Σάββατο 23 Μαΐου 2015

Thurston Moore Band + The Callas live @ Fuzz - 25 / 04 / 2015

Μια ανασκόπηση της συναυλίας Thurston Moore Band + The Callas 
Δημοσιεύθηκε στο http://www.postwave.gr/
και συγκεκριμένα παρακάτω

Οι πόρτες άνοιγαν στις 20:00. Έφτασα στο Fuzz γύρω στις 21:15 και ο κόσμος ήταν λίγος.

Αργά αλλά σταθερά αρχίσαμε να μαζευόμαστε όλο και περισσότεροι και αν θυμάμαι καλά στις 21:40-21:45 ανέβηκαν οι εγχώριοι The Callas στη σκηνή με αρκετό κόσμο να τους παρακολουθεί. Δεν τους είχα ξαναδεί, όμως μού άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις. Πειραγμένο garage με ψυχεδελικούς τόνους, δεμένος ήχος, ωραία, βρώμικα riff, η σόλο κιθάρα να θυμίζει Poison Ivy και ως ύφος και ως σκηνική παρουσία ενώ ο μπασίστας με την τραγιασκούλα του, το στυλ παιξίματος αλλά και την άνετη κίνηση του μού έφερε έντονα στο μυαλό τον Νίκο -"Τσουλούφη"- Χαραλαμπόπουλο, πάλαι ποτέ μπασίστα των Αδιέξοδο και σήμερα των Anfo.
Οι The Callas έπαιξαν περίπου μία ώρα και ανάμεσα στα άλλα έδωσαν τρελά γκάζια με τα γνωστά τους πλέον "Disaster" και "East Beat". Δικαιώνουν απόλυτα το στιβαρό όνομα που έχουν δημιουργήσει στη σκηνή (εγχώρια και μη).
Ίσως βέβαια κανείς δε θα μπορούσε στα αλήθεια να προλογίσει ή πιο σωστά να προετοιμάσει μουσικά κοινό που είναι έτοιμο να δει επί σκηνής τον Thurston Moore και την παρέα του αλλά οι The Callas τα κατάφεραν και με το παραπάνω.
Προσωπικά, θα επιδιώξω να τους ξαναδώ σίγουρα.

Η μπάντα του Thurston Moore εμφανίσθηκε στη σκηνή στις 22:40 και ο κόσμος ήταν ήδη πολύς χωρίς όμως να νιώθεις κονσερβοποιημένος. Σταμάτησαν να μάς ... πυροβολούν περίπου δύο ώρες μετά, με τρία συνεχόμενα encore στο τέλος.

Ο Ηγέτης Του Θορύβου ξαναγύρισε στα μέρη μας και στην ουσία ανακύκλωσε την avant-garde αισθητική του, αυτή δηλαδή που έκανε τους Sonic Youth σεβαστούς σε ολόκληρο τον μουσικό κόσμο κι όχι μόνο. Εδώ που τα λέμε, αυτή η αισθητική, ως κάτι μουσικά και σύγχρονα  πρωτοποριακό, στην ουσία έχει παρέλθει, όταν όμως ακούσεις τους θορυβώδεις ήχους μελωδικής αποκάλυψης του Moore και την κιθάρα του πότε να βρυχάται και πότε να pop-ίζει, πότε να σε ανεβάζει και πότε να σε θλίβει, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι μάλλον δεν έχει ξεφτίσει ακόμα η μπογιά της πρωτοπορίας του κι ότι πολύ πιθανόν δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο στο άμεσο μέλλον.
Ο Thurston Moore, πεντήκοντα και έξι ετών πλέον (αλλά θυμίζοντας έφηβο μαζί με τον Steve Shelley στα ντραμς) είναι η αλήθεια ότι έχει σταματήσει να χτυπιέται όπως όταν τον είχα πρωτοδεί με τους Sonic Youth στο Rockwave και στο Ρόδον αλλά αυτό φυσικά δεν αλλάζει σε τίποτα την μουσική του υπόσταση και το ταλέντο του, το αντίθετο θα έλεγα. Μπροστά του είχε αναλόγιο και προφανώς διάβαζε τους στίχους κάποιων από τα τραγούδια ενώ η αλυσίδα που κρεμόταν από το λαιμό του έμοιαζε να φιλοξενεί κάτι σαν φυλακτό εναντίον των... άμουσων ίσως (;).

Ας πάμε όμως στο καθαρό συναυλιακό μέρος.
Η μπάντα που έχει στήσει είναι άκρως επαγγελματική, σε σημείο που ακόμα κι όταν φαίνεται να αυτοσχεδιάζει, φαντάζει σχεδόν σίγουρο ότι το κάνει με ώρες πρόβας στην πλάτη.
Ο Moore φαινόταν άνετος και σχεδόν ακίνητος έπαιζε τις συγχορδίες του, χωρίς να φαίνεται να τον "ζορίζουν", ακόμα κι όταν τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού έδειχναν να στρετσάρονται επικίνδυνα. Έμοιαζε να δρέπει τις δάφνες της καθαριστικής και συνθετικής του ικανότητας, λες και οι τρεις υπόλοιποι μουσικοί (πολύ αξιόλογοι όλοι τους) τέθηκαν στην υπηρεσία του ώστε να κάνουν πραγματικότητα το μουσικό του όραμα.
Ο φοβερός και τρομερός κιθαρίστας James Sedwards συνόδευε σθεναρά τον Moore στα αυτοσχεδιαστικά του ξεσπάσματα, η Debbie Googe στο μπάσο κοίταζε συνεχώς το μπάσο της και "χτυπιόταν" ενώ η αριστερή πλευρά του σώματός της ήταν στραμμένη προς το κοινό και με τη δεξιά της... έδειχνε συνεχώς τον Steve Shelley, κρατώντας οι δύο τους ένα συνεπέστατο και ευφάνταστο Rythm Section, από αυτά που δύσκολα συναντάς. Έμοιαζαν με ζευγάρι που ναι μεν θέλουν ο ένας τον άλλον πολύ αλλά παράλληλα τηρούν και τις απαραίτητες αποστάσεις, ώστε να μην εμφιλοχωρήσει ανάμεσά τους η αρρώστια της ρουτίνας: και τα κατάφεραν.
Σπουδαίοι μουσικοί όλοι τους, με ιστορία και μέλλον. 
 ήχος ήταν καταιγιστικός, βαρύς, τραχύς, σχεδόν σε έκανε να τρέμεις, όμως ήταν ό,τι χρειαζόταν για αυτή τη βραδιά.
Ξεκίνησαν με ένα καταπληκτικό σχεδόν εικοσάλεπτο ερωτικό και εκστατικό "Forevermore" ενώ καθ΄ όλη σχεδόν τη διάρκεια της συναυλίας στην οθόνη πίσω τους "έπεφταν" διάφορες εικόνες πλανητών, αστεριών, ηφαιστειακής λάβας (;) κ.α. που δεν πρόσθεταν κάτι (όχι ότι αφαιρούσαν όμως) στην ατμόσφαιρα των τραγουδιών, αφού αυτά έδιναν το γενικό πρόσταγμα.
Έπαιξαν σχεδόν όλα τα τραγούδια από το νέο άλμπουμ δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση- εκτός από το "Forevermore"- στα υπέρ του δέοντος Sonicyouthικά και αποστομωτικά "Germs Burn" (ένα pop, θορυβώδες post-garage διαμάντι) "Detonation", στο παρ΄ ολίγον Δρολαπικής εισαγωγής "Grace Lake", το οποίο η μπάντα απογείωσε και μετέτρεψε σε σεμινάριο υγιούς θορύβου, στο μελωδικά θλιβερό "Taρe", στο "Speak to the Wild" με τη φοβερή άρθρωση του Moore να αποδίδει πεντακάθαρα όλους τους στίχους, χωρίς αυτοί να χάνονται μέσα στο μουσικό πανδαιμόνιο. Αφιέρωσαν δε κι ένα τραγούδι τους στους The Callas.

Προς το τέλος της συναυλίας μάς χάρισαν ένα κομμάτι από τους Chelsea Light Moving ενώ το τελευταίο encore ήταν το καταπληκτικό και μυστηριώδες "Ono Soul", με αυτή τη μελωδία που σε εθίζει και κολλάει στο κεφάλι σου, ένα κομμάτι από το πρώτο άλμπουμ του Thurston Moore, "Psychic Hearts", το οποίο μέσα από ένα μείγμα αυτοσχεδιαστικού θορύβου και πειράγματος του ενισχυτή έκαναν αγνώριστο, σχεδόν αναγκάζοντας την κεντρική μελωδική γραμμή, που ταυτίζει τα φωνητικά με την λιτή κιθαριστική μελωδία, να ακούγεται μάλλον ως ξένη αλλά και τόσο οικεία ταυτόχρονα.
Σε αυτή του την εκδοχή, το "Ono Soul" πρέπει να διήρκεσε σχεδόν ένα τέταρτο της ώρα,ς ίσως και λίγο παραπάνω.
"Bow down to the queen of noise..." λοιπόν κι αν κάποιος άλλαζε το Queen σε King, τότε θα εμφανιζόταν μπροστά μας ο Thurston Moore. Προς το παρόν τον τίτλο κατέχει επάξια η κ. Kim Gordon. Εύχομαι να τους ξαναδούμε όλους μαζί, αν και οι προσωπικές τους δουλειές σε αρκετά καλλιτεχνικά πεδία συναγωνίζονται επάξια τη μεγάλη πορεία των Sonic Youth.

Οψόμεθα.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Calf - Bastards Anatomy Use A Unicorn Go To Apathy


Μια κριτική για τον δίσκο "Bastards Anatomy Use A Unicorn Go To Apathy" των Calf
Δημοσιεύθηκε στο http://www.postwave.gr/
και συγκεκριμένα παρακάτω

Όποιος έχει ακούσει το πρώτο άλμπουμ των εγχώριων Calf "Α Constant Loss Departs From the Sentiment of the Abandoned" (2012) αντιλαμβάνεται ότι είναι πολύ πιθανόν η μετάβαση στο δεύτερο δισκογραφικό τους εγχείρημα"Βastards Anatomy Use A Unicorn Go To Apathy" (μα τί τίτλοι είναι αυτοί;) να συνέβη μέσα από βαθιές ψυχολογικές μεταπτώσεις των μελών του συγκροτήματος, ίσως συνεπικουρία ψυχοτρόπων ουσιών. Ακόμα και το εξώφυλλο του νέου άλμπουμ, που κυκλοφόρησε σε μορφή βινυλίου στα τέλη του 2014, ενδεικνύει βάσιμα ότι κάτι έχει αλλάξει εδώ σε σχέση με πριν, κάποια κεντρική, καίρια ψυχολογική πτυχή του οργανισμού των Calf έχει αρχίσει, αργά αλλά σταθερά, να μεταπίπτει από το ασφαλές συνειδητό του πρώτου άλμπουμ στον αχανή κόσμο ενός ανερμάτιστου μα σταθεροποιητικού ασυνειδήτου του δεύτερου. Γιατί, αν η μουσική των Calf ξάπλωνε στο Φροϋδικό ντιβάνι, είμαι σίγουρος ότι θα βοηθούσε τον Δόκτορα Σίγκμουντ στην περαιτέρω εξέλιξη της Ψυχαναλυτικής Θεωρίας του.
To εισαγωγικό "Are you Laura Palmer ? No, I’m a fucking psycho" έχει τίτλο που δεν ξεχνάς εύκολα, ειδικά όταν η μουσική που τον συνοδεύει είναι από λυρική έως βίαιη ξανά και ξανά μέχρι τη λήξη αυτού του σχεδόν ενδεκάλεπτου μουσικού κυκεώνα. Κάθε κομμάτι του άλμπουμ είναι σαν να ακούς έναν ολόκληρο δίσκο, όχι τόσο λόγω της διάρκειάς του, όσο λόγω του μουσικού και αισθητικού του περιεχομένου. Κανένα δεν έχει στίχους κι όμως διαθέτει φωνή και μάλιστα ισχυρή, σε τέτοιο σημείο, που αναρωτιέσαι, αν τελικά η στιχουργική είναι απαραίτητη στην περίπτωση που η μουσική διαθέτει ειδικό βάρος ή αν τελικά την εμποδίζει στην εξελικτική της πορεία. Κι αυτό όχι λόγω του μουσικού είδους (;) που οι Calf έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν αλλά επειδή ο μουσικός κόσμος που φαίνεται ότι ζουν δε μετράει το χρόνο με τον συμβατικό τρόπο, αυτόν δηλαδή της ώρας και των υποδιαιρέσεών της. Κατασκευάζουν έναν Χρόνο, που ουσιαστικά δονείται από συναισθήματα σκοτεινά μα κι άλλο τόσο φωτεινά, ώσπου στο τέλος μεταμορφώνεται και διαιρείται σε μικρά σύμπαντα διαλύοντας και ξαναφτιάχνοντας τις αισθήσεις του ακροατή κατά το δοκούν. Με σαφείς επιρροές από το post-rock και τη λεγόμενη noise σκηνή, οι Calf δεν μπορούν με κανένα τρόπο να χαρακτηριστούν ως δισ-διάστατοι λόγω αυτών των επιρροών αλλά μόνο ως δυσ-διάστατοι ακριβώς λόγω της "δυσκολίας" τους να ενταχθούν σε κάτι και κάπου συγκεκριμένα. Γιατί, δεν είναι εύκολο κάποιος να τους "κολλήσει" μια μουσική ταμπέλα, αφού jazz αυτοσχεδιασμοί συμπλέουν με metal βρυχηθμούς, στιγμές indie ανύψωσης και πτώσης εμπλέκονται με feedback και κιθαριστικές παραμορφώσεις industrial αισθητικής, με πανταχού παρούσα τη rhythm section μπάσου-τυμπάνων να αποδομεί μέτρα, ρυθμούς και κάθε αίσθηση συμβατικού χρόνου, όταν την ίδια στιγμή πάνω σε μια τεθλασμένη, ανισσόροπη  γραμμή συναντιούνται οι Birthday Party με τους Godspeed You Black Emperor!.
 Όποιο κομμάτι κι αν ακούσεις σού δίνει την αίσθηση ότι είναι ανολοκλήρωτο, ακριβώς επειδή οι μουσικές μεταπτώσεις είναι τόσες πολλές, που δεν μπορείς να τις διαχειριστείς χωρίς κόπο, χρόνο και διάθεση συναισθηματικής ευρύτητας. Το άλμπουμ θυμίζει μαραθώνιο αγώνα δρόμου, που τη στιγμή που αποφασίζεις να τρέξεις γρήγορα ώστε να βγεις πρώτος και εντείνεις την προσπάθεια, η καρδιά σου τελικά σε προδίδει και την ώρα της πτώσης η ζωή περνάει μπροστά από το βλέμμα σου εν ριπή οφθαλμού. Αν ο Φραντς Κάφκα είχε ακούσει τους Calf  όταν έγραφε τον Πύργο ή τη Δίκη σίγουρα θα ένιωθε ότι κάπου εκεί έξω υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που δημιουργούν σε ομόκεντρους κύκλους με τον δικόν του, ειδικά αν οι πρώτοι ήχοι που θα έφταναν στα αυτιά του θα ήταν από το"Squeezing blue hope from my christian numb cock".
Οι Calf δεν απευθύνονται σε ακροατές που ζητούν ευκολία, όμως, από την άλλη, δίνουν όλα τα απαραίτητα όπλα, ώστε όποιος ειλικρινά το επιθυμεί να μπορεί να συμβαδίσει με το δύσκολο και πολλές φορές δύστροπο μουσικό τους τοπίο.
Rating: 8,5 / 10
Ο Ελευθεριακός

Thurston Moore - The Best Day


Μια κριτική για τον δίσκο "Best Day" του Thurston Moore
Δημοσιεύθηκε στο http://www.postwave.gr/
και συγκεκριμένα παρακάτω

Μετά το ακουστικό "Demolished Thoughts" ο Moore επιστρέφει στις ρίζες του ή τις ξανακοιτά με διαφορετικό τρόπο, αν υπήρχαν ποτέ τέτοιες στη μουσική του πρόταση κι αν μπορούσε κάποιος να τις ξεριζώσει με ασφαλή τρόπο χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος καταστροφής ολόκληρου του δέντρου. Ένα εξώφυλλο που παραπέμπει σε ανέμελες παραλίμνιες ή παραθαλάσσιες στιγμές κι ένας δίσκος του μελωδικού θορυβοποιού Thurston Moore, που ξεκινάει με αρμονικές στην κιθάρα και ακολουθείται από χαλάρωση pop προδιαγραφών σίγουρα προμηνύει κάτι ενδιαφέρον.
Δεν είναι ότι έχει ξεχάσει το παρελθόν του και πλέον ασχολείται με την pop- αν και μεγάλο μέρος της μουσικής ζωής των Youth έκρυβε εντέχνως και θορυβωδώς pop γραμμές- όμως σε αυτό το άλμπουμ όλα συνδυάζονται πάνω σε έναν καμβά ήχων και αναδυομένων χρωμάτων, που ακόμα κι ένας ορκισμένος οπαδός των Sonic Youth θα ακούσει με ενδιαφέρον, χωρίς όμως πιά να ορκίζεται σε αυτούς, παρά μόνο σε μια απροσδιόριστη πτυχή της Μουσικής Τέχνης. Άλλωστε ο τίτλος του άλμπουμ σε προδιαθέτει να ακούσεις το soundtrack της… καλύτερης μέρας σε ήχους που εναλλάσσονται από τη μελωδία στον θόρυβο κι από εκείνον στο "Tape", που θα σου θυμίσει, ειδικά αν είσαι κάποιας ηλικίας πλέον, εκείνες τις (μετα)εφηβικές κασέτες, που γράφαμε και σβήναμε και ξαναγράφαμε στον εαυτό μας ή σε πολύ αγαπημένα μας πρόσωπα, με τις κιθάρες να θυμίζουν ψυχεδέλεια των 60΄s παιγμένη από κινέζικη, βουδιστική μπάντα. Ίσως τελικά το ομώνυμο κομμάτι να ακούγεται σαν πειραγμένος, παράτονος Tom Petty, που επί τη ευκαιρία μαρσάρει την παλιομοδίτικη λιμουζίνα στο garage του πατέρα του, σολάροντας παράλληλα σε κλασικές ροκ έως και Sabbaθικές φόρμες πάνω σε Blue Cheer μπασογραμμές.
Βαδίζοντας βέβαια προσεκτικά πρίν ή μετά από αυτό, βρίσκεις, κάπου, τους ήχους του "Sister" ή και του "Goo" ακόμα, ανακυκλώνοντας αναγκαστικά ό,τι άκουσες μέχρι εκείνη τη στιγμή μέσα από ένα νέο πρίσμα, που όσο θα παλιώνει τόσο θα ωριμάζει στα αυτιά σου. Ειδικά, όταν γνωρίζεις ότι κάποιος είναι αφιερωμένος στην αγάπη του για σένα παντοτινά και κοντοστέκεται μέσα σου σαν να βρίσκεται σε κάποιον ιερό και απαραβίαστο από τον όχλο χώρο, τότε το ρεφραίν του "Forevermore" μετατρέπεται σε συνθήκη ζωής και θανάτου, γίνεται μανιφέστο. Περνώντας στο οργανικό κομμάτι του δίσκου ("Grace lake") αναρωτιέσαι αν κάποια Δρολαπική, τριπαρισμένη κιθάρα σιγοψιθύρισε τα πρώτα λεπτά του, όταν όμως προσγειώνεσαι λίγο αργότερα στα συνηθισμένα τερτίπια ενός ελκυστικού Θορύβου, αντιλαμβάνεσαι ότι η Νέα Υόρκη βρίσκεται και πάλι στο πλάι σου με ανοικτούς και τεταμένους ενισχυτές.
Στιχουργικά, θα μπορούσε να είναι κι ένας concept δίσκος, μουσικά είναι ένα αμάγαλμα ήχων και συναισθημάτων σε κατιούσες όσο και ανιούσες κλίμακες ψυχικής διάθεσης είτε τον ανασύρεις ως σύνολο είτε τον αντιμετωπίσεις ως οκτώ διαφορετικές και ολοκληρωμένες μουσικές οντότητες. Όλοι οι παίκτες είναι έμπειροι, η ομάδα φαίνεται συντονισμένη ενώ ο Moore φαίνεται να δίνει τον τόνο. Γνωρίζει πώς να σε κάνει βόλτα από τη χαρά στη θλίψη, από τη χαλάρωση στην αντιμετώπιση του εσώτερου εαυτού κι από εκεί στις αντιπαραθέσεις με τις εκρηκτικές του αντιφάσεις.
Kάτι αρνητικό θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς στις μελωδικές εμμονές της κιθαριστικής τέχνης του Thurston Moore αλλά αν δεν υπήρχαν αυτές πώς θα μπορούσαμε να ασχολούμαστε με την οποιαδήποτε μέρα σαν να ήταν η καλύτερη; 
Rating: 9 / 10
Ο Ελευθεριακός

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

"ζεστά που είναι εδώ"

Λέξεις που φτύνονται μέσα σε κλεισμένα αυτιά
άνθρωποι που μιλούν μέσα στην ησυχία του κόσμου αυτού
ταράζουν τα κύματα 
και ρίχνουν τα αστέρια σε γαλαξιακή νάρκη.

Παιδιά που παίζουν κρυφτό
και κρύβονται στη μήτρα της μάνας τους
"ζεστά που είναι εδώ" μου λες
γνέφω χωρίς να καταλαβαίνω, δεν σε ακούω
τα αυτιά μου σαν φρούρια οχυρώνονται
το στόμα μου στεγνό από τη νικοτίνη και τα χάπια.

Σου φωνάζω μα δεν ακούγομαι πουθενά.

Όλοι οι φθόγγοι διαλύονται μέσα στους ήχους τους
κι όμως, εδώ είμαι
και σε ρωτάω με τις χορδές μου άτακτες, διαλυμένες:
"Πόσο κρύο μπορεί να αντέξει ο κόσμος αυτός ακόμα
πόσους παγωμένους γαλαξίες πρέπει να διαβώ για μια τζούρα ήλιου;"

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Πέντε Ποιήματα-Περιοδικό Ποίησης "Το Παράθυρο"

Πέντε Ποιήματα που έγραψα και συμπεριλαμβάνονται στο καινούργιο τεύχος του περιοδικού Ποίησης "Το Παράθυρο" στην παρακάτω Διεύθυνση. 
Παρατίθενται κι εδώ αλλά μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα του διαδικτυακού περιοδικού "Το Παράθυρο" είναι νομίζω παραπάνω από απαραίτητη


Τους ευχαριστώ πολύ. 



http://toparathyro.com/2015/05/16/%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/


- Οι Καιροί
- Ενθάδε κείται
- Προσοχή
- "Απαγορεύεται - Αδιέξοδο"
- Ό,τι


- Οι Καιροί
 Στη θάλασσα πριν αιώνες πνίγηκα
στους καιρούς σας το σώμα μου ξεβράστηκε
αποδιοπομπαίο, μισό, κενοτάφιο χρόνου
γέρικος μορφασμός σε πρόσωπο παιδικό
μισοτελειωμένη φράση πάνω στα χείλη τους
όπως οι ρυτίδες σε χαμογελαστά μέτωπα
και τη γλώσσα τους
που ζητάει φτήνια
μόνο να ακούγεται θέλει
να γλείφει
να τσακίζει κόκκαλα.

Τα χέρια μου στα σκοτάδια των εποχών κόπηκαν
το μυαλό μου φορτώθηκε ενοχές παιδιών
φωτιά και νερό
πόλεμο.

Ατσάλινα λόγια ακούγονται από ιερά μεγάφωνα
και οι καμπάνες χιλιάδες χρόνια
μανιασμένα να χτυπούν
να καλούν πιστούς.

Άπιστος εγώ
με ευαγγέλια λειψά, χάρτινα
που οι λέξεις τους μυρίζουν αίμα
μίσος
κακία
απελπισία
και εναντίον μου στρέφονται
όπως οι ριπές του ανέμου
και εναντίον τους τις στρέφω
οργή προκαλώντας.

Όλα τα βράδια της αποστροφής τους
τα δικά μου όνειρα γεννούσα
τις αναιμίες μου έτρεφα
τις ασθένειες του κόσμου θεράπευα
το σώμα μου γύρευα να λυτρώσω.
Εκείνοι
το κεφάλι γυρίζανε σαν σβούρα 
ακατάληπτα
έξω το μέσα τους έβγαινε
κι ο κόσμος μύρισε υποταγή
η άνοιξη ακρωτηριάστηκε
χιόνι έγινε το κενό
και ψυχρός άνεμος.

Το υγρό σώμα μου
μονομιάς πάγωσε στα χέρια τους
κι οι θάλασσες των αιώνων
μικρά ταφικά λιμάνια και καθρέφτες
είδωλα των καιρών σας έγιναν
κι εγώ
ένας αντικατοπτρισμός των φόβων σας.


- Ενθάδε κείται
 Μόνο εσύ θα ερχόσουν αν μπορούσες.
Το ξέρω
το ξέρω ότι προσπάθησες.
Ακούγονταν οι οιμωγές σου στο πηγάδι του χρόνου
κι εγώ μόνος να πίνω και να καπνίζω ασταμάτητα
με μίσος να σκέφτομαι τα πρόσωπά τους
με αγάπη να αποζητώ το δικό σου
στους βυθούς της νιότης
στο χώμα που υποδεχόταν πτώματα χιλιάδες
ανθρώπους και δέντρα σπασμένα.

Μα τί σημασία έχει αν δεν είμαστε μαζί αυτή την ώρα;

Ποιοι λόγοι μας κρατούν ενωμένους να θυμάσαι
και μην ανοίγεις πια την αγκαλιά σου.
Θάψε την στον κήπο
-φέρετρο, του χρόνου το κουφάρι-
και για στεφάνι θέσε τις υποσχέσεις μας.
Και άκου
άκου με προσεκτικά:
γράψε ένα "ενθάδε κείται" για καλό και για κακό.


- Προσοχή
 "Προσοχή στο κενό ανάμεσα σε ζωή και επιβίωση"
κραύγαζε το ηλεκτρόφωνο.
Άκουγαν οι επιβιώνοντες;
Μήπως τυχόν οι ζώντες ακούνε;


- "Απαγορεύεται - Αδιέξοδο"
 Τόσο όμορφα μέρη.
Μέρες ατέλειωτες
με ποταμούς ζάχαρης
δρεπάνια να ανεμίζουν.

Κι όμως, όλα ξεχάστηκαν.

Μέρες προσπαθώ να φέρω στο νου μου
ουρανούς και ήλιους
φεγγάρια, ανέμους, θάλασσες
πετρόχτιστα σπίτια και φως θεριό
σκιά άνυδρου δένδρου
κύματα σεισμών
καμπάνες σε πέτρα μεσημεριού
ήχους μυρμηγκιού σε βράχους
φώς να καψαλίζει κλειστά παράθυρα
ακίνητα κουφάρια και άμμο σκληρή
πρόσωπα και γυναικείους ώμους
μέλι και θρόισμα λέξεων
μικρούς κόμπους σε κοριτσίστικες πλεξούδες
παιδικά κλάματα
δόντια να τρίζουν
σβησμένα τσιγάρα
μικροποσότητες αλκοόλ
καρδιές κλειστές, στόματα ανοιχτά
μαζεμένα λάθη, τύψεις, ενοχές
ανολοκλήρωτα σύνδρομα
βόλτες με γυμνά πόδια
χέρια σκληρά στους κόμπους
παλάμες ιδρωμένες
κοπιαστικές αναβολές
λόγια εύκολα
τηλεόραση ανοιχτή
ζωή με μπαλώματα
στεγανά
"απαγορεύεται - αδιέξοδο".

Θυμήθηκα ξάφνου.
Κοιμήθηκα στο στέρνο σου
και θυμήθηκα πάλι
εκείνο τον ήλιο, τον σβησμένο
τα ανήλιαγα μάτια σου
σπασμένα και φορτωμένα
που χρωμάτιζαν τα ψηλά φρούρια
κι έπεφταν οι κόρες τους στο κενό.
"μικρά, μικρά τα βήματα
να σιγουρεύεσαι κάθε φορά για το επόμενο".
Ναι, τα θυμήθηκα όλα.
Και τη φωνή σου
να μού ψιθυρίζει:
"Απαγορεύεται - Αδιέξοδο".


- Ό,τι
 Ό,τι ανεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
σκοτεινιά και λάμψεις Θανάτου.
Ό,τι ακουμπά τη γλώσσα μου
συνήθειες κακότροπες και ιδιοτροπίες γέννας.
Ό,τι ακούγεται στα αυτιά μου
κραυγές άδικων χαμών.
Ό,τι με συμπονά
έρπει σαν πτώμα.
Ό,τι με συνεπαίρνει
απότομα γκρεμίζεται.
Ό,τι στέκει σίγουρο
καταστρέφει το μέλλον μου.
Ό,τι σκέφτομαι
διστακτική ονειροπόληση.
Ό,τι με φέρνει ως εδώ
αναπόληση των περασμένων.

Άραγε
πόσος χρόνος απομένει μέχρι το τέλος;