Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ήρθα Από Μακριά

Δεν είμαι από εδώ
Ήρθα από μακριά
από κάπου που σας είναι άγνωστα.

Μέσα στο σώμα μου βρέχει συνεχώς
δεν έχω δει ποτέ μου το φως
μα ούτε και τη θάλασσα, 
μόνο που καμιά φορά νομίζω 
ότι ακούω τα κύματά της από μακριά
ή την κοιτάζω ήρεμη πριν φουντώσει η φωτιά μέσα της
Ο αέρας είναι φίλος μου και το χιόνι
κι αυτό, σκεπάζει τις μνήμες μου
μα τα πόδια μου χαρτογραφούν τον κόσμο μας

Δε ήρθα σε σας για την αγάπη
ούτε και για να σας βοηθήσω
Δε με χρειάζεστε.

Ήρθα εδώ για να μπω στο πετσί σας
να γίνω τα παπούτσια σας και το χειμωνιάτικο πανωφόρι σας
να ανακαλύψω τις προσμονές σας
να γκρεμίσω τις ανούσιες ελπίδες σας
να καταλάβω γιατί βρίσκεστε ακόμη καταγής
να βρεθώ μαζί σας την στιγμή ενός φευγαλέου πόνου

Ήρθα εδώ για να χαϊδέψω το μυαλό σας με ανήκουστες μελωδίες
για να απαλύνω το κορμί σας με τις προσευχές μου
Ήρθα μόνος, κανείς δε με ακολουθεί
αλλά υπάρχουν χιλιάδες που έρχονται ξωπίσω μου 

Δεν έχω σπίτι κι η πατρίδα μου έγινε στάχτη
τα παιδιά μου χάθηκαν μέσα σε έναν ξαφνικό κρότο
οι γονείς μου πέθαναν αβοήθητοι μέσα σε μια κραυγή
Μα εγώ είμαι μπροστά σας  
Δεν είμαι από τα μέρη σας, μα κάπου τα έχω ξαναδεί
αυτά εδώ τα κτίρια κάτι μου θυμίζουν
κι αυτοί εδώ οι αμπελώνες με μεθάνε μόνο που τους κοιτάω.
Τα παιδιά σας χαμογελούν με ευχαρίστηση, χορτασμένα
και οι γέροι σας σιγοψιθυρίζουν τα περασμένα
Από εκεί που έρχομαι
οι γέροι κάθονται σκυφτοί και λένε τα μελλούμενα
τα παιδιά ακροβατούν σε τεντωμένα σχοινιά καραβιών
κι οι αμπελώνες ξερνάνε χολή και θειάφι

Κοιτάξτε πάνω στην κορυφή
εκεί θα φτιάξω ένα σπιτάκι
Είστε όλοι καλοδεχούμενοι
ελάτε να γλεντήσουμε το πήγαινε-ελα μας πάνω στη γη
μα ελάτε με άδεια χέρια
και βλέμμα που ρέει μέλι και γάλα
Το τραπέζι θα το στρώσουμε όλοι μαζί
με την ελπίδα της ελευθερίας
Μην χτυπήσετε την πόρτα
τα βήματά σας ακούγονται από μακριά και θα έχω το νου μου
Θα σας περιμένω σε ένα ξέφωτο του δάσους
με γυμνά, βρώμικα χέρια θα πλύνω τα κουρασμένα πόδια σας
και θα κεντήσω τη σκοτεινιά σας με πολύχρωμες κλωστές
Δεν έχω φώτα, μα το δικό μου σκοτάδι λάμπει σαν τον ήλιο
Δεν έχω τραπέζι ούτε και καθίσματα
μα αν ανοίξω τα χέρια μου θα χωρέσετε όλοι
Θα σας ταΐσω με τα σπλάχνα των παιδιών μου
και θα πιούμε το ποτό της λησμονιάς σας.

Θα νιώθω για δώρα τις καρδιές σας
και το βράδυ όλοι μαζί θα κοιμηθούμε σε ένα σώμα
έτσι θα πολεμήσουμε την παγωνιά του κόσμου
έτσι θα τον κάνουμε φίλο μας. 

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Στείλε Ένα Σήμα

Οι πληγές ψηλαφώνται από αόρατα χέρια
κάποιος περπατάει στο περβάζι του μυαλού μου
ρίχνει κλεφτές ματιές στους νευρώνες του
και αποφασίζει να πέσει στο κενό.
Θάλασσες με προσμένουν στα βάθη τους
μια προσδοκία πεταρίζει στα χαλάσματα
και συντρίβεται με κρότο πάνω στη σκέψη μου.
Ουρανός και γη απομακρύνονται
μέσα σε ένα διαρκές κυνηγητό του ονείρου
έλα και μπες μέσα μου χωρίς να το καταλάβω
και μην περιμένεις να σε χαιρετήσω αν συναντηθούμε
ξεχνάω πρόσωπα, εκφράσεις, μόνο τις ουλές θυμάμαι.
Μήπως λούστηκες με τη δροσιά του απογεύματος;
Πρόλαβα να σε αντικρίσω όταν έφευγες;
Πρόλαβες να δεις τα μάτια μου;
Μια νύχτα μέσα στην ημέρα έγινα
κι ένας αιώνας φάνηκε μέσα στις ριπές του χρόνου.

-Μην παραδοθούμε στην μοίρα του εφήμερου-

Φωνάζω "Ελευθερία" και βρίσκω μπροστά νησίδες υποταγής
Τα πόδια μου ελευθερώθηκαν από τις αλυσίδες του καιρού μου
δε τα σέρνω πιά
Τα χέρια μου δεν παγώνουν
Τα δικά τους μάτια συντρίβουν τη λάμψη του μέλλοντος
Το παρόν παρέδωσε τα κλειδιά στη δύναμή τους
Το παρελθόν παλεύει να ξαναγεννηθεί
φωταγωγεί την ασθενή μου μνήμη.

Αν είσαι κάπου, στείλε σήμα:
Ένα κομμάτι χωμάτινης βροχής
μια ηλιαχτίδα Αυγούστου
μυρωδιά ούζου
μια τζούρα αλατισμένο φιλί
ένα στριφτό τσιγάρο
την αμηχανία του πρώτου συναπαντήματος.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Αναρωτιέμαι

Έρποντας ως εδώ, ήρθα προσκυνητής στα γόνατά σου.
Είναι τόσο δροσερά όταν σε κοιτάω
τόσο λυπημένα τα μάτια σου, χάσκει από τις κώχες τους το φως.

Μέσα στη φυλακή έμαθα να αφουγκράζομαι το ανοιγόκλεισμά τους 
να συντονίζω τον παλμό της φλέβας μου με τους χτύπους της καρδιάς σου
να ματώνω με τις μαύρες σκέψεις σου και να τις χρωματίζω με το χρώμα του οργασμού
να ξεκουράζω το σώμα μου στην ησυχία του μικρού κελιού
να σε φέρνω εδώ και να σε κάνω δεσμοφύλακά μου.
Εδώ, μέσα στην απομόνωση, έμαθα να σε αγαπάω.
Εκεί έξω ο αέρας είναι βρώμικος
και τα πολύχρωμα κουστούμια τους κρύβουν τη γύμνια τους.
Εδώ ο αέρας είναι καθαρός, έρχεται από το δωμάτιό σου
τον κρύβω μέσα στα πνευμόνια μου και τον χρωματίζω
με το χρώμα του κατακόκκινου στήθους σου.

Επιστρέφω και ξανάρχομαι με περισσότερη δύναμη
και με λιγοστό από το πάθος σου
ανεβαίνω στα παλάτια της γης σου.
Αναρωτιέμαι αν στα αλήθεια υπάρχεις
ή είσαι αντανάκλαση των ηδονών 
αν κι εσύ νιώθεις την υπόγεια ζεστασιά του φεγγαριού
αν κρυφομιλάς στους σεισμούς
αν γεύεσαι τους ανέμους του σύμπαντος
αν γλυκαίνεσαι με τη μουσική
αν θαμπώνεσαι απο τις γραμμένες σελίδες
αν εκστασιάζεσαι μπροστά στην απλότητα των παιδιών
αν καταλαβαίνεις την ανασφάλεια της σιγουριάς μου.

Αναρωτιέμαι πόσα στίγματα ακόμα χρειάζονται
για να καταλάβεις ότι είμαι ακόμα παιδί
με τις μπογιές μου και την πλαστελίνη μου
με το ποδήλατο μου στη μέση της μεγάλης πλατείας.

Γονείς δεν έχω, ποτέ δεν είχα.
Μεγάλωσα μόνος μέσα σε μια ζωγραφιά
γεμάτη από ουρανό και δέντρα.

Κάθε φορά που θα βλέπεις μια τέτοια ζωγραφιά
αν θα με θυμάσαι αναρωτιέμαι.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ανείπωτη Χαρά...

Χαρά ανείπωτη μάς περιέλουσε
κι ο θάνατος περιδιάβαινε στα σοκάκια μας.
Μα που να τον δούμε; 
Είχαμε χαρά, ανείπωτη, πρωτόγνωρη.
Κι ύστερα έπεσαν οι πρώτες μαχαιριές κι έσταξε το αίμα.
Οι πληγές ήταν εκεί, και τα μαχαίρια, κι αυτά, εκεί ήταν.
Πρόσωπο λαξεμένο από τις χρόνιες απορίες, μη περάσματα, μη αποδοχή.
Χαρά στοιβαγμένη μέσα σε μια ρυτίδα του μετώπου.
Ανείπωτη χαρά, άφατη, δεν αναγνωρίζεται.
Κι εμείς στριμωγμένοι στην άκρη του ξύλινου πατώματος
να φαγωνόμαστε από το σαράκι της προσμονής.

Και μετά σαν από όνειρο γαντζωθήκαμε στους τοίχους
και σκαρφαλώσαμε πάνω στο κόκκινο κομοδίνο
βρήκαμε πέρασμα και τρυπώσαμε στον παιδικό τοίχο
κουνηθήκαμε στην κούνια της μάνας μας
και μεγαλώσαμε έτσι, εντελώς ξαφνικά.
Φορέσαμε τα καλά μας κι η χαρά μας έσβησε.

Και οι πληγές βρήκαν τρόπο να ξανανοίξουν.
Και τα μαχαίρια δεν ήταν εκεί να δικαιολογούν τις χαρακιές μας.
Μόνο, που μια ανείπωτη χαρά μας περιέλουζε
και ανάλαφροι πιά, φέραμε το χρόνο στα μέτρα του καιρού μας. 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Μην ξεχάσεις τα κλειδιά

Tσιγάρο στο τασάκι που καίει σαν καντήλι.
Τηλεόραση ανοιχτή να δείχνει πληγωμένα σώματα, ακέφαλα.
Μη γλυκαίνεις τη φωνή σου για να μου μιλήσεις για τον κόσμο.
Μη γλείφεις εκεί που φτύνεις για να τους συναρπάσεις.
Μη μιλάς πάνω από τους άλλους, μη φωνάζεις.
Αν έχεις κάτι να πεις, πες το, θα το ακούσω με τα σπλάχνα μου.
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια.

Tσιγάρο στο τασάκι που καίει σαν κερί.
Οι νεκροί παραχωμένοι κι εμείς δε χωράμε να σταθούμε πάνω τους.
Μη φωνάζεις, έχω συνηθίσει τα αφτιά μου στους οξείς ήχους.
Τα μάτια μου στάζουν αίμα και πύον.
Τα χέρια μου τρέμουν.
Τα πόδια μου καταρρέουν.
Γεννάω τις ρυτίδες του μέλλοντος μου
κι εσύ επιμένεις να φωνάζεις σαν να ‘ταν χθες.
Πάρε το είδηση, μπήκαμε στον χιονιά του αιώνα κι είμαστε απροετοίμαστοι.
Γυμνοί, περονιασμένοι από το κρύο και λίγοι.
Εφημερίδες και περιοδικά ποικίλης ύλης πεσμένα
σαν σε κομμωτήριο κατάντησε η ζωή μας.
Προλαβαίνουμε να τη βάψουμε ξανά;
Κι αν δεν πετύχουν τα χρώματα;
Προλαβαίνω να βγάλω τη μάσκα;
Κι αν έχει γίνει ένα με τη σάρκα μου;
Κι αν βγει ήλιος μέσα στον χιονιά και λιώσει το καύκαλο της;
Ξέρω, το ξέρω
θα έρθεις πάλι από εδώ με εκείνη τη χαμογελαστή φάτσα
και θα μου λες για τον τάδε και τον δείνα
αυτούς που καμώνονται τους ανθρώπους.

Φεύγω τώρα, κλείσε το φως και μην ξεχάσεις τα κλειδιά.

Έσβησε και το τσιγάρο πάνω στο τασάκι τη φλόγα που μας έκαιγε.
Φεύγω μέσα στο χιονιά με το φθαρμένο παλτό των προηγούμενων χρόνων
και τα καμένα από γόπες γάντια του παγωμένου αιώνα που μόλις μάς επισκέφτηκε.

Φεύγω τώρα, κλείσε το φως και μην ξεχάσεις τα κλειδιά.