Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Είδα

Είδα τον χαμό να αναπαύεται
στα μάτια του κόσμου κρωξίματα πουλιών
κι οι νικηφόρες ιαχές ολόιδιες, να στέκονται ορθές.

Είδα στήθη να συντρίβονται
μεταξύ σιγουριάς και ερωτήσεων:
"Τα λευκά στους σαράντα
τα μαύρα άπλυτα να μείνουν".
Δεν απλώνεται η θλίψη.

Είδα τα μάτια μου τσιμπλιάρικα
αποστεωμένο πρόσωπο, σάπια δόντια
μεγάλη του κόσμου καμπούρα.

Είδα τις σιγουριές των βουνών
και το ψύχος των ανέμων
ο ήλιος να πυρομανάει στις κορυφές τους
τα θηρία μανιασμένα να πίνουν αίμα
οι πόλεις χαμένες στον ρυθμό της συνήθειας.

Είδα έναν
κι εκείνους να αρχηγούν
να πισθαγκωνούν τα πλήθη
να ερωτεύονται τον εαυτό τους
κι όλα τα τρένα να ακούγονται από μακριά
ριγμένα πάνω σε σαρκοβόρες ράγες.

Δεν είδα κάπου εμάς
λυτρωμένοι καθώς νιώθαμε.

Δεν υπήρχε λόγος να μάς αντικρίσουμε ματωμένους.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Ευτυχείς

Ευτυχείς
ως σταθερά και υπόκωφα κτίρια
αντισεισμικά.

Ευτυχείς
ως σίγουροι
ως προσδοκούντες
ως επίμονοι επαγγελματίες
ως σταδιοδρόμοι εταιρικών προδιαγραφών.

Σταθεροί
ως ευτυχείς οικογενειάρχες
εκκλησιαζόμενοι και μη αμαρτούντες.

Δυστυχείς
με κρεμασμένα σώματα
χυλωμένους νόες
εύθραυστα μάτια
γύψινες γλώσσες.

Ερωτευμένοι
με χείλια κόκκινα
μέλη στητά
χέρια παγωμένα
γάντια υγρά
μανιασμένες υποσχέσεις.

Σίγουροι
ως εθνικά ανήκοντες
ως ταξικά αγωνιζόμενοι
ως  αλλότριων παιδιών γονείς
ως υπερέχοντες πατριώτες.

Ευτυχείς
ως ανθρωπίζοντες.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Τέτοια Υλικά

Κάποια λόγια που δεν ειπώθηκαν
κάποιοι στίχοι που δεν γράφτηκαν
φωνές που δεν ακούστηκαν
μηνύματα που δεν στάλθηκαν
σάλια που δεν άλλαξαν προορισμούς.

Κάποια τέτοια υλικά
έχτισαν τη ζωή μου
μαζί
με κάποια βλέμματα
που ανταμώθηκαν εκεί ή εδώ
στα μέρη του άπνοου αποχωρισμού
και των ξέπνεων υποσχέσων.

Όλα ήταν χωρίς πνοή
μα κάποια
ανέπνεαν με πάθος
και δύναμη 
κι άντεξαν σε βροχή και λάβα.

Αυτά μα κι εκείνα, τα άλλα
έχτισαν τα άγρια βράδια μας. 

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Το Φιλί

Το φιλί εκείνο, σαν να με έδεσε χειροπόδαρα και να με έσυρε σε έναν από τους δρόμους σου. Σαν να με στοίχειωσε μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις εφηβικές και υγρά σκοτάδια.
Δεν ήταν γνωστός δρόμος, αλλά φαινόταν καθάριος και ήταν φρεσκοβαμμένος σαν παλιακή αυλή.
Όμως μου φαινόταν ότι κάπου τον είχα ξανασυναντήσει.
Ίσως επειδή τον περπατούσα με άνεση και έβλεπα συνεχώς τον εαυτό μου να αντανακλάται πάνω του, όπως τα αστέρια καθρεφτίζονται σαν κοσμήματα πάνω στον ουράνιο θόλο. 
Ήξερα ότι γνώριζα όλη την υγράδα του και το παρελθόν του, μα ένας παλμός μού υπενθύμιζε ότι τίποτα δεν ξέρω προτού το ξαναμάθω με άλλον τρόπο.
Η άσφαλτος του δρόσιζε τα γυμνά μου πόδια και το αεράκι που απέπνεε έδινε ανάσα στο σώμα μου, βίαια κατέκλυζε τους πόρους του σαν την φουρτουνιασμένη θάλασσα. 
Έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής, που τα χρώματα ξαφνικά βρήκαν καινούργιους τρόπους να αποτυπώνονται κι ο καμβάς που ζωγραφίστηκε θύμιζε βροχερό σύννεφο παιδικού καλοκαιριού.
Ό,τι κι αν συμβεί, αυτόν τον δρόμο θα τον θυμάμαι πάντα, και τα χείλη μου που κάηκαν πάνω στα δικά σου, όταν τα χάδια μας έπλαθαν απρόσμενα σύμπαντα, πάντα θα φωταγωγούν εκείνο το μικρό μέρος που τα φιλοξένησε εκείνη την στιγμή, από τις σπάνιες εκείνες φορές, που παρελθόν, παρόν και μέλλον συμμορφώνονται στα γούστα των ανθρώπων.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Από Τότε

Σε θυμάμαι χρόνια να ταξιδεύεις σε μεγάλους δρόμους χωρίς αποσκευές με ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο.
Περνούσες με ταχύτητα έξω από τη ζωή μου και σου φαινόταν τόσο μικρή, μια ελάχιστη κουκίδα μέσα στις τόσες άλλες πεθαμένες ζωές.
Πριν λίγα χρόνια αποφάσισες να χαλάσεις όλους τους τροχούς του κόσμου.
Τους έβαλες σε μια βουνοκορφή- κάποιοι κύλησαν και σώθηκαν- και τους έκαψες με μια εκτυφλωτική φλόγα, τρίβοντας μεταξύ τους τα βλέμματα των καλοκαιριών, που ξοδέψαμε μαζί χωρίς ούτε ένα βασίλεμα, ένα φιλί, μια καλή κουβέντα, χωρίς έστω ένα πλοίο να μάς περιμένει στο λιμάνι.
Από τότε, έρπω στις εθνικές σου, μυρίζοντας τον ιδρώτα και τα λάδια του δρόμου, τα νυσταγμένα ταξίδια των φορτηγών, τα υγρά του κορμιού σου, το αίμα των αδικοσκοτωμένων, τα χιλιόμετρα όλων των ταξιδιών εκείνων, που δεν κάναμε μαζί.
Μόνο τότε,είδες ξανά τη ζωή μου όπως ακριβώς ήταν. Μια ζωή εντοιχισμένη σε ξυσμένους, άβαφτους τοίχους.
Από σήμερα-ίσως να ήταν και χθες- οι μπογιές μου άρχισαν να λάμπουν, γιατί εσύ έριξες το βλέμμα σου επάνω τους.
Όταν ενταφίασες τα καλοκαίρια εκείνα, τότε οι δρόμοι ξαναγέμισαν με λόγους και ζεστά μάτια.