Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Μη Φοβηθείς

Μη με περιμένεις στο λιμάνι, δε θα είμαι εκεί.
Το πλοίο που με πήρε είχε επιβάτες γεμάτους σκιές

και σκούρα χρώματα τα φουγάρα του έσταζαν καταχνιά
και παλιές κυμάτινες μνήμες
μα μην ανησυχείς, το φευγιό ήταν ήσυχο.
Μην κλάψεις που δε θα είμαι εκεί μαζί σου, δε μπορούσα να έρθω.
Μη με ψάξεις ούτε στους μίσχους των χρόνων μας 

ούτε στο παλιό μας μπουκάλι με το χαμένο θησαυρό.
Ίσως μια σκιά σου φωνάξει
"πήγαινε στο προηγούμενο λιμάνι να τον βρεις,
κρύφτηκε σε ένα παλιό υπόγειο"
μα μην κοπιάσεις για μένα, απλά ξέχασέ με
μόνο, αν μπορείς, δείξε μου την καρδιά σου από μακριά
όπως εκείνη θα φεγγοβολά μέσα στο σκοτάδι
που εκπέμπουν τα λούτρινα πλοία των παιδικών μας χρόνων
κι έτσι όπως θα φωτίζει τον ανθό της αθωότητας των χελιδονιών
που στριφογυρνούν γύρω από τη φωλιά τους μετά το μακρινό ταξίδι της επιστροφής.

Εγώ θα καταλάβω πόσο με θέλησες
"δε χρειαζόμαστε πολλά για να νιώσουμε τη λάμψη" 

έτσι δεν έλεγες πάντα;

(Πέσαμε σε δύσκολους καιρούς και δεν άντεξα να σηκώσω αυτές τις λέξεις, συγνώμη)

Mα στους θανατερούς ορμητήρες των κάστρων,
φωνές παλιών πολεμιστών και κλάματα μικρών ερωτευμένων παιδιών
θα ακούγονται από το υπόγειο λιμάνι της νιότης μας
κι η θάλασσα θα αναδεύεται και θα ξεπουλά τα υπάρχοντά της στους πειρατές της γης
κι ο ουρανός θα αποστρέφει το βλέμμα του από πάνω μας
και μαζεύοντας τα φανταχτερά του πέπλα κάτω από τη πύρινη σφαίρα
κροταλίζοντας τα σιδερένια του βλέφαρα θα κατεβαίνει προς τη γη και θα ρίχνεται με τη βροχή του μέσα στην άβαθη θάλασσα.

Μα μη φοβηθείς, κάπου εκεί θα βρίσκομαι και θα σε κοιτάω.
Ακόμα κι όταν δε με έβλεπες εγώ ήμουν πάντα εκεί.

Μα μην ψάξεις να με βρεις, θα έχω φύγει μέσα στα όμορφα κύματα της παγωμένης θάλασσας του Σεπτέμβρη

ενώ εσύ θα ντύνεσαι την όψη τους και θα γεύεσαι τον ηδονικό αφρό τους.

Θα ήθελα να μου πεις αν με θυμάσαι καθόλου όπως όταν πρωτογνωριστήκαμε.
Έμεινε κάτι ή όλα θάφτηκαν μέσα στην εποχή που μετράει τους ανθρώπους σαν εμπόρευμα και ζωοποιεί τους αριθμούς μέσα στα μυαλά τους;
Να με θυμάσαι πού και πού
και κοίτα να φυλάς τους εγκεφαλικούς σου δρόμους απ' τις κακοτοπιές του ανόητου καιρού μας.
Κι αν αξίζει τον κόπο να ξαναερωτευθείς, μη το κάνεις επειδή πρέπει
ούτε επειδή η βουή του κόσμου σε ανάγκασε να υποκύψεις στην ηδονή.
Κάνε το μόνο αν είσαι σίγουρος.
Και να μη ξεχάσεις ποτέ εκείνο το πολύβουο αστέρι που καβαλήσαμε μαζί σα να ήμασταν μόνοι μας

γιατί σε εκείνο το αστέρι ελπίζω να σε ξαναβρώ
αν κάποτε μπορέσω να σηκώσω τους ήχους των δύσκολων καιρών που μαζί ζήσαμε.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Ανίκανοι Φαινόμαστε

Γραμμένο Μαζί Με Τη Φίλη "Μιμόζα"

Γέμισαν οι δρόμοι γκρίζο και μουντίλα,
δε βρέχει, μονάχα κάπου κάπου πέφτουν αστραπές, 

δεν είναι από τον ουρανό σου λέω,όχι.
Για στάσου λίγο, κοίτα, να εκεί, ένα πλήθος μαζεμένο, κάτι ετοιμάζουν.
Να είσαι έτοιμος, ναι θα προσέχω κι εγώ, ίσως να πάω μαζί τους, μη φοβάσαι.
Είναι που δεν αντέχω το κοντά μας, το γύρω μας, πώς να το πω;
Φάτσες ανέκφραστες, αγέλαστες, πλαστικές.
Έρχονται και φεύγουν, μένω πάλι μόνη, και να πω ότι φοβάμαι
τη μοναξιά...
Όχι ρε φίλε, πάει πέρασε αυτό, δε με τρομάζει άλλο.
Λίγο που με χαλάει η θολούρα που έχω στο μυαλό και με κάνει
να τρυπώνω σε κάτι κρύα δωμάτια γεμισμένα μούχλα και σαπίλα.
Και φεύγω ολοένα πιο πολύ χωρίς να αφήνω πίσω μου
σημάδια να γυρίσω.

Ολοένα μεγαλώνει το δωμάτιο,
φωτίζεται και βρίσκομαι πάλι στο σαλονάκι της γιαγιάς
με το μικρό σκρίνιο, στολισμένο με κεντημένα σεμεδάκια,
ποτηράκια, βαζάκια με γλυκό μελιτζανάκι.
Μέσα στα μικρά του συρταράκια κρυμμένες καλά καλά
κάτι σουρίτσες με χαρτονομίσματα, τυλιγμένες με κόκκινη κλωστή,
προσεκτικά και ευλαβικά βαλμένες από χέρι ανθρώπου γελαστού.
Πώς έφτασα σε τούτο εδώ το δωμάτιο;
Και πώς να θυμάμαι πότε και γιατί έφτασα σε όλα εκείνα τα δωμάτια των παιδικών μου χρόνων;
Ρωτάς κι εσύ χωρίς να σκέφτεσαι πόση υπομονή έχω κάνει με όλους σας και με 'μένα.
Στο ένα στεκόταν ο πατέρας μου και διάβαζε την εφημερίδα του.
Στο άλλο η μάνα μου τον κοιτούσε μέσα από τους τοίχους κουνώντας το κεφάλι της.
Είμαι έξω απο το σπίτι τώρα και γεύομαι τις αστραπές των θεών.
Σε εκείνο το σπίτι είναι όλοι νεκροί, αλλά γιατί μπορούν να με δούν;
Η μουντάδα δε λέει να φύγει, μάλλον θα μείνει, για πάντα.
Συνηθίστε το άνθρωποι, όλα αυτά είναι δικά μας, ειδικά ο θάνατος.
Ανίκανοι φαινόμαστε στον πόλεμο, όταν ο εχθρός μάς στέλνει τους απεσταλμένους του.
Ανίκανοι στο παιχνίδι της ζωής, όταν εκείνη μάς στέλνει τις λύπες της.
Ανίκανοι στο παιχνίδι των άλλων, όταν εκείνοι μάς ζητούν ανείπωτες ευθύνες, με βλέμματα και μισόλογα.
Το πλήθος θα μάς καταπιεί ζωντανούς, αν δεν καταλάβουμε τη δύναμή του.
Οι δρόμοι θα γεμίσουν με αίμα, αν δε ρίξουμε την ανθρώπινη βροχή μας.
Οι αφέντες θα μάς στήσουν στον τοίχο, αν εμείς δε βρούμε το μέλλον μας.
Σταμάτησα να κοιτάω μέσα στο σπίτι που έμεναν εκείνοι.
Είναι ώρα να πάω μπροστά ή πίσω, αλλά τώρα πιά μόνη μου.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Ακόμα Κι Έτσι...

Γραμμένο Μαζί Με Τη Φίλη "Μιμόζα"

Περπατάω, στέκομαι, κοιτάζω,
παραπατώ μα συνεχίζω. 
Πατώ επάνω στις σιωπές σας 
εκείνες που αποφεύγετε ν' ακούσετε,
σε δρόμους ντυμένους με όσα τρομάζετε
ν' αναγνωρίσετε.
Μα στέκομαι μπροστά σας
και γυρνώ, ανάθεμά με, γύρω γύρω
με μάτια ανοιχτά
και ρουφάω τ' αρώματα
σφραγίζω τις εικόνες,
κλειδώνω φάτσες, ανάσες και κουβέντες.
Γεμίζω τα σπλάχνα και το νου μου
να μη τα καταπιεί η λησμονιά
και θυμάμαι, θυμάμαι όσα διώξατε από ανάγκη,
όσα αποποιηθήκατε από ντροπή, 
τα πετώ μέσα μου καθώς παραπατώ,
ανάθεμά σας, είναι τα δικά σας.
Κι έτσι όμως, ακόμα κι έτσι
θα σας πολεμήσω με όσα όπλα κι αν έχω. 
Πέτρες, μπουκάλια και λαλιά πουλιού.
Ό,τι η φύση μού έδωσε,
ό,τι ο πολιτισμός σας μού στέρησε, θα το χρησιμοποιήσω.
Πέτρες για να σπάσω τη σιωπή σας.
Μπουκάλια για να κόψω τις φλέβες της ανέστιας ελπίδας σας.
Λαλιά πουλιού για να τραγουδήσω δυνατά τη δική μας ελπίδα.
Θα στέκομαι μπροστά σας και δίπλα σας και πίσω σας.
Θα ανάψω τσιγάρο για όλο τον κόσμο
κι η καύτρα του θα φαίνεται στα πέρατα του κόσμου
και τα σπλάχνα μου θα ρέουν στην ορμή του κόσμου
κι εκείνος θα μεταμορφώνεται σε ηλιαχτίδα. 
Με μάτια ανοιχτά θα κοιτώ τον ήλιο
και θα ρουφάω το ψύχος των πόλων
εκεί που ποτέ δεν στράφηκε ανθρώπου βλέμμα.
Περπατάω, στέκομαι, κοιτάζω,
παραπατώ μα συνεχίζω. 
Συνεχίζω πάνω από γραφεία και τέμνοντα μυαλά
να βρω πότε έγινε το λάθος του Θανάτου
πότε αφήσαμε να ξεχαστούμε πάνω στα νούμερα και τα χαρτιά
Με μάτια ανοιχτά θα κοιτώ τον φεγγάρι
και όλα τα αστέρια θα καθαρίσω από τα χνώτα σας
και τα βραδινά σας όνειρα.
Κι όταν έρθει ο καιρός θα σας ξαναπολεμήσω
χωρίς ήλιο, χωρίς φεγγάρι, με μόνο όπλο τη δική μας ελπίδα.
Τα χαρτιά σας θα σβηστούν,
οι αριθμοί σας θα σφαγιαστούν από τις λέξεις μας.
Η γη θα γεννήσει νέους σεισμούς και λάβα από αρώματα
ποτάμια με στίχους ποιητών θα σας κατακλύσουν
κι η αγάπη θα ξεκαθαρίσει από ανούσια χάδια 
και φτηνά ερωτικά κόλπα.
Παραπατάω,
μα θα συνεχίσω να χύνω μελάνι στο βιβλίο του νου σας.
Θα πέφτω, αλλά πάντα θα ξανασηκώνομαι, ξανά και ξανά. 

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Οι Κήποι Μας

Γραμμένο μαζί με τη Φίλη "Μιμόζα"

Μια μάζα από σάρκα και οστά,
παλεύεις να κρύψεις την ψυχή σου,
να μη την πληγώσουν, μη τη λερώσουν,
μη σαπίσει το σώμα και χάσει κι εκείνη το μέρος που φωλιάζει.
Βυθίζεται να μη βλέπει όλα όσα τα μάτια αντικρίζουν,
βρώμικα, ψεύτικα κι άλλοτε νοσηρά αγαπημένα.
Ξεχνά, δήθεν, τις ουλές από τ' αγκάθια των λουλουδιών
καθώς σεργιάνιζε στους ολάνθιστους κήπους.
Μα ήρθε η μέρα που τους ρήμαξαν κι αυτούς,
οι φίλοι που μεγάλωσαν απότομα και δε βρήκαν χρόνο να περάσουν.
Φίλε στο είχα πει, τα λουλούδια πονάνε όταν τα αγνοείς
φίλε θυμάσαι πως ρουφούσες το άρωμά τους 
και φώναζες "ποτέ δε θα ξεχάσω";
Θυμάσαι εκείνο το απόγευμα,
θυμωμένος που δεν κατάλαβα τις έγνοιες σου, 
πέρασες στο απέναντι πεζοδρόμιο,
ουρλιάζοντας πως ο κόσμος άλλαξε;
Πικράθηκα μα δε με νοιάζει για εμένα,
σ' άκουσαν εκείνα φίλε και μαράθηκαν.
Μαράθηκαν γιατί έτρεχες να προλάβεις το εμπορικό.
Και οι εχθροί, που κάθε μέρα τον γεμίζουν σκουπίδια,
από εκείνα που ποτέ δε θα γίνουν ένα με το χώμα,
δε θα γίνουν λίπασμα για να τα βοηθήσουν να ανθίσουν.
Ολοένα και πληθαίνουν οι εχθροί,
καμιά φορά δυσκολεύεσαι να τους αναγνωρίσεις.
Θαρρείς πως είναι φίλοι και τους αφήνεις να περάσουν,
κι εκείνοι επειδή έτσι έμαθαν να κάνουν σφίγγουν τα χέρια
και κόβουν τα μπουμπούκια.
Τα μπουμπούκια ρε γαμώ το.
Οι φίλοι δεν έχουν χρόνο, οι εχθροί αντρειεύουν,
τα λουλούδια πια μαράθηκαν και τα μπουμπούκια κόπηκαν... 
Ένα παγκάκι, ένα δειλό κορμί
και η ψυχή σακατεμένη, θλιμμένη, μουδιασμένη.
Όμως στέκεται και σιγοκαίει τη φλόγα της και ακόμα δυναμώνει.
Κι εκείνοι οι φίλοι πέρασαν και χάθηκαν σε άλλους κήπους
και τα μπουμπούκια προσπαθούσαν την αναγέννησή τους.
Ήλιος, Άνεμος και το μαύρο της ψυχής μας.
Εκεί κατακάθησε το μυαλό να ξεκουραστεί.
Κάτω από τον ήλιο, χτυπώντας στα ίσια τον Άνεμο
δίνοντας στον ορίζοντα μια τελευταία ελπίδα ύπαρξης.
Ήλιος, Άνεμος κι η ψυχή του ολόγυμνη.
Κι αν τελειώσουν όλα, πάλι θα υπάρχει χρόνος.
Ώρες, παρακαλούν ικετευτικά την αιωνιότητα για λίγο παραπάνω μα εκείνη δεν επιθυμεί τίποτα άλλο από τον αιώνιο εαυτό της.

Aυτές υπακούν.

Και ο κήπος όσο περνάει ο Χρόνος ανθεί και πάλι.
Κι οι φίλοι, καινούργιοι φίλοι,
ανοίγουν το μυαλό μου και τοποθετούν καλώδια ελπίδας.
Ήλιος, Άνεμος κι η ψυχή τους ολόγυμνη.
Μα πού βρίσκονταν τόσα χρόνια αυτοί οι αληθινοί φίλοι;
Σε ποιους κήπους τριγυρνούσαν, ποιο άγιο χώμα πατούσαν;
Τα ίχνη τους ακούγονται από μακριά,
τα μάτια τους κλειστά
και μια διαρκής απορία σχηματισμένη στις ρυτίδες τους.
Δεν είναι χαρακιές εμπειρίας ούτε χρόνων.
Αυτές οι ρυτίδες είναι ανώριμες,
σε πρόσωπο μωρού βαλμένες
είναι χαρακιές που αλλάζουν στη στιγμή
που φοβούνται την ωριμότητα των μεγάλων.
Μα και η ψυχή φοβάται το μυαλό των μεγάλων του κόσμου.
Των μεγάλων του Θανάτου.
Των μεγάλων της Ζωής.
Μακάρι να ξανανθίσουν οι κήποι μας μέσα στην Οικουμένη τους.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Όμορφοι Αυτοί Οι Δρόμοι...

Γραμμένο μαζί με τη Φίλη "Μιμόζα"

Αν θέλεις να έρθεις θα σου κρατήσω μια θέση
στον ηλεκτρικό, κοντά στη δική μου.
Όχι πλάι μου, δε θέλω το μπράτσο σου να με αγγίζει
μα κάπου αντικριστά, τα μάτια σου να βλέπω.
Κάπου-κάπου θα μπαίνει κάποιος ανάμεσά μας,
κι εσύ με τρόμο θα κινείσαι, ψάχνοντας με,
μη τυχόν κατέβω, μη με χάσεις. 
Και σαν το πλήθος λιγοστεύει θα με κοιτάς,
εκλιπαρώντας στο πλάι μου, μια φορά να περπατήσεις.
Μα τότε θα πρέπει να σου πω πως τα μέρη όπου σεργιανίζω
είναι θλιμμένα, σκοτεινά, μυρίζουν δάκρυα και ούρα.

Όχι δε φοβάμαι -αν ρωτάς- μονάχα που καμιά φορά λυπάμαι
σαν σκέφτομαι κάτι μέρες παλιές, φωτεινές 
που μύριζαν βασιλικό, λεμονιά κι αγάπη.
Aυτές τις μέρες μη τις ξεχάσουμε ποτέ
μα να τις κρατάμε σαν το δικό μας μυστικό
και να πηγαίνουμε από πόρτα σε πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα:
Η θλίψη είναι ετοιμοθάνατη.
Η θλίψη πέθανε, δεν έχει θέση εδώ, δεν μπορεί να ριζώσει.
Η θλίψη δε μπορεί να μάς νικήσει
είναι δημιούργημά μας, είναι σάρκα μας
αλλά εμείς ξέρουμε πώς να την κάνουμε κι αυτή χαρούμενη μέσα μας.
Με φίλους άσπιλους και αμαρτωλούς
από αυτούς που παγώνουν στη θεά του πρώτου φωτός
και θερμαίνονται από τον ήχο μιας κιθάρας και της παιδικής μας φωνής.

Μην κάτσεις πλάι μου, στο είπα.
Είναι που θέλω να φωτίζομαι από τα μάτια σου
και να μπορώ να σε κοιτάω όπως τότε, θυμάσαι;
Κλέβαμε τους καρπούς του ήλιου και στολίζαμε τα μαλλιά μας
κάθε βόλτα μαζί σου ήταν μια ουτοπία, 
κάθε ματιά σου ένα ακόμα βήμα.
Ήθελες να περπατάμε στους βρώμικους δρόμους
γιατί ήταν δικοί μας.
Μη φοβάσαι, είναι ακόμα όμορφοι.
Τα δάκρυα, τα δάκρυά μας είναι τα πρώτα που χαράκτηκαν στα δέντρα τους, σε αυτούς τους δρόμους πρωτοένιωσα το χτύπο της καρδιάς σου.

Μη φοβάσαι, είναι ακόμα όμορφοι αυτοί οι δρόμοι.