Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Αντικριστά

Καθώς καθόμασταν αντικριστά, ένιωσα αυτόν τον φθόνο του ότι δεν είμαι ένα κομμάτι του εαυτού σου για να μπορώ να σε ακουμπάω ακριβώς όποτε το έχω ανάγκη.
Έτσι, ξεγυμνώθηκα μπροστά σε έναν καθρέφτη, σε εκείνον που είχε στραμμένα τα νώτα του στο πέλαγος και τα κύματα είχαν καταπιεί τις ματαιοδοξίες του.
Ανοίχτηκα μαζί του και βρεθήκαμε μπροστά από τον Ήλιο να πίνουμε αλκοόλ μέσα από μεγάλα σακιά, εκείνα που κάποτε φιλοξενούσαν ανέμους και θερινές βροχές.
Κατάλαβα ότι δεν υπήρχε πλέον καμία διέξοδος μέσα στην εποχή των όμορφων πυρετών, κι έτσι αποσύρθηκα μέσα σε ένα συρτάρι με αντιβιώσεις θανάτου.
Ίσως να ξανάρθει η εποχή των άκρατων σιωπών.
Ίσως πάλι να ξαναγεμίσουμε φασαρία τα σώματά μας, κι έτσι, όπως εκείνα θα κραυγάζουν, εμείς να πεθάνουμε μέσα στην απροσδιόριστη ησυχία μας.

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Νύχτα

Γεμάτος μαύρους σπασμούς
σελήνη άπνοη
ουρανός χωρίς κρωξίματα αγγέλων.

Ύπνος μισερός, συνταρακτικός
κι οι εφιάλτες υπομονετικοί
συντροφεύουν το πρώτο ξύπνημα.

Αποσπώμενη ύλη
σε θεωρίες κλεισμένη
προσπέκτους επαναστάσεων
σε προσφορές και κουπόνια
καφετέριες και δονήσεις μικροκυμάτων
τελευταίος ο άνθρωπος
η ζωικότητα προηγείται του ηλεκτρισμού.

Η νύχτα αστερίζει
γράφει τα μελλούμενα
σαν προφήτης καθισμένος σε βουβό λόφο
ήλιος εργαζόμενος επί εικοσιτετράωρο
υπέρ Ωρών, Ημερών, υπέρ Ημών
μόνη η νύχτα σε βουβή εντατική.

Πίνει ποτό από τα μαλλιά της σελήνης
λούζεται στην αγκαλιά της
φωτίζει μισές εξεγέρσεις
βαθαίνον σκότος
κατακάθι του καλοκαιριού η σιωπή
ό,τι αφήνει το τραγούδι του τζιτζικιού
κι εκείνη
έρπει προς το πρόσωπο της ησυχίας
ακτινοβολεί μνήμες
φιλάει την όμορφη πλάτη της
αναπνέει τις ιστορίες της
αργοπεθαίνει πάνω σε ηλιακά χαμόγελα.

Είδα

Είδα τον χαμό να αναπαύεται
στα μάτια του κόσμου κρωξίματα πουλιών
κι οι νικηφόρες ιαχές ολόιδιες, να στέκονται ορθές.

Είδα στήθη να συντρίβονται
μεταξύ σιγουριάς και ερωτήσεων:
"Τα λευκά στους σαράντα
τα μαύρα άπλυτα να μείνουν".
Δεν απλώνεται η θλίψη.

Είδα τα μάτια μου τσιμπλιάρικα
αποστεωμένο πρόσωπο, σάπια δόντια
μεγάλη του κόσμου καμπούρα.

Είδα τις σιγουριές των βουνών
και το ψύχος των ανέμων
ο ήλιος να πυρομανάει στις κορυφές τους
τα θηρία μανιασμένα να πίνουν αίμα
οι πόλεις χαμένες στον ρυθμό της συνήθειας.

Είδα έναν
κι εκείνους να αρχηγούν
να πισθαγκωνούν τα πλήθη
να ερωτεύονται τον εαυτό τους
κι όλα τα τρένα να ακούγονται από μακριά
ριγμένα πάνω σε σαρκοβόρες ράγες.

Δεν είδα κάπου εμάς
λυτρωμένοι καθώς νιώθαμε.

Δεν υπήρχε λόγος να μάς αντικρίσουμε ματωμένους.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Ευτυχείς

Ευτυχείς
ως σταθερά και υπόκωφα κτίρια
αντισεισμικά.

Ευτυχείς
ως σίγουροι
ως προσδοκούντες
ως επίμονοι επαγγελματίες
ως σταδιοδρόμοι εταιρικών προδιαγραφών.

Σταθεροί
ως ευτυχείς οικογενειάρχες
εκκλησιαζόμενοι και μη αμαρτούντες.

Δυστυχείς
με κρεμασμένα σώματα
χυλωμένους νόες
εύθραυστα μάτια
γύψινες γλώσσες.

Ερωτευμένοι
με χείλια κόκκινα
μέλη στητά
χέρια παγωμένα
γάντια υγρά
μανιασμένες υποσχέσεις.

Σίγουροι
ως εθνικά ανήκοντες
ως ταξικά αγωνιζόμενοι
ως  αλλότριων παιδιών γονείς
ως υπερέχοντες πατριώτες.

Ευτυχείς
ως ανθρωπίζοντες.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Τέτοια Υλικά

Κάποια λόγια που δεν ειπώθηκαν
κάποιοι στίχοι που δεν γράφτηκαν
φωνές που δεν ακούστηκαν
μηνύματα που δεν στάλθηκαν
σάλια που δεν άλλαξαν προορισμούς.

Κάποια τέτοια υλικά
έχτισαν τη ζωή μου
μαζί
με κάποια βλέμματα
που ανταμώθηκαν εκεί ή εδώ
στα μέρη του άπνοου αποχωρισμού
και των ξέπνεων υποσχέσων.

Όλα ήταν χωρίς πνοή
μα κάποια
ανέπνεαν με πάθος
και δύναμη 
κι άντεξαν σε βροχή και λάβα.

Αυτά μα κι εκείνα, τα άλλα
έχτισαν τα άγρια βράδια μας.