη τάξη. Πρόοδος.
Ο κόσμος βαδίζει εμπρός.
Ο κόσμος βαδίζει εμπρός.
Γιατί τάχα να μη βαδίζει πίσω;
Να τ’ όραμα των αριθμών.
Διανύουμε πορεία προς το πνεύμα.
Μην αμφιβάλλετε ούτε λεπτό για τον χρησμόν αυτόν, σας λέγω.
Καταλαβαίνω και μην γνωρίζοντας πώς να το εκφράσω χωρίς να χρησιμοποιήσω λέξεις βλάσφημες, σιωπώ.
***
Ξανάρχεται της ειδωλολατρείας το αίμα!
Το πνεύμα βρίσκεται κοντά.
Ο Χριστός γιατί να μη με βοηθήσει χαρίζοντας στην ψυχή μου ηθική τελείωση κι ελευθερία;
Αλλοίμονο.Το ευαγγέλιο πέρασε. Το Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο.
Αλλοίμονο.Το ευαγγέλιο πέρασε. Το Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο.
Λαίμαργα καραδοκώ το Θεό.
Στον Αιώνα τον άπαντα θα παραμείνω πρόστυχη ράτσα.
Στον Αιώνα τον άπαντα θα παραμείνω πρόστυχη ράτσα.
Είμαι στην παραλία της Βρετάνης.
Ανάβουν οι πόλεις το βράδυ. Ξοδεύτηκε η μέρα μου.
Εγκαταλείπω την Ευρώπη.
Ο αέρας της θάλασσας θα κάψει τα πλεμόνια μου.
Ο αέρας της θάλασσας θα κάψει τα πλεμόνια μου.
Παράξενα κλίματα θα τσουρουφλίσουν το πετσί μου.
Να κολυμπώ, να συνθλίβω τη χλόη, να κυνηγώ και πιο πολύ να καπνίζω.
Να κολυμπώ, να συνθλίβω τη χλόη, να κυνηγώ και πιο πολύ να καπνίζω.
Να ρουφώ δυνατά ηδύποτα σαν καυτό μέταλλο, καθώς συνήθιζαν οι ακριβοί πρόγονοι, τριγύρω στις φωτιές.
Θα γυρίσω πάλι με δέρμα μελαμψό, σιδερένια μέλη, μάτι φλογερό: όποιος με δει θα νομίζει πως βαστώ από γερή ράτσα.
Θα’ χω χρυσάφι, θα’ μαι τεμπέλης και χυδαίος.
Οι γυναίκες παραστέκονται τέτοιους φλογισμένους άρρωστους γυρνώντας πίσω από κλίματα τροπικά.
Θ’ ανακατευτώ με την πολιτική. Σώθηκα.
Τώρα είμαι απόβλητος. Αισθάνομαι απέχθεια για την πατρίδα.
Ένας ύπνος ολομέθυστος στην αμμουδιά,
αυτό αξίζει και τ’ άλλα κουραφέξαλα.
***
Δεν προχωρούμε.
Πάλι πίσω στους παλιούς δρόμους, φορτωμένους απ’ το πάθος μου, το πάθος όπου φύτρωσε τούτες τις ρίζες του πόνου στα πλευρά μου από την εποχή της λογικής- κι ανεβαίνει στον ουρανό, με κατακερματίζει, με γυρίζει ανάποδα, με παρασύρει.
Η ύστατη αγνεία κι η ύστατη δειλία. Ειπώθηκε. Να μην αφιερώνω τις αδυναμίες μου και τις αηδίες μου στον κόσμο.
Εμπρός. Η πορεία, το φορτίο, η έρημος, οργή και πλήξη.
Εμπρός. Η πορεία, το φορτίο, η έρημος, οργή και πλήξη.
Σε ποιόν να πουληθώ;
Ποιο θηρίο να λατρέψω;
Ποια ιερή εικόνα καταπατιέται;
Ποιες καρδιές να συντρίψω;
Ποια ψέματα να ασπαστώ;
Σε ποιο αίμα να τσαλαβουτήσω;
Καλύτερα, να μην μπλέξεις με την εξουσία.
Η αχαΐρευτη ζωή, η τέλεια αποκτήνωση,- με λιπόσαρκο χέρι να σηκώσω το καπάκι της κάσσας, να κάτσω, να πάω από ασφυξία.
Ούτε γεράματα έτσι, ούτε κίνδυνοι: δεν είναι ο τρόμος Γάλλος. Α! Τόσο ολοκληρωτικά παραπεταμένος είμαι ώστε προσφέρω σ’ όποιο είδωλο τ’ ορμέμφυτό μου για την κατάκτηση της τελειότητας. Ω, αυταπάρνηση μου, ω θεσπέσια φιλευσπλαχνία μου. Κι όμως, εδώ κάτω. De profundis, Domine,
Τι ζώο είμαι.
***
Παιδί ακόμα, θαύμαζα τον σκαιό κατάδικο που πάντα έκλειναν πίσω από τις πόρτες της φυλακής.
Έψαχνα τα πανδοχεία και τις νοικιασμένες κάμαρες τις αγιασμένες με την παρουσία του.
Ατένιζα με το δικό του ιδανικό το μπλε του ουρανού και τον ανθισμένο μόχθο της εξοχής.
Ερμήνευα το πεπρωμένο του στις πόλεις.
Ερμήνευα το πεπρωμένο του στις πόλεις.
Ήταν από έναν άγιο πιο αγέρωχος, από έναν ποντοπόρο πιο νουνεχής- αυτός! Μάρτυρας του λογισμού και του θριάμβου του.
Πάνω σε δημοσιές, κάτω απ’ τη νύχτα του χειμώνα δίχως σκεπή, δίχως κουρέλι, δίχως ψωμί, ένας φθόγγος έσφιγγε την παγωμένη καρδιά μου.
"Τόλμη ή δειλία: τόλμη για σε. Δεν ξέρεις πού και γιατί τρέχεις.
Έμπα παντού, αποκρίσου σ’ όλα.
Αν γίνεται να σκοτώσουν ένα πτώμα, τότε να φοβάσαι μήπως σε σκοτώσουν".
Το πρωί το βλέμμα μου είχε χαθεί στο άπειρο κι η όψη μου είχε τόσο αδειάσει ώστε κι αν κάποιον αντάμωσα δεν θα με παρατηρούσε.
Στις πόλεις, ο βόρβορος έλαμπε έξαφνα κόκκινος και μαύρος, πανόμοιος με καθρέφτη αντανακλώντας την φλόγα λάμπας από δωμάτιο σε δωμάτιο, σαν θησαυρός σε δάσος.
Καλή τύχη, κραύγαζα γοερά κι αντίκρυζα ένα πέλαγο γεμάτο καπνό και λάμψη στον ουρανό και δεξιά κι αριστερά λαμπάδιαζαν τα πλούτη του κόσμου σαν ένα δισεκατομμύριο κεραυνοί.
Αλλά το όργιο κι η συντροφιά των γυναικών μού ήσαν απαγορευμένα.
Σύντροφος κανένας.
Είδα τον εαυτό μου περικυκλωμένο από ένα λυσσασμένο πλήθος αντίκρυ στο εκτελεστικό απόσπασμα να οδύρομαι από δυστυχία γιατί δεν μπορούσαν να με νιώσουν όμως συγχωρώντας τους- σαν την Ιωάννα Ντ’ Αρκ!
"Δάσκαλοι, παπάδες, αφεντάδες, κάνετε λάθος παραδίνοντας με στις αρχές. Βαστώ από ράτσα που τραγούδησε στα βασανιστήρια. Ποτέ δεν κατάλαβα τους νόμους. Δεν έχω συναίσθηση της ηθικής είμ’ ασύδοτος. Κάνετε λάθος".
Το παραδέχομαι, σφάλησα τα μάτια μου στο φως σας. Είμαι χτήνος. Νέγρος. Όμως υπάρχει τρόπος να σωθώ. Μα σεις δεν είστε παρά ψευτονέγροι, μανιακοί, αγριάνθρωποι, φιλάργυροι. Έμπορα, είσαι νέγρος· δικαστή, είσαι νέγρος· στρατηγέ είσαι νέγρος· αυτοκράτορα, παλιά φαγούρα, είσαι νέγρος· έχεις πιει αφορολόγητο ποτό από το διυλιστήριο του Διαβόλου.
Πυρετός και καρκίνος εμπνέουν τούτο το λαό.
Οι γέροι κι οι ανάπηροι είναι τόσο σεβαστοί ώστε δεν γίνονται αλλιώς παρά βραστοί. Προτιμότερα να αφήσεις την Ήπειρο αυτή που η παραφροσύνη δολοπλοκεί για να ταΐσει μ’ όμηρους αυτούς τους ελεεινούς.
Μπαίνω στο βασίλειο της Αφρικής.
Μήπως γνωρίζω καν τη φύση;
Μήπως γνωρίζω καν τον εαυτό μου;
Όχι πια λέξεις.
Θάβω τους πεθαμένους στην κοιλιά μου.
Ιαχές, τύμπανα, χορός, χορός, χορός, χορός.
Δεν βλέπω την ώρα να πέσω στο κενό καθώς ξεμπαρκαίρνουν οι λευκοί.
Πείνα, δίψα, κραυγές, χορός, χορός, χορός, χορός.
***
Ξεμπαρκαίρνουν οι λευκοί.
Το κανόνι.
Ανάγκη πάσα ν’ ανανήψουμε, να φορέσουμε ρούχα, να πιάσουμε δουλειά.
Δέχτηκε το πλήγμα της θείας χάρης η καρδιά μου.
Ω! Γιατί να μην το είχα μαντέψει!
Δεν έκανα κακό κανένα.
Ελαφρές οι μέρες μου θα’ ναι. Δίχως καμιά ανάγκη συγνώμης.
Δεν θα γνωρίσω τ’ άγχη της ψυχής παγερής στην έννοια του καλού, όπου σκαρφαλώνει με δριμύτητα το φως, σαν λαμπάδας νεκρικής.
Η τύχη του γιου κάθε ενάρετης οικογένειας, πρώιμο φέρετρο πλημμυρισμένο με δάκρυα λαμπικαρισμένα.
Η κραιπάλη, είναι βλακεία δίχως άλλο, βλακεία και διαφθορά: πρέπει να πεταχτεί η σαπίλα.
Ας ήταν να σημάνει το ρολόι της ώρας της άδολης θλίψης.
Έτσι λοιπόν θα περιφέρομαι, σαν ανήλικο, παίζοντας στις πύλες του παραδείσου, λησμονώντας κάθε συμφορά;
Γρήγορα! Άλλες ζωές υπάρχουν;
- Ύπνος μες στον πλούτο- αδύνατο.
- Ύπνος μες στον πλούτο- αδύνατο.
Ο πλούτος ήταν πάντα δημόσιο αγαθό.
Τα κλειδιά της γνώσης μόνον εφαρμόζουνε στη θεία αγάπη. Προσβλέπω στη φύση σα θεά καλοσύνης.
Χίμαιρες, ιδανικά, πλάνες, σας αφήνω: Το δίκαιο άσμα των αγγέλων ανεβαίνει πάνω από το σωτήριο σκάφος: είναι ο θείος έρωτας.
Δύο έρωτες.
Μπορώ να πεθάνω από γήινο έρωτα, να πεθάνω από εγκαρτέρηση.
Απαρνήθηκα ψυχές κι ο πόνος τους αύξησε την αναχώρησή μου.
Ανάμεσα στους ναυαγούς εμέ διαλέγεις· όσοι μένουν πίσω δεν είναι τάχα φίλοι μου; Σώσε τους! Η λογική γεννιέται μέσα μου.
Ο κόσμος είναι καλός.
Ο κόσμος είναι καλός.
Θα ευλογώ τη ζωή.
Θ’ αγαπώ τους αδελφούς μου. Δεν είναι παιδιάστικες υποσχέσεις, ούτε ελπίδες μάταιες να ξεφύγω από τα γηρατειά και το θάνατο.
Απ’ το Θεό αντλώ τη δύναμή μου και δοξάζω το Θεό.
***
Η ανία δεν θα’ ναι πια ο έρωτάς μου.
Λύσσες, τρέλες, ασωτείες- εγνώρισα κάθε ακμή και παρακμή τους- ολάκερο το φορτίο μου αφήνω χάμω.
Ας αναμετρήσουμε, νηφάλιοι, την έκταση της αθωότητάς μου.
Δεν θέλω πια να εκλιπαρώ βίτσες για παρηγοριές.
Μήτε κ’ έχω σκοπό να σαλπάρω για το ταξίδι του γάμου με τον Ιησού- Χριστό πεθερό μου.
Δεν είμαι πια δέσμιος της λογικής μου.
Είπα: Θεός. Θέλω ελευθερία μες στη σωτηρία.
Είπα: Θεός. Θέλω ελευθερία μες στη σωτηρία.
Πώς να τη βρω; Ρηχά γούστα τα παράτησα.
Μήτε πλέον ανάγκη για αφοσίωση ή θεία αγάπη.
Ούτε νοσταλγίες για την εποχή των τρυφερών υπάρξεων.
Ο κάθε ένας με την δική του λογική, ειρωνεία και συμπάθεια: κρατώ τη θέση μου στην κορυφή αυτής της αγγελικής κλίμακας του ορθολογισμού. Όσο για την καθιερωμένη ευτυχία, οικογενειακή είτε… όχι, δεν αντέχω.
Έχω οργιάσει πάρα πολύ, πάρα πολύ εξασθενίσει. Με το μόχθο καρπίζει η ζωή, πλατειασμός της κακιάς ώρας!
Εμένα η ζωή μου δεν είναι πεδικλωμένη, πετάει και πλέει μακριά, αντίπερα από κάθε πράξη, αυτή την αγαπητή βολή του κόσμου.
Τι γεροντοκόρη είμαι να μου λείπει το θάρρος να αγαπήσω το θάνατο.
Αν ο Θεός με οδηγούσε στην άπειρη γαλήνη, στην παντοτεινήν αιθρία, στην προσευχή- σαν τους Αγίους μιας εποχής αλλοτινής- Άγιοι, αυτοί είναι παντοδύναμοι! Αποδημητές και καλλιτέχνες έτσι καθώς είναι, κανείς δεν τους χρειάζεται. Φάρσα δίχως τέλος; Με κάνει να κλαίω η αθωότητά μου.
Φάρσα είναι η ζωή κι όλοι παίζουμε τον ρόλο του πρωταγωνιστή.
***
Αρκετά: Να η τιμωρία.- Εμπρός, βάδην.
Αχ! Τα πλεμόνια μου καίγονται, σφαδάζουν τα μηνίγγια μου. Διαμέσου του ήλιου περνάει η νύχτα μες στα μάτια μου: Καρδιά… Μέλη… Πού βαδίζουμε; Στη μάχη; Είμαι άπραγος. Οι άλλοι προχωρούν. Όπλα, σύνεργα… χρόνος!...
Φωτιά! Φωτιά πάνωθέ μου. Εδώ! Ή να παραδοθώ: δειλοί:- Θ’ αυτοκτονήσω! Θα ριχτώ στα πέλματα των αλόγων! Αχ… Θα μου γίνει συνήθεια.
Τέτοια θα’ ναι η γαλλική ενατένιση της ζωής, το μονοπάτι της τιμής!
Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010
ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΤΙ ΑΝ...;
T: Πιάσε μια μπύρα
Μ: Να την πιάσω ή να στη φέρω κιόλας; T: Να την πιάσεις και να τη φέρεις. Παγωμένη να ΄ναι. Μ: Έλα, τελείωνε. Και μην αρχίζεις το ποτό από το πρωί. T: Η μπύρα δεν είναι ποτό, φρουτάκι είναι. Μ: Φρουτάκι είναι; T: Σαν το μήλο ρε παιδί μου. Μοιάζει το μήλο με το καρπούζι;
Και τα δύο φρούτα είναι, αλλά μοιάζουν; Μ: Είναι φρούτα. T: Ναι, αλλά μοιάζουν; Μ:Αφού είναι φρούτα! T: Ναι, αλλά το ένα είναι τεράστιο ενώ το άλλο μια κουτσουλιά. Μ: Τελοσπάντων, εσύ να μην πίνεις ούτε φρουτάκια ούτε φρούτα. T: Μήλο πίνω, όχι καρπούζι. Μ: Τι θα κάνουμε σήμερα; T: Δηλαδή; Μ: Τι δηλαδή; Ρωτάω: τι θα κάνουμε σήμερα; T: Τι θες να κάνουμε; Μ: Μην κάτσουμε έτσι, άπραγοι. T: Μα μου αρέσει να μην κάνω κάτι. Μ: Δηλαδή θα πίνεις όλη την ημέρα; T: Αυτό σημαίνει πως κάνεις κάτι; Μ: Σημαίνει πως πίνεις. T: Είναι κάτι όμως να πίνεις; Είναι πράξη, κάνεις κάτι; Μ: Ναι ρε παιδί μου, κάτι κάνεις, πίνεις. T: Αν σημαίνει ότι κάνεις κάτι, δεν θέλω να πίνω. Δε θα μπορούσε να μην είναι κάτι το να πίνεις; Να ήταν κάτι όπως το κατούρημα, κάτι φυσιολογικό, κάτι που το κάνουν όλοι, κάτι που δεν μπορείς να αποφύγεις γιατί το κάνουν όλοι και άρα πρέπει να το κάνεις κι εσύ. Μ: Ίσως να μπορούσε, αλλά δεν είναι. T: Γιατί το μυαλό σου κολλάει πάντα με ό,τι υπάρχει; Δες και λίγο παραπέρα. Καθόλου φαντασία δεν έχεις. Μ: Και με τι να ασχολούμαι δηλαδή; Με το αν το ποτό μοιάζει με το κατούρημα και το αν πίνεις είναι κάτι ή δεν είναι τίποτα; T: Γιατί όχι; Μ: Πάλι θα κάνω κάτι: θα σκέφτομαι, θα συγκρίνω, θα φαντάζομαι. T: Και η φαντασία είναι να κάνεις κάτι; Μ: Κάτι κάνεις αλλά είναι σαν το κατούρημα. T: Δηλαδή; Μ: Δηλαδή είναι κάτι φυσιολογικό. Η φαντασία είναι αυθόρμητη.
Δεν μπορείς να μην κάνεις τίποτα. Τώρα μιλάμε, κάνουμε κάτι.
Και για να μην μείνουμε σε αυτό, τι λες να κάνουμε σήμερα; T: Δεν ξέρω. Φέρε μου μια μπύρα. Μ: Την ήπιες κιόλας; T: Πολλές ερωτήσεις κάνεις σήμερα. Μ: Είναι η τελευταία. Δεν υπάρχει άλλη. T: …ερώτηση; Μ: Μπύρα.
T: Πώς δεν υπάρχει! αφού πήρα χθες! Μ: Χθες δε βγήκες καθόλου από το σπίτι. T: Μα τι λες τώρα; Αφού πήγα στο περίπτερο. Μ: Την προηγούμενη βδομάδα είχες πάει στο περίπτερο.
Δεν υπάρχουν άλλες μπύρες, μόνο μία. T: Θα με βγάλεις τρελό; Μ: Κάθε Τετάρτη βγαίνεις για μπύρες και χθες ήταν Δευτέρα. T: Χθες ήταν Τετάρτη. Μ: Χθες ήταν Δευτέρα. T: Χθες ήταν η μέρα που βγήκα για μπύρες. Μ: Χθες ήταν Δευτέρα. Δε θα τσακωθούμε για αυτό. T: Γιατί να τσακωθούμε; Μιλάμε. Μ: Ναι, αλλά αυτό που λες δεν έγινε. T: Έγινε. Κοίτα λίγο το ημερολόγιο. Μ: Δεν έχουμε. Μήπως το είδες στον ύπνο σου; T: Ρωτάς αν κοιμήθηκα; Μ: Και τι έκανες όλο το βράδυ; T: Σε άκουγα να τρίζεις τα δόντια σου πάλι. Μ: Έτριζα τα δόντια μου; T: Όπως κάθε βράδυ. Μ: Είδες; T: Τι να δω; Μ: Όλη μέρα δεν κάνουμε τίποτα και το βράδυ τρίζω τα δόντια μου. T: Και τι σχέση έχει αυτό; Μ: Δεν ξέρω… με αγχώνει η απραξία. T: Γιατί δεν πίνεις μια μπύρα; Μ: Σου έδωσα την τελευταία. Τι να μου κάνει η μπύρα; T: Να πίνεις πριν κοιμηθείς λέω. Μ: Δεν θέλω να κάνω κοιλιά. T: Κάνει στομάχια η μπύρα; Μ: Με δουλεύεις; Κοιτάξου λίγο στον καθρέφτη. T: Που είναι ο καθρέφτης; Μ: Στο δωμάτιο. T: Δε σου είπα πως θέλω να μείνω άπραγος; Μ: Τι σχέση έχει αυτό; T: Αν πάω μέχρι την κρεβατοκάμαρα, θα έχω κάνει κάτι. Μ: Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ; T: Διαφορετικός. Μ: Όσο για αυτό… όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί.
Κανένας δεν είναι ίδιος. T: Άρα μοιάζουμε. Μ: Τι εννοείς; T: Ε, είσαι κι εσύ διαφορετικός, οπότε μοιάζουμε. Μ: Ναι, αλλά εγώ θέλω να κάνω κάτι. T: Εντάξει, είπαμε μοιάζουμε, δεν είμαστε ίδιοι. Μ: Θα κάνουμε κάτι τελικά; T: Φαγώθηκες. Τι θες να κάνουμε; Μ: Να πάμε για ένα καφέ ας πούμε. T: Που; Μ: Το που είναι το πρόβλημα; Όπου θες. T: Μα δε θέλω. Μ: Τι άνθρωπος είσαι τέλος πάντων; T: Πάλι τα ίδια; Κατ ‘εικόνα και ομοίωση. Μ: Κατ ‘εικόνα και ομοίωση ποιου; Εσύ δεν μοιάζεις με κανέναν. Βαριέσαι να κάνεις ο,τιδήποτε, πίνεις από το πρωί, δεν κουνιέσαι ούτε για κατούρημα. T: Νομίζεις ότι είναι εύκολο να κάθεσαι άπραγος; Μ: Θέλει προσπάθεια; T: Εσύ κοροϊδεύεις, αλλά ναι, θέλει προσπάθεια. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πειθαρχήσεις τον εαυτό σου στην απραξία;
Μου πήρε αρκετό χρόνο να τα καταφέρω και δε θα τα παρατήσω τώρα. Μ: Για ένα καφέ σου ζητάω να πάμε, δε σου είπα να σκάψεις. T: Καλύτερα να μου έλεγες να σκάψω. Τουλάχιστον θα παράταγα την απραξία για κάτι… σημαντικό, για κάτι που όταν το κάνεις… κάνεις στα αλήθεια κάτι. Μ: Δηλαδή αν σου έλεγα να πάμε να σκάψουμε θα δεχόσουν; T: Υπήρχε μια πιθανότητα, ο καφές όμως δεν είναι ούτε πράξη ούτε απραξία.
Κάνεις κάτι και δεν κάνεις και τίποτα, δηλαδή δεν υπάρχει ουσία. Μ: Εντάξει, κατάλαβα. Δε θα πάμε για καφέ. T: Δε τά ‘παμε; Ουσία μηδέν. Κάθεσαι σε μια καρέκλα, ρουφάς τον καφέ σου, κουτσομπολεύεις κι αυτό ήταν. Καλύτερα σπίτι. Μ: Ας κάτσουμε σπίτι λοιπόν. T: Φέρε μου μια μπύρα. Μ: Πάλι τα ίδια; Δεν είπαμε ότι τέλειωσαν; T: Αφού χθες πήγα και πήρα, πώς τέλειωσαν; Μ: Η τελευταία είναι εδώ μπροστά σου. T: Αυτή η κίτρινη; Μ: Ναι αυτή. T: Εγώ είχα πάρει κόκκινες, πώς βρέθηκαν εδώ οι κίτρινες; Μ: Πάντα κίτρινες δεν πίνεις; T: Εγώ; Ποτέ. Μ: Τις μισείς τις κόκκινες, το’ χεις ξεχάσει; T: Τίποτα κόκκινο δεν μισώ, εμένα μ’ αρέσει το κόκκινο. Μ: Φαίνεται ότι έχεις κάνει μια εξαίρεση με τις μπύρες. T: Αποκλείεται. Ρίξε μια ματιά στο σαλόνι, όλα κόκκινα δεν είναι; Μ: Σου είπα: είναι η εξαίρεση σε έναν ηλίθιο κανόνα. T: Είπες ηλίθιο κανόνα; Μ: Ναι, είπα ηλίθιο κανόνα. T: Είναι ηλίθιο να σ’ αρέσει κάτι; Μ: Μα όλα κόκκινα; Είναι υπερβολικό. T: Μα και εσένα σ’ αρέσει το κόκκινο. Μ: Ναι, αλλά επιλέγω κι άλλα χρώματα στα ρούχα μου. T: Εμένα μ’ αρέσει το κόκκινο. Θέλω όλα να είναι κόκκινα. Μ: Μα μέχρι και τα εσώρουχα; T: Μάλιστα, μέχρι κι αυτά. Ποιόν ενοχλώ; Μ: Εμένα. Κάθε βράδυ που πέφτουμε στο κρεβάτι νομίζω ότι κοιμάμαι με τον Τρότσκι. T: Γιατί με αυτόν; Μ: Αυτός δεν ήταν ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού; T: Α, για αυτό. Μ: Ε, για τι άλλο; T: Έλεγε μήπως του μοιάζω… Μ: Όχι, με τίποτα. T: Γιατί με τίποτα; Μούσια δεν είχε κι αυτός; Μ: Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. T: Ναι, τα "Κύριε Ελέησον" τον κάνουνε.
(σιωπή)
Λες να μου πήγαινε για παπάς; Μ: Μπα, δε νομίζω. T: Γιατί το λες αυτό; Μ: Ε δε θα σου πήγαινε. Αυτοί απεχθάνονται τα χρώματα. T: Δεν απεχθάνονται τα χρώματα, απλά αγαπούν το μαύρο. Μ: Έχετε κάτι κοινό δηλαδή, μάλλον το μόνο. T: Εσύ δεν είπες πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί; Εκείνοι το μαύρο, εγώ το κόκκινο. Μ: Πάω για ένα καφέ; T: Χωρίς εμένα; Μ: Αφού δε θέλεις. T: Κι εσύ θες να πας οπωσδήποτε; Μ: Ναι. T: Σκέφτηκες καθόλου την ένστασή μου για οποιαδήποτε πράξη; Μ: Αυτά είναι βλακείες. T: Τουλάχιστον, πριν φύγεις μπορείς να μου φέρεις μια μπύρα; Μ: Κόκκινη ή κίτρινη;
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
Ο ΜΟΛΥΒΕΝΙΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ...
ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ Ε. ΧΑΣΑΝΙΩΤΗ
Η φωτιά δεν είναι σύμμαχος κανενός: μπορεί να κάψει και να λιώσει τα πάντα. Ο μολυβένιος στρατιώτης το γνώριζε αυτό από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε ανάμεσα στις φλόγες μέσα στο τζάκι. Αν έμενε αδρανής, η φωτιά θα τον έλιωνε. Το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένος δε θα άντεχε για πολύ. Χρησιμοποιώντας τη ξιφολόγχη από το όπλο του σύρθηκε έξω από το τζάκι. Ήταν εκπαιδευμένος για κάτι τέτοιο.
Η χαρά της διάσωσής του όμως αντισταθμίστηκε από το άτυχο και άδικο τέλος της χορεύτριας. Οι πύρινες γλώσσες την έκαψαν παρά την προσπάθεια του να τη σώσει. Η τελευταία της φράση «αγάπη, αγάπη, δώσ’ μου το χέρι σου το λατρεμένο» θα έμενε για πάντα σφηνωμένη στη μνήμη του. Κάτω από τις στάχτες της χορεύτριας ο μολυβένιος στρατιώτης βρήκε ένα χρυσό δαχτυλίδι. Το πήρε, το φύσηξε για να το καθαρίσει από τις στάχτες και το φόρεσε στο δάχτυλο του δεξιού του χεριού, όπως κάνουν οι παντρεμένοι. Θα συμβόλιζε την αγάπη και τον έρωτά τους.
Ο μολυβένιος στρατιώτης αποφάσισε να αναζητήσει ένα νέο μέρος για να μείνει. Ο πόνος του για τη χορεύτρια και το καπρίτσιο του μικρού παιδιού που τον πέταξε στο τζάκι δεν του επέτρεπαν την παραμονή. Το μικρό παιδί τον έβαλε να αναμετρηθεί με τις φλόγες, επειδή ήταν μονοπόδαρος. Δεν κατάλαβε το γεγονός πως το ότι ισορροπούσε στο ένα πόδι τον έκανε ξεχωριστό από τα υπόλοιπα στρατιωτάκια ούτε εκτίμησε τις στρατιωτικές του αρετές και την προσήλωσή του στο καθήκον την ώρα της μάχης.
Αφού χαιρέτησε τα είκοσι τέσσερα μολυβένια αδέλφιά του, κούμπωσε τη στολή του, φόρεσε το καπέλο του, πέρασε το όπλο του στον αριστερό ώμο του και βγήκε έξω στο δρόμο. Ένα χελιδόνι τον ρώτησε πού πηγαίνει. Όταν αυτός αποκρίθηκε πως πάει όπου τον βγάλει ο δρόμος, το χελιδόνι του πρότεινε να καβαλήσει στην πλάτη του και να ταξιδέψουν μαζί. «Καλύτερα να ταξιδεύεις παρέα με κάποιον παρά μόνος», σκέφτηκε ο μολυβένιος στρατιώτης και ανέβηκε πάνω στο νέο του φίλο. Ήταν την εποχή που τα χελιδόνια έφευγαν από τα κρύα μέρη και πήγαιναν στα ζεστά.
«Πού πάμε;», ρώτησε ο μολυβένιος στρατιώτης.
«Στην Αθήνα», απάντησε το χελιδόνι.
Προσγειώθηκαν στην Πλάκα, κάτω από την Ακρόπολη. Εκεί, χωρίστηκαν και ακολούθησε ο καθένας το δρόμο του. Ο μολυβένιος στρατιώτης περπάτησε ανάμεσα στα στενά δρομάκια με τα χαριτωμένα σπίτια. Ανέβηκε στον Άρειο Πάγο και έμεινε έκπληκτος από το μέγεθος της πόλης. Ένας ορίζοντας κτιρίων, τόσο μακρύς όσο έβλεπε το μάτι του. Έπειτα, κατηφόρισε προς το Θησείο, περιπλανήθηκε στου Ψυρρή, βγήκε στην Ομόνοια, περπάτησε όλη τη Σταδίου και έφτασε στο Σύνταγμα.
Εκεί, γινόταν μια πορεία των εργαζομένων για το νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης. Περικοπές στις συντάξεις και στους μισθούς, απολύσεις, υψηλή ανεργία. Ο μολυβένιος στρατιώτης βρέθηκε ανάμεσα στους διαδηλωτές και στους αστυνομικούς. Η στολή των αστυνομικών έμοιαζε κάπως με τη δική του, αλλά αποφάσισε να μην πάρει το μέρος κανενός.
Άρχισε να βρέχει. Βρήκε ένα χάρτινο καράβι, μπήκε μέσα σε αυτό και κατηφόρισε την Ερμού. Είχε ξανακάνει βαρκάδα, τότε που τα δύο αγόρια τον είχαν βρει στο δρόμο και τον είχαν βάλει μέσα σε ένα χάρτινο καράβι για να τον «τιμωρήσουν» που είχε ένα πόδι. Τότε, είχε καταλήξει στο στομάχι ενός ψαριού. Τώρα, βρέθηκε μπροστά σε μια βυζαντινή εκκλησία, την Καπνικαρέα. Κατέβηκε από το καράβι του και κοίταξε τριγύρω του. Εμφανίστηκε ξαφνικά ένα ποντίκι και του ζήτησε το χάρτινο καράβι.
- «Πριν στο δώσω, θέλω μου πεις πού θα βρω ένα υπαίθριο παζάρι».
«Στο Μοναστηράκι. Ανέβα ξανά στο καράβι. Σαλπάρουμε. Θα σε πάω εγώ», είπε το ποντίκι.
Πράγματι, μετά από λίγο βρέθηκε μπροστά από ένα σεντόνι που είχε παλιά βιβλία και χρησιμοποιημένα παιχνίδια. Ο έμπορος πρόσεξε τον μολυβένιο στρατιώτη, τον σήκωσε από κάτω, τον στέγνωσε με ένα πανί και τον τοποθέτησε δίπλα σε έναν G.I.Joe. Σε αντίθεση με τον μολυβένιο στρατιώτη, ο G.I.Joe ήταν ένας σύγχρονος στρατιώτης, μυώδης, με πράσινο μπερέ, με όπλο τελευταίας τεχνολογίας και αντί για ξιφολόγχη είχε ένα κοφτερό οδοντωτό μαχαίρι στο πλαϊνό μέρος της ζώνης του.
«Τι στρατιώτης είσαι εσύ, τι στολή είναι αυτή, με ένα πόδι και με ένα χρυσό δαχτυλίδι;», ρώτησε με υπεροψία ο G.I.Joe.
«Είμαι ένας στρατιώτης από το στρατό του Ναπολέοντα. Δεν είχα ποτέ μου δύο πόδια, αλλά αυτό δε με έκανε ποτέ λιγότερο θαρραλέο και ικανό. Έχω δώσει τις μάχες μου και θα συνεχίσω να της δίνω. Το χρυσό δαχτυλίδι είναι ο έρωτας και η αγάπη μου για τη χορεύτριά μου. Το όπλο μου δουλεύει και η ξιφολόγχη μου κόβει». Και ο μολυβένιος στρατιώτης κατέληξε τη σύντομη παρουσίασή του ως εξής: «Είμαι φτιαγμένος από μολύβι και όχι από πλαστικό».
Η χαρά της διάσωσής του όμως αντισταθμίστηκε από το άτυχο και άδικο τέλος της χορεύτριας. Οι πύρινες γλώσσες την έκαψαν παρά την προσπάθεια του να τη σώσει. Η τελευταία της φράση «αγάπη, αγάπη, δώσ’ μου το χέρι σου το λατρεμένο» θα έμενε για πάντα σφηνωμένη στη μνήμη του. Κάτω από τις στάχτες της χορεύτριας ο μολυβένιος στρατιώτης βρήκε ένα χρυσό δαχτυλίδι. Το πήρε, το φύσηξε για να το καθαρίσει από τις στάχτες και το φόρεσε στο δάχτυλο του δεξιού του χεριού, όπως κάνουν οι παντρεμένοι. Θα συμβόλιζε την αγάπη και τον έρωτά τους.
Ο μολυβένιος στρατιώτης αποφάσισε να αναζητήσει ένα νέο μέρος για να μείνει. Ο πόνος του για τη χορεύτρια και το καπρίτσιο του μικρού παιδιού που τον πέταξε στο τζάκι δεν του επέτρεπαν την παραμονή. Το μικρό παιδί τον έβαλε να αναμετρηθεί με τις φλόγες, επειδή ήταν μονοπόδαρος. Δεν κατάλαβε το γεγονός πως το ότι ισορροπούσε στο ένα πόδι τον έκανε ξεχωριστό από τα υπόλοιπα στρατιωτάκια ούτε εκτίμησε τις στρατιωτικές του αρετές και την προσήλωσή του στο καθήκον την ώρα της μάχης.
Αφού χαιρέτησε τα είκοσι τέσσερα μολυβένια αδέλφιά του, κούμπωσε τη στολή του, φόρεσε το καπέλο του, πέρασε το όπλο του στον αριστερό ώμο του και βγήκε έξω στο δρόμο. Ένα χελιδόνι τον ρώτησε πού πηγαίνει. Όταν αυτός αποκρίθηκε πως πάει όπου τον βγάλει ο δρόμος, το χελιδόνι του πρότεινε να καβαλήσει στην πλάτη του και να ταξιδέψουν μαζί. «Καλύτερα να ταξιδεύεις παρέα με κάποιον παρά μόνος», σκέφτηκε ο μολυβένιος στρατιώτης και ανέβηκε πάνω στο νέο του φίλο. Ήταν την εποχή που τα χελιδόνια έφευγαν από τα κρύα μέρη και πήγαιναν στα ζεστά.
«Πού πάμε;», ρώτησε ο μολυβένιος στρατιώτης.
«Στην Αθήνα», απάντησε το χελιδόνι.
Προσγειώθηκαν στην Πλάκα, κάτω από την Ακρόπολη. Εκεί, χωρίστηκαν και ακολούθησε ο καθένας το δρόμο του. Ο μολυβένιος στρατιώτης περπάτησε ανάμεσα στα στενά δρομάκια με τα χαριτωμένα σπίτια. Ανέβηκε στον Άρειο Πάγο και έμεινε έκπληκτος από το μέγεθος της πόλης. Ένας ορίζοντας κτιρίων, τόσο μακρύς όσο έβλεπε το μάτι του. Έπειτα, κατηφόρισε προς το Θησείο, περιπλανήθηκε στου Ψυρρή, βγήκε στην Ομόνοια, περπάτησε όλη τη Σταδίου και έφτασε στο Σύνταγμα.
Εκεί, γινόταν μια πορεία των εργαζομένων για το νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης. Περικοπές στις συντάξεις και στους μισθούς, απολύσεις, υψηλή ανεργία. Ο μολυβένιος στρατιώτης βρέθηκε ανάμεσα στους διαδηλωτές και στους αστυνομικούς. Η στολή των αστυνομικών έμοιαζε κάπως με τη δική του, αλλά αποφάσισε να μην πάρει το μέρος κανενός.
Άρχισε να βρέχει. Βρήκε ένα χάρτινο καράβι, μπήκε μέσα σε αυτό και κατηφόρισε την Ερμού. Είχε ξανακάνει βαρκάδα, τότε που τα δύο αγόρια τον είχαν βρει στο δρόμο και τον είχαν βάλει μέσα σε ένα χάρτινο καράβι για να τον «τιμωρήσουν» που είχε ένα πόδι. Τότε, είχε καταλήξει στο στομάχι ενός ψαριού. Τώρα, βρέθηκε μπροστά σε μια βυζαντινή εκκλησία, την Καπνικαρέα. Κατέβηκε από το καράβι του και κοίταξε τριγύρω του. Εμφανίστηκε ξαφνικά ένα ποντίκι και του ζήτησε το χάρτινο καράβι.
- «Πριν στο δώσω, θέλω μου πεις πού θα βρω ένα υπαίθριο παζάρι».
«Στο Μοναστηράκι. Ανέβα ξανά στο καράβι. Σαλπάρουμε. Θα σε πάω εγώ», είπε το ποντίκι.
Πράγματι, μετά από λίγο βρέθηκε μπροστά από ένα σεντόνι που είχε παλιά βιβλία και χρησιμοποιημένα παιχνίδια. Ο έμπορος πρόσεξε τον μολυβένιο στρατιώτη, τον σήκωσε από κάτω, τον στέγνωσε με ένα πανί και τον τοποθέτησε δίπλα σε έναν G.I.Joe. Σε αντίθεση με τον μολυβένιο στρατιώτη, ο G.I.Joe ήταν ένας σύγχρονος στρατιώτης, μυώδης, με πράσινο μπερέ, με όπλο τελευταίας τεχνολογίας και αντί για ξιφολόγχη είχε ένα κοφτερό οδοντωτό μαχαίρι στο πλαϊνό μέρος της ζώνης του.
«Τι στρατιώτης είσαι εσύ, τι στολή είναι αυτή, με ένα πόδι και με ένα χρυσό δαχτυλίδι;», ρώτησε με υπεροψία ο G.I.Joe.
«Είμαι ένας στρατιώτης από το στρατό του Ναπολέοντα. Δεν είχα ποτέ μου δύο πόδια, αλλά αυτό δε με έκανε ποτέ λιγότερο θαρραλέο και ικανό. Έχω δώσει τις μάχες μου και θα συνεχίσω να της δίνω. Το χρυσό δαχτυλίδι είναι ο έρωτας και η αγάπη μου για τη χορεύτριά μου. Το όπλο μου δουλεύει και η ξιφολόγχη μου κόβει». Και ο μολυβένιος στρατιώτης κατέληξε τη σύντομη παρουσίασή του ως εξής: «Είμαι φτιαγμένος από μολύβι και όχι από πλαστικό».
Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010
ΤΟ ΠΙΚΡΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΡΠΟΥΖΙΟΥ...
ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ Ε. ΧΑΣΑΝΙΩΤΗ
Πέμπτη βράδυ, μια δύσκολη μέρα μόλις είχε τελειώσει. Το ταξίδι της επιστροφής ήταν πιο κουραστικό από ό,τι συνήθως λόγω της απρόσμενης κίνησης στο δρόμο. Τουλάχιστον υπήρχε περισσότερη άνεση στην καρότσα του φορτηγού σε σχέση με το πρωί που ήταν στοιβαγμένοι όλοι ο ένας πάνω στον άλλον.Κάθε πρωί που ξεκινούσαν για τη λαϊκή αγορά υπήρχε γκρίνια και μουρμούρα: λίγο η έλλειψη χώρου, λίγο το πολύ πρωινό ξύπνημα, λίγο ο χαρακτήρας ορισμένων προκαλούσε εντάσεις και τσακωμούς. Οι συμμαχίες άλλαζαν κάθε φορά, πότε φρούτα εναντίων λαχανικών, πότε φρούτα εναντίον φρούτων. Κοντολογίς, όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί!
Σήμερα το ματς ήταν καρπούζια εναντίον πεπονιών! Μεγάλος τσακωμός. Όλα ξεκίνησαν, όταν η Αμαλία το καρπούζι έπεσε κατά λάθος πάνω σε δυο πεπόνια καταπλακώνοντάς τα. Τα άτυχα πεπόνια χτύπησαν σοβαρά. Η Αμαλία βέβαια δεν έπαθε τίποτα. Τα υπόλοιπα πεπόνια αντέδρασαν φωνάζοντας και κλωτσώντας με μανία την Αμαλία με αποτέλεσμα να κατρακυλήσει προς το μέρος των καρπουζιών.
Τα καρπούζια, γνωστά για την αλληλεγγύη τους και τη μαχητικότητά τους, δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Κινήθηκαν με άγριες διαθέσεις προς το μέρος των πεπονιών. Αν δεν έμπαιναν στη μέση τα πορτοκάλια και τα κολοκύθια, θα είχαμε σύρραξη! Οι μελιτζάνες προσπάθησαν να κάνουν το διαιτητή! Το επεισόδιο περιορίστηκε σε φραστικές αντιπαραθέσεις.
«Καρπούζια, κοιλαράδες, μαυρόσποροι, χοντρόφλουδοι!», φώναζαν τα πεπόνια.
«Πεπόνια, κιτρινιάρηδες, πασατέμποι!», απαντούσαν τα καρπούζια.
Όταν όλοι πήραν τις θέσεις τους στον πάγκο της λαϊκής, όλα ξεχάστηκαν. Οι περισσότεροι κατέληξαν σε τσάντες και καρότσια. Όσοι ξέμειναν στους πάγκους, αφού τελείωσε η λαϊκή, ανέβηκαν ξανά στην καρότσα του φορτηγού για να επιστρέψουν στο σπίτι. Η Αμαλία και τα δύο πληγωμένα πεπόνια ήταν ανάμεσα σε αυτούς.
Η Αμαλία ήταν πολύ στεναχωρημένη και είχε τύψεις που είχε χτυπήσει τα δύο πεπόνια. Ήθελε να την ξεχάσει αυτήν την ημέρα. Δεν είχε όρεξη για κουβέντα με τα υπόλοιπα φρούτα και λαχανικά της παρέας και πήγε για ύπνο. Στριμώχτηκε πίσω από ένα καφάσι για να μην ξανακυλήσει άθελά της την ώρα που θα κοιμόταν.
- «Αμαλία, ξύπνα, πρέπει να μας ακολουθήσεις».
Η Αμαλία άνοιξε τα μάτιά της και είδε γύρω στα πενήντα πεπόνια να την έχουν περικυκλώσει. Δεν είχε άλλη επιλογή. Προσπάθησε να ζητήσει βοήθεια από τα υπόλοιπα καρπούζια, αλλά δεν έβγαινε φωνή από μέσα της.
«Πού πάμε», είπε.
«Μη μιλάς», της απάντησαν με αυστηρό τόνο.
Κατέβηκαν από την καρότσα και κύλησαν ως τον μπλε κάδο της ανακύκλωσης.
«Εδώ είμαστε», είπε η Πέπη το πεπόνι.
Δίπλα στον κάδο στεκόταν ο Μιχάλης, ο γεωργός που είχε καλλιεργήσει τα καρπού-ζια και τα πεπόνια.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μιχάλης μας αγαπάει όλους το ίδιο και ότι είναι ο πιο κατάλληλος κριτής», δήλωσε η Πέπη.
«Κριτής για ποιο πράγμα;», είπε με αγωνία η Αμαλία.
Και η Πέπη το πεπόνι εξήγησε: «Ο Μιχάλης κρατάει στη μασχάλη του ένα καρπούζι. Εσύ, Αμαλία, πρέπει να σκαρφαλώσεις στη μασχάλη του και να κρατηθείς εκεί μαζί με το άλλο καρπούζι για δέκα λεπτά. Αν πέσεις νωρίτερα, έχασες».
«Δηλαδή;», ρώτησε η Αμαλία.
«Θα σε κόψουμε στη μέση με ένα μεγάλο μαχαίρι και θα σε πετάξουμε μέσα στον μπλε κάδο. Και όλοι οι άνθρωποι θα σε κατηγορήσουν ότι κατέστρεψες με το κόκκινο ζουμί σου και τα μαύρα σπόρια σου τα χαρτιά που ήταν για την ανακύκλωση», εξήγησε η Πέπη.
Η Αμαλία το καρπούζι σκαρφάλωσε στη μασχάλη του Μιχάλη. Δεν άντεξε όμως για πολύ. Γλίστρησε και έπεσε κάτω. Έσκασε σαν καρπούζι!
Ένιωσε ένα άγγιγμα και άρχισε να παραληρεί: «Όχι, μην το κάνετε αυτό. Έπεσα άθελά μου πάνω στα πεπόνια! Δε θέλω να καταστρέψω τα χαρτιά της ανακύκλωσης!».
Τότε, τη σκούντηξε πιο δυνατά ο Μιχάλης και η Αμαλία ξύπνησε.
- «Αμαλία, τι συμβαίνει; Γιατί φωνάζεις; Όνειρο έβλεπες;».
«Εμ, μάλλον,, ναι, κάτι πικρό!», απάντησε με σαρκασμό η Αμαλία.
«Σήκω. Ετοιμάσου. Ξημέρωσε και πρέπει να πάμε στη λαϊκή», είπε ο Μιχάλης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)