Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Αποσπασματικά (1)

Αποσμασματικά βιώνοντας το παρόν
καταβυθίζομαι στο παρελθόν.
Έχουν ένα κοινό: το γράμμα "Π".

Το μέλλον δεν μπορώ να δω.
Το παρόν αφορισμένο στέκεται εμπρός μου.
Το παρελθόν είμαι εγώ στο παρόν.

Το ένα δευτερόλεπτο πριν, παρήλθε.
Το ένα δευτερόλεπτο μετά, έρχεται.
Στέκομαι ταχύτατα ανάμεσά τους
χωρίς να προλαβαίνω το μέλλον.

Ο Χρόνος σταμάτησε.

Τα δευτερόλεπτα κατακάθισαν στον βυθό του
τα λεπτά με χαιρετούν.
Οι ώρες των αντιθέσεων έρχονται να με συντροφέψουν.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Υπέρ Ημών

Μαύρους σπασμούς γεμάτος
σελήνη χωρίς κρωξίματα αγγέλων.
Ύπνος μισός, συνταρακτικός
κι οι εφιάλτες υπομονετικοί
να συντροφεύουν το πρώτο ξύπνημα.

Αποσπώμενη ύλη
σε θεωρίες κλεισμένη
προλετάριοι και τάξη
κλειδωμένοι σε παιχνιδόκουτα.

Προσπέκτους επαναστάσεων
σε πολυκαταστήματα βρίσκονται
καφετιέρες και δονήσεις μικροκυμάτων
τελευταίος ο άνθρωπος
η ζωϊκότητα προηγείται του ηλεκτρισμού.

Το βράδυ αστερίζει
χαράζει τα μελλούμενα
σαν προφήτης καθισμένος
σε βουβό λόφο
ήλιος εργαζόμενος επί εικοσιτετράωρο
υπέρ Ωρών, Ημερών, υπέρ Αιώνων
η νύχτα απομονωμένη σε βαθύ πηγάδι.

Θηλάζει από τα στήθη της σελήνης
λούζεται στην αγκαλιά της
φωτίζει εξεγέρσεις
βαθαίνον σκότος
του καφέ κατακάθι η σιωπή
έρπει προς το πρόσωπο της ανησυχίας
ακτινοβολώντας μνήμες 
και άσβεστες ελπίδες.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Μια Λέξη

Mια λέξη μορφοποιημένη σε ύλη
ένα όνειρο με σάρκινα πόδια
αίμα να στάζει.

Πέτρες φαγωμένες καιρού θέλοντος
η βροχή να ποτίζει άνυδρους νευρώνες
φίλοι συμπαραστεκόμενοι στην οδύνη μας 
μόνοι αντιστεκόμαστε μα πολλοί συζητούμε.

Kαιρού θέλοντος ο θάνατος αποκοιμιέται
σε υπνόσακο χάρτινο
σκίζει το λεπτό χαρτί και προβάλλουν τα μικρά του μάτια
εύρωστο το σώμα του.

H ζωή μπουσουλάει
από έπιπλο σε έπιπλο κρατιέται
οι ορδές της καταθέτουν στεφάνια
στα μνήματά της αναγεννάται
το χαρτί του θανάτου παίζει στα ζάρια.

Μνημοσύνη το κεφάλι του θανάτου
παιδικά τρεξίματα στο άδειο του μυαλό
ενήλικες φωνές τα στεγνά του χέρια
και μια αίσθηση αθανασίας
στο στήθος του πεθαίνει.

Το παιχνίδι ατελεύτητο.
Ο χώρος συστέλλεται.
Στις μνήμες της Χαράς αποσυντίθεται.
Ελπίδες νοσούσες
"καθεστώς βάρβαρο" τα τελευταία τους λόγια.
Ο Θάνατος καπνίζει ευχαριστημένος.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Γοητευμένοι

Ξανακλείνομαι σε μαραμένα λουλούδια
χώμα νεκρό και οσμή σήψης
υγρασία μορφών
τέλος εποχής.

Λόγια και υποκριτικά πρόσωπα
γνώριμα από παλιά
ξεφεύγουν του οπτικού πεδίου
συλλαμβάνονται από τις ακουστικές ίνες.

Κλείνομαι στη μουσική
ανεβαίνοντας στο πιο ψηλό σημείο της πλατείας
με ασφάλεια καμωμένη από ξέφτια
και επαναστατική διάθεση τονισμένων λέξεων.

Ρούχα εναλλακτικής πρόσοψης
και επαναστατική διάθεση τονισμένων λέξεων
-πάλι και ξανά, και πάλι-
κρυμμένη σε σύμβολα η εξέγερση.

Το βράδυ θα έρθει πομπώδες
με τις απουσίες όσων εφυγαν
και τις παρουσίες όσων λείπουν
να αναδεύουμε τα υλικά στην επαναστατική κατσαρόλα
και μόνιμα να λείπουν όπως κι εκείνοι.

Είμαστε γοητευμένοι νομίζω.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Ο Χρόνος μας

Μη σταματάς να με σημαδεύεις
με εκείνα τα όπλα του μένους
τα πόδια μου τρέχουν στην ανηφόρα του βουνού
χωρίς να σκέπτομαι.

Πέτρες, βράχια και λίγο οξυγόνο
στείλε ένα σημάδι ύπαρξης
μια ανάσα του κόσμου σου
εκείνου που κατέστρεψα
φεύγοντας με μια αναπνοή καπνού
μάτια στον ορίζοντα
και ουρές ζώων, κομμένες.
Αυτά βλέπω.

Εσύ πού βρίσκεσαι;
πώς χάθηκες στους κάμπους;

Σε έβαλαν να διαλέξεις, το ξέρω.
Είχα ακούσει τις εντολές τους.
Τους ξέρω καλά.
Ανάμεσα στα δύο ή μήπως περισσότερα;
Τί διάλεξες;
Το παίξατε στα ζάρια;

Μα εσύ διάλεξες και ομόρφυνες το νου σου.
Και πως ήταν αυτή η επιλογή;
Τί σκέφτηκες;
Τί προσμονούσες;
Τί ένιωσες από τότε;

Οι άνεμοι σε πήραν
σε έφεραν στο παραθύρι μου
εκεί που ένιωθα το θάμπος
και τη ζέστη
και την υγρασία του κορμιού σου.

Και πάντα η ερώτηση:
"Τί ένιωσες; Πώς; Γιατί; Πότε;"

Κι έτρεχε ο χρόνος
καθώς στο πλυντήριο φαινόταν το ρολόι
κι εμείς απέξω
παρακολουθώντας τον κάδο να αναλώνεται.
Καθαρά πράγματα, παστρικά.

Ήταν καθαρά όσα σκέφτηκες;

Και τότε φάνηκε η τελευταία επιλογή
αυτή του χαμού.
Μακριά, και μόνο γράμματα εικονοποιημένα.

Και σαν στάθηκες επάνω στο δρόμο
τον λίβα του καλοκαιριού ένιωσες
τα ύστερα του υλικού κόσμου
τον πύργο της Βαβέλ με τα ποτάμια του
και τις πολλές τις γλώσσες
σαν ένιωσα το υγρό σου φιλί
ξεθύμανε μέσα μου η άνοιξη.

Εσύ ακίνητη.
Εσύ Αναποφάσιστη.
Εσύ Ευαίσθητη.
Εσύ Σκληρή.

Έφυγα και "Εις υγείαν" ευχήθηκα
ή μήπως σε καταράστηκα;

'Έλα, μη σκέφτεσαι τίποτα
δεν μπορείς έτσι κι αλλιώς:
Σκέφτεσαι σε αυτόν τον κόσμο
κι ο κόσμος αυτός δεν σε έχει στο μυαλό του.
Μόνο φωτογραφίες σού στέλνει
ασπρόμαυρες, αλλοιωμένες
κι εσύ του απαντάς.

Δές με στο ακρωτήρι του 
νιώσε
σκύψε
δώσε τη θάλασσα 
και μείνε αλώβητη στο άρωμα των κυμάτων.

Μόνο έτσι προπορεύεται ο χρόνος μας.