Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ανείπωτη Χαρά...

Χαρά ανείπωτη μάς περιέλουσε
κι ο θάνατος περιδιάβαινε στα σοκάκια μας.
Μα που να τον δούμε; 
Είχαμε χαρά, ανείπωτη, πρωτόγνωρη.
Κι ύστερα έπεσαν οι πρώτες μαχαιριές κι έσταξε το αίμα.
Οι πληγές ήταν εκεί, και τα μαχαίρια, κι αυτά, εκεί ήταν.
Πρόσωπο λαξεμένο από τις χρόνιες απορίες, μη περάσματα, μη αποδοχή.
Χαρά στοιβαγμένη μέσα σε μια ρυτίδα του μετώπου.
Ανείπωτη χαρά, άφατη, δεν αναγνωρίζεται.
Κι εμείς στριμωγμένοι στην άκρη του ξύλινου πατώματος
να φαγωνόμαστε από το σαράκι της προσμονής.

Και μετά σαν από όνειρο γαντζωθήκαμε στους τοίχους
και σκαρφαλώσαμε πάνω στο κόκκινο κομοδίνο
βρήκαμε πέρασμα και τρυπώσαμε στον παιδικό τοίχο
κουνηθήκαμε στην κούνια της μάνας μας
και μεγαλώσαμε έτσι, εντελώς ξαφνικά.
Φορέσαμε τα καλά μας κι η χαρά μας έσβησε.

Και οι πληγές βρήκαν τρόπο να ξανανοίξουν.
Και τα μαχαίρια δεν ήταν εκεί να δικαιολογούν τις χαρακιές μας.
Μόνο, που μια ανείπωτη χαρά μας περιέλουζε
και ανάλαφροι πιά, φέραμε το χρόνο στα μέτρα του καιρού μας. 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Μην ξεχάσεις τα κλειδιά

Tσιγάρο στο τασάκι που καίει σαν καντήλι.
Τηλεόραση ανοιχτή να δείχνει πληγωμένα σώματα, ακέφαλα.
Μη γλυκαίνεις τη φωνή σου για να μου μιλήσεις για τον κόσμο.
Μη γλείφεις εκεί που φτύνεις για να τους συναρπάσεις.
Μη μιλάς πάνω από τους άλλους, μη φωνάζεις.
Αν έχεις κάτι να πεις, πες το, θα το ακούσω με τα σπλάχνα μου.
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια.

Tσιγάρο στο τασάκι που καίει σαν κερί.
Οι νεκροί παραχωμένοι κι εμείς δε χωράμε να σταθούμε πάνω τους.
Μη φωνάζεις, έχω συνηθίσει τα αφτιά μου στους οξείς ήχους.
Τα μάτια μου στάζουν αίμα και πύον.
Τα χέρια μου τρέμουν.
Τα πόδια μου καταρρέουν.
Γεννάω τις ρυτίδες του μέλλοντος μου
κι εσύ επιμένεις να φωνάζεις σαν να ‘ταν χθες.
Πάρε το είδηση, μπήκαμε στον χιονιά του αιώνα κι είμαστε απροετοίμαστοι.
Γυμνοί, περονιασμένοι από το κρύο και λίγοι.
Εφημερίδες και περιοδικά ποικίλης ύλης πεσμένα
σαν σε κομμωτήριο κατάντησε η ζωή μας.
Προλαβαίνουμε να τη βάψουμε ξανά;
Κι αν δεν πετύχουν τα χρώματα;
Προλαβαίνω να βγάλω τη μάσκα;
Κι αν έχει γίνει ένα με τη σάρκα μου;
Κι αν βγει ήλιος μέσα στον χιονιά και λιώσει το καύκαλο της;
Ξέρω, το ξέρω
θα έρθεις πάλι από εδώ με εκείνη τη χαμογελαστή φάτσα
και θα μου λες για τον τάδε και τον δείνα
αυτούς που καμώνονται τους ανθρώπους.

Φεύγω τώρα, κλείσε το φως και μην ξεχάσεις τα κλειδιά.

Έσβησε και το τσιγάρο πάνω στο τασάκι τη φλόγα που μας έκαιγε.
Φεύγω μέσα στο χιονιά με το φθαρμένο παλτό των προηγούμενων χρόνων
και τα καμένα από γόπες γάντια του παγωμένου αιώνα που μόλις μάς επισκέφτηκε.

Φεύγω τώρα, κλείσε το φως και μην ξεχάσεις τα κλειδιά.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Οι Σκουπιδάνθρωποι

Τηλεμάγειρες γνέφουν απο την οθόνη.
Δίπλα μου, δίπλα ακριβώς βρώμικοι σκουπιδάνθρωποι
ανασταίνονται μέσα από τους κάδους και βιάζονται να χορτάσουν θέαμα.
Αναγκασμένοι Λάζαροι καλούνται να βγουν έξω
για να δουν το υπέρλαμπρο αστέρι της κατανάλωσης.

"Γευτείτε φώτα, λαμπιόνια, δώρα και του θεού μας το πνεύμα.
Φάτε απο τις τηλεοράσεις ύλη και μάζα.
Μην είστε μίζεροι, μην είστε μαυρισμένοι".

Εσύ, προχώρα και μη ρωτάς πολλά.
Περνάει και προσπερνάει το βλέμμα μου τους σκουπιδάνθρωπους.
"Μείνε, στάσου, βοήθα, δώσε φιλάνθρωπε.
Φάτε εξ αυτού πάντες, πίετε και μη στοχάζεστε".

Δε το βλέπεις;
Μας στοχεύουν, κοιτάνε μέσα στα μάτια μας.
Πες ότι δεν είσαι από ΄δω μπάς και σε αφήσουν ήσυχο.
Μα αυτοί είναι περίεργοι, και το μυαλό τους σκοτεινό.
Δε θα γλυτώσουμε τόσο εύκολα μέσα σε ένα τέτοιο φαγοπότι.

Τουλάχιστον, ας το κάνουμε με τους δικούς μας όρους.
Μείνε κοντά μου και κράτα με σφιχτά.
Μείνε δίπλα μου, μη φύγεις.
Δεν έχω άλλον από εσένα εγώ.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Μόνο Το Είδωλό Σου...

Σε Συνεργασία Με Τη Φίλη "Μιμόζα"

Στέκομαι εδώ, λίγες ανάσες μακριά σου
με τα πόδια βουλιαγμένα στη λάσπη της ασφάλτου,
πλαγιασμένο το σπασμένο μου κορμί σε είδωλο καρέκλας
γιατί μονάχα με είδωλα βαστάω τη ζωή μου εγώ.
Και σαν θελήσω να την κόψω
είδωλα θα βάλω πάλι στα άδεια σου δωμάτια,
μαύρα φερετράκια θα σου ζωγραφίσω
μα μήτε όνομα μήτε σταυρός δε θα χωράει.
Στέκομαι εδώ, λίγα μέτρα πιο κοντά σου
να σε βλέπω καθαρά, μη μου φύγει λεπτομέρεια
μη τυχόν ξεχάσω τα λακκάκια στις άκρες των χειλιών σου 
και αρχίσω να σε ζωγραφίζω κάπως διαφορετική.
Ή δεν ξέρω ότι οι οδύνες της ψυχής μου είναι εκείνες
που παλεύεις κάθε μέρα να κάνεις τάχα πως δε βλέπεις;
Στέκομαι εδώ, σε έναν κόσμο που με σβήνει,
στέκομαι κάπως μουδιασμένος μπροστά από μια θολή παρουσία
που ζεσταίνει την καρδιά μου 
μα ονειρεύομαι στενά σοκάκια, κήπους δίχως λουλούδια
και κάτι πελώριους σταυρούς που ξεπροβάλλουν 
χωρίς ποτέ μου να τους ακολούθησα.
Γιατί είναι δύσκολο να ακολουθείς χωρίς να ξέρεις.
Στέκομαι εδώ, και τώρα που καταφέρνω να σε πλησιάσω
εσύ χάνεσαι μέσα στη θολούρα των χρόνων μας.
Είδωλο κι εσύ μέσα στα άλλα, 
μα φαινόσουν τόσο αληθινή, τόσο ωμή και αιμάτινη
που τα ‘χασα την πρώτη φορά όταν σε αντίκρισα. 
Ήταν εκείνο το σπίτι που γιγαντωνόταν καταμεσής του δρόμου
και μια ανείπωτη ζεστή ημέρα
που έκανε τον αντικατοπτρισμό των χειλιών σου να φαντάζει αληθινός.
Η μέρα προχωρούσε και σαν έφτασε στη μέση της
τα χείλη σου άρχισαν να στάζουν κρασί και αίμα.
Τόσο αίμα, τόσο κρασί. 
Πήγα μια βόλτα στην ταράτσα του παλιού σου σπιτιού
και το σπασμένο σου κορμί με ακολουθούσε με ρυθμό θανάτου.
Το αίμα σου γινόταν κρασί στο ποτήρι μου, κι εγώ εκεί, επέμενα.
Επέμενα να σε αντικρίζω όπως εκείνο το μεσημέρι, 
καταμεσής του πύρινου δρόμου
που έκαιγε τα πρόσωπά μας
και αυλάκωνε τα κόκκινα πέλματά μας.
Γεμίσαμε τα ποτήρια μας από τις φλέβες σου
και καθίσαμε σε ένα παλιό καφενείο,
ένα από εκείνα που σου άρεσαν.
Ζήτησες να ξαναγεμίσεις το ποτήρι μου, 
μα το κρασί ήταν πλέον γλυφό, άνοστο, 
έμοιαζε με αίμα, με νερό, είχε τη γεύση της συνήθειας.
Σηκώθηκες αργά, έφτυσες ένα "κρίμα"
και απομακρύνθηκες κουτσαίνοντας.
Έμεινα εκεί να σε κοιτάζω.
Στεκόμουν εκεί, λίγα μέτρα μακριά σου
προσπαθούσα να σε βλέπω καθαρά,
δεν ήθελα να μου φύγει λεπτομέρεια
μη τυχόν ξεχάσω τα λακκάκια στις άκρες των χειλιών σου. 
Άρχισα να σε ζωγραφίζω
όπως σε έδειχνε η σκιά σου καθώς μου έφευγες.
Τα άδεια μου δωμάτια έμειναν κενά χωρίς εσένα.
Μόνο το είδωλό σου ήθελα, αυτό αναζητούσα.
Μόνο αυτό και θα ήμουν ευτυχισμένος. 

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Μόνο Ουρανός...

Σε Συνεργασία Με Τη Φίλη "Μιμόζα"


Άφησε με να μπω για λίγο,
άνοιξέ μου κι ας μην έχεις διάθεση για κουβέντες,
ας μην κάνεις κέφι απόψε να δεις ξενέρωτες φάτσες.
Κι εγώ, στάσου να σου πω, μη μου θυμώνεις πάλι,
θα μείνω εκεί απέναντι σου αμίλητος κι αν κάποια στιγμή
θελήσεις να κράξεις το θάνατο, 
ρουσφέτια να σου τάξει, άφησέ με να σταθώ μπροστά από 
το παλιό παράθυρό σου, σου έφερα βασιλικό. 
Μ' ακούς; Έφερα μια γλάστρα με βασιλικό,
να κοίτα, εδώ θα τον αφήσω.
Μ' ακούς;
Πότε έπαψες να βλέπεις γύρω σου, πότε έφυγες, 
σου είχα πει να γυρίσεις.
Πότε θα γυρίσεις;
Να εδώ στην παλιά πολυθρόνα του σπιτιού σου θα ακουμπήσω
για λίγο μονάχα, για λίγο.
Να γείρω το κεφάλι, μήπως χαθώ κι εγώ στον κόσμο που παλεύεις,
κι αν τα καταφέρω θα σε φέρω πίσω.
Αν τα καταφέρουμε κι oι δύο θα σε πάρω από το χέρι
και θα πάμε έξω,εκείνη τη βόλτα που σου έταξα πριν φύγεις.
Στη χρωστώ, θυμάσαι;
Μονάχα να μού δώσεις το αποψινό σου βράδυ, να μπω μέσα,
δεν θα σε ενοχλήσω, εδώ θα καθίσω δίπλα στο παράθυρο
-χάλασε κι αυτό- στην παλιά σου πολυθρόνα, δίπλα στο βασιλικό.
Θυμάσαι που πηγαινοερχόμασταν κάποτε μέσα στο σύμπαν;
Είχαμε γνωρίσει εκείνα τα περίεργα πλάσματα που μάς έμοιαζαν,
που ποτέ δεν πιστεύαμε ότι μπορούσαν να υπάρξουν,
κι όμως, ήταν εκεί.
Κι εκείνα τα φυτά που μας μιλούσαν στη γλώσσα των παλιακών ανθρώπων, τα θυμάσαι;
Δε τα λέγανε βασιλικούς εκεί, δεν υπήρχαν βασιλικοί,
δεν υπήρχαν βασιλιάδες.
Τότε, ήσουν εκεί, δίπλα μου.
Πώς σε έχασα έτσι; Γιατί σε άφησα να χαθείς μέσα σου;
Θα με συγχωρέσεις;
Έλα να πάμε χιλιάδες βόλτες αντί τη μία που σου χρωστάω.
όμως όχι, δεν σου χρωστάω μόνο βόλτες.
Βόλτες μπορείς να πας με όλους.
Σου χρωστάω ένα πέταγμα στον ουρανό, 
πάνω από τα ηχεία της πόλης,
πάνω από τα μπαρ που μεθούσαμε, 
μέσα από τις φωτιές της πλατείας.  
Θα περάσω το βράδυ από το στενό σου, κοίτα να είσαι εκεί.
Στείλε την καρδιά σου να μου δείξει το δρόμο
και πες της να μου δώσει ένα βαθύ φιλί στο στόμα
για να σε νιώσω μέσα μου μήπως και γίνω εσύ 
κι έτσι πετάξουμε αγκαλιασμένοι.
Να πετάξουμε θέλω, να πετάξουμε.
Κι αν σου είμαι βάρος, πέτα με κάπου στο σύμπαν, έτσι, απλά.
Αλλά εσένα δε σου αξίζει να κολυμπάς στο βούρκο.
Εσένα μόνο ουρανός σου πρέπει.