Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η Δουλειά Δεν Είναι Ντροπή (1)


Σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, δύο φίλοι, ο Τάκης (ενεργός) και ο Θρασύβουλος (άνεργος), συζητούν.
Από τα μεγάφωνα ακούγεται το Last Caress των Misfits.


ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ


(Ο Τάκης πλένει τα πιάτα)
Τάκης: Ρε μαλάκα χαμήλωσε το και σήκωσε το τηλέφωνο, δε το ακούς το γαμημένο;
(Ο Θρασύβουλος καθισμένος στον καναπέ απολαμβάνει τον καφέ του) 
Θρασύβουλος: Τί είπες;
Τάκης: Χαμήλωσε το μπουρδέλο σου λέω και σήκωσε το τηλέφωνο.
(Ο Θρασύβουλος χαμηλώνει την ένταση του στερεοφωνικού)
Θρασύβουλος: Ποτέ δε σου άρεσαν οι Misfits, όλο χαμήλωσε και χαμήλωσε είσαι… (με βλέμμα απορίας) ρε ‘συ, χτυπάει το τηλέφωνο;
Τάκης: Τί σου λέω τόση ώρα;
Θρασύβουλος: Τί μου λές;
Τάκης: Ότι χτυπάει το τηλέφωνο.
Θρασύβουλος: Έχω δουλειά τώρα, σήκωσέ το.
Τάκης: Τί δουλειά έχεις;
Θρασύβουλος: Απολαμβάνω το τελευταίο καφεδάκι της ημέρας, σήκωσέ το λέμε… (με νεύρα) ε ρε πούστη μου.
Τάκης: Γαμώ τα ρεπό μου, γαμώ... (εκνευρισμένος) παρακαλώ; 
(γλυκαίνει τη φωνή του) Ναι μάλιστα, τί κάνετε κύριε Γεωργίου... αλήθεια είναι… το καθυστερήσαμε λίγο, αλλά θα τα πάρετε τα λεφτά σας, μην ανησυχείτε, έχουμε κάποιες δυσκολίες, λίγη υπομονή χρειάζεται.
Το ξέρω, το ξέρω πως τα ίδια σας έλεγα και τον προηγούμενο μήνα… όχι, όχι πριν δύο μήνες δεν σας τα έλεγα εγώ, ο Θρασύβουλος ήταν που...
Μα δε σας κοροϊδεύω, απλά για την ιστορία το είπα, αφού δεν ήμουν εγώ, πώς να πω ότι…
Ναι, έχετε δίκιο, δεν έχει σημασία αν το λέω εγώ ή κάποιος άλλος, σημασία έχουν τα νοίκια.
Ξέρω, ξέρω, είναι δύσκολα, σας καταλαβαίνω απόλυτα.
Έτσι είναι αυτά, έχει βάσανα μια πολυκατοικία… ειδικά αν είσαι ο ιδιοκτήτης της, έχετε δίκιο, απόλυτο δίκιο.
Δε θα ήθελα να ήμουν στη θέση σας.
Μάλιστα, μάλιστα, το συντομότερο δυνατό.
Είναι και τα κοινόχρηστα... τέσσερα και αυτά ε;
Τα είχαμε ξεχάσει αυτά τα γαμ… δηλαδή... παραλίγο να μού ξεφύγει, θέλω να πω, μα πώς μου ήρθε αυτό στο μυαλό τώρα...
ο γαμ... ο γάμος της κορούλας σας πότε με το καλό;
Ξέρετε πόσο αγαπάμε την κορ..., α, μάλιστα, δεν ξέρετε ακόμα.
(παύση)
Μάλιστα, μάλιστα, το συντομότερο δυνατό κι αυτός.
Καληνύχτα σας και να μην ανησυ... (ο ιδιοκτήτης κλείνει το τηλέφωνο απότομα) χείτε.
Θρασύβουλος: Τι έγινε ρε, ποιος ήταν;
 

Τάκης: Ποιός να ήταν, δεν κατάλαβες; Ο ιδιοκτήτης.
Θρασύβουλος: Τι ήθελε κι αυτός τώρα;

Τάκης: Του χρωστάμε τέσσερα νοίκια.
Θρασύβουλος: Πω πω ρε μ΄ ένα μαλάκα που μπλέξαμε!

Μας κατσικώθηκε στο κεφάλι ο κολόβλαχος.
Τόσα ακίνητα έχει, στρέμματα στο χωριό, τρεις πολυκατοικίες εδώ πέρα, από μάς ψάχνει να ζήσει; 
Τάκης: Χρωστάμε και τέσσερα κοινόχρηστα.
Παραπονιούνται οι υπόλοιποι.
Θρασύβουλος: Και τί να γίνει τώρα, επίτηδες το κάνουμε;

Λες κι οι υπόλοιποι έχουν… 
Τάκης: Ρε, δεν τον νοιάζουν οι προθέσεις σου ή του από πάνω ή του από κάτω.
Κολόβλαχος, ξεκολόβλαχος, εμείς έχουμε κατσικωθεί στο κεφάλι του, όχι αυτός.
Δικό του είναι  το σπίτι κι αν δεν τον πληρώσουμε θα μας πετάξει έξω.
Θρασύβουλος: Σώπα ρε, και πού θα βρει να το νοικιάσει;

Τάκης: Σιγά το παλάτι. Καταλαβαίνεις τί σου λέω;
Το σπίτι είναι δικό του.
Θρασύβουλος: Εντάξει, και τί θες να κάνω τώρα... αφού δεν υπάρχει φράγκο.

Ψάχνω για δουλειά παντού, δεν κάθομαι.
Τάκης: Πού ψάχνεις;
Θρασύβουλος: Για διευθυντής σε πολυεθνική… 

με κοροϊδεύεις ρε συ, πού να ψάχνω; 
Όπου βρω, ό, τι να ‘ναι.
Τάκης: Κοιτάς και στην εταιρία που ήσουν παλιά;
Θρασύβουλος: (Με έκπληξη) Πού να κοιτάξω;

(τον πιάνουν τα γέλια)
Εκεί δε θέλουν να με δουν ούτε ζωγραφιστό ρε.
Λες να είναι τόσο μαλάκες που να με ξαναπάρουνε;
Τάκης: Δεν έχουν και άδικο οι άνθρωποι.
Θρασύβουλος: Σοβαρά;
(Μικρή Παύση) Δηλαδή έπρεπε να αφήσω τις απολύσεις να περάσουν έτσι; 

(Φωναχτά) Αυτό μου  λες; 
Τάκης: Τι φωνάζεις βρε μαλάκα;
Θρασύβουλος: Φωνάζω γιατί πάντα μού τη βαράει στα νεύρα αυτή η συζήτηση μαζί σου. 

Τάκης: Μόνο εγώ σε εκνευρίζω δηλαδή;
Αφού όλοι τα ίδια σού λέμε.
Θρασύβουλος: Το βλέπεις;

Νάτο το πρόβλημα, νάτο... εσείς θέλετε να λέμε και να κάνουμε όλοι τα ίδια. 
Εσείς ρε, άμα κάποιος κάνει να ξεφύγει λίγο, θέλετε να τον βάλετε στον καναπέ, να τού βουτήξετε το μυαλό σε ένα δελτίο των οκτώ, και πιστεύετε ότι έτσι θα ξανάρθει στα "ίσα" του.
Τάκης: Τί λες ρε μαλάκα... καταπληκτικό!
Μόνος σου το σκέφτηκες αυτό;
Θρασύβουλος: Γνωστή μέθοδος, αλλά δεν πιάνει ούτε σε όλους, ούτε πάντα. Να το ξέρετε αυτό.

Τάκης: Χα χα χα, ποιοί να το ξέρουμε ρε; Πάς καλά; 
(Μικρή Παύση) 
Θρασύβουλος: Και για κάτσε, εσύ δηλαδή τί θα έκανες στη θέση μου;
Εσύ, κι όλοι οι άλλοι δηλαδή!
Τάκης: Πάντως, δε θα πήγαινα με την καραμπίνα του παππού μου να απειλήσω το διευθυντή.
Θρασύβουλος: Αυτήν είχα, με αυτήν πήγα.

Κειμήλιο του πατέρα μου είναι, που του την είχε δώσει ο πατέρας του, που ήταν κειμήλιο του δικού του πατέρα... (Ο Τάκης τον διακόπτει) 
Τάκης: ... που τού την είχε δώσει ο Κολοκοτρώνης στα Δερβενάκια...
Θρασύβουλος: Είδες τι μαλάκας είσαι;

Τάκης: Μα σοβαρά τώρα, κάθεσαι και μου λές ποιός έδωσε το όπλο σε ποιόν;
Αυτό είναι το θέμα;
Θρασύβουλος: Για πες μου εσύ το θέμα.
 

Τάκης: Το θέμα είναι πως αν το δεις από την πλευρά…
Θρασύβουλος: Άστο ρε φίλε άστο, πάλι τα ίδια θα αρχίσεις;

Δε βαρέθηκες ρε πούστη μου;
Άστο, θα σου πω εγώ ποιό είναι το θέμα.
Το σωματείο είναι το θέμα, το συνδικάτο. 
Αφού καθόντουσαν και τον έπαιζαν μια βδομάδα, κάποιος δεν έπρεπε να κάνει κάτι;
Τάκης: Και είπες να αναλάβεις εσύ.
Θρασύβουλος: Κάποιος έπρεπε να ξεκουνήσει.

Τόσο ρε μαλάκα δεν πρέπει να έχει συνεδριάσει ούτε η εκκλησία του δήμου.
Και σιγά το δύσκολο θέμα.
Απολύσανε τους συναδέλφους σας ρε, τί άλλο χρειάζεται για να αποφασίσετε στο λεπτό την απεργία;
Στο λεπτό ρε, στο λεπτό... τί στο λεπτό, στο δευτερόλεπτο.

Τάκης: Όλα εύκολα τα βρίσκεις, για πάρε εσύ την ευθύνη!
Θρασύβουλος: Ποια ευθύνη μωρέ μαλάκα, ποια ευθύνη;

Μη με τσαντίζεις τώρα!
Αν δεν αντιδράσεις όταν απολύουν τον διπλανό σου, πότε θα το κάνεις;
Το ότι πήραν μια εβδομάδα την ευθύνη για να μην κάνουν τίποτα δε σε πειράζει;
Και στο κάτω-κάτω, δεν πήρα το όπλο για να σκοτώσω.
Τάκης: Μα και να ήθελες, πώς θα τα κατάφερνες με αυτή τη μπακατέλα;
Δε γινόταν.
Πιο πιθανό να σκοτωνόσουν εσύ από καμιά εμπλοκή, παρά να έστελνες άλλον. 
Μόνο καταλάθος θα γινόσουν ήρωας.
Και να σου πω! Μήπως θυμάσαι τί έγινε μετά; 
Σε απέλυσαν μαλάκα, σε απέλυσαν, και πάλι καλά που τη γλίτωσες κι από τους μπάτσους δηλαδή, γιατί τώρα θα βρισκόσουν…
Θρασύβουλος: Ναι… καλά.
 

Τάκης: Μα ρε μαλάκα… πάνε σε εταιρείες με όπλα;
Στην εταιρεία αγοράκι μου πάς με το καλό σου ύφος, με το laptop σου, με το τζιν σου την Παρασκευή, άντε και με τη βαρεμάρα σου τη Δευτέρα.
Α ρε και να είχα την τύχη σου... άμα είναι μαλάκας όμως ο άνθρωπος... δεν εκτιμάει τίποτα· γουστάρει κι άλλα, θέλει περισσότερα, γίνεται φαταούλας.
Πού στο διάολο έχεις ξαναδεί να παίρνουν στη δουλειά τους όπλο ρε;
Θρασύβουλος: Το είχα δει σε μια ταινία.

Κάθε μέρα το σκεφτόμουνα, κάθε μέρα.
Το είχα φανταστεί κιόλας.
Έμπαινα, λέει, στο κτίριο χαμογελαστός, ο σεκιουριτάς σήκωνε βαριεστημένα το κεφάλι και με καλημέριζε χωρίς να μού δώσει σημασία.
Κάθε υπάλληλος που συναντούσα έσερνε τα πόδια του στο πάτωμα λες και ήταν δεμένα με αλυσίδες, σα να είχαν βαρύνει από τη βαρεμάρα.
Ο μοναδικός που είδε το όπλο, γούρλωσε τα μάτια του, μού έκλεισε το μάτι... και μετά είχαν πάρει όλα το δρόμο τους...
Τάκης: Είδες τί κάνει μια ταινία άμα είσαι μαλάκας;
Θρασύβουλος: Έχασα τη δουλειά, αλλά αυτό που έζησα εγώ δε θα μπορέσεις να το καταλάβεις ποτέ...

Δε μπορείς να φανταστείς την ικανοποίηση που ένιωσα όταν έβλεπα τον διευθυντή, αυτόν που τόσα χρόνια μου ζάλιζε τα αρχίδια με το "κάνε αυτό και κάνε εκείνο", "γιατί δε βγήκαν τα νούμερα;", "έλα στο γραφείο μου να φτιάξουμε την παρουσίαση"- να έχει ασπρίσει από το φόβο του· δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει ούτε μια πρόταση καλά-καλά.
Μόνο χαμογελούσε σα χαζός και έλεγε " Έλα… ρε Θθθθράσο, τόσα χρόνια συνάδελφοι... νομίζεις πως δε στενοχωριέμαι κι εγώ για τους συναδέλφους μας";
Ακούς; "Μάς", τους "συναδέλφους ΜΑΣ" έλεγε το παπάρι.
Τάκης: Τί περίμενες δηλαδή να σου πει με ένα όπλο να τον σημαδεύει ρε Θρασύβουλε;
Θρασύβουλος: Την αλήθεια. 

Ότι είχε χεστεί πάνω του, ότι δε θέλει να πεθάνει, να πέσει στα πόδια μου και να με παρακαλάει. 
Τάκης: Μα δεν καταλαβαίνεις τη θέση του;
Θρασύβουλος: Την ποιά;

Τάκης: Τη θέση του. 
Θρασύβουλος: Ρε ποια θέση του;

Ή μήπως πιστεύεις ότι ήταν σίγουρος πώς δε θα πατούσα τη σκανδάλη;
Τι σχέση έχει η θέση του;
Τάκης: Ε… πώς δεν έχει.
Ένα τέτοιο στέλεχος πρέπει να σκέφτεται όλες τις συνέπειες, πρέπει να τα σκέφτεται όλα.
Θρασύβουλος: Ρε έλα στα συγκαλά σου, τί έχεις πάθει;

Δηλαδή τί μού λες τώρα; 
Ότι αν μπουν εδώ μέσα ένοπλοι ληστές, θα τους πεις ότι καταλαβαίνεις τα προβλήματα που έχουν λόγω της πουτάνας της κοινωνίας ή θα πέσεις κατευθείαν στα τέσσερα και θα τους παρακαλάς για τη ζωή σου; 
Τάκης: Μα είναι παράδειγμα αυτό; 
Άλλο ένα σπίτι, άλλο μια εταιρεία.
Θρασύβουλος: Αυτό σου λέω κι εγώ.

Άλλο να σε πιάσουν στον ύπνο με τα σώβρακα κι άλλο στον ξύπνιο με το κοστούμι ... τελοσπάντων, χέστο αυτό, άστο.
(Μικρή παύση)
Πώς πάει με τη δουλειά; 
Τάκης: Σκατά, δε γίνεται τίποτα.
Από εδώ και πέρα θα πληρώνουμε και τα σέρβις στο παπάκι μάς είπανε.
Θρασύβουλος: Καλά ρε πούστη μου, εκεί φτάσαμε;

Τάκης: Μας τό 'παν χθες το βράδυ στη λήξη της βάρδιας.
Είχα πάει 5 πίτσες special σε ένα ζευγάρι... μαλάκα θεόχοντρο... θεόχοντρο σου λέω.
Πώς γίνεται όλοι οι τελευταίοι να είναι οι πιο περίεργοι;
Θρασύβουλος: Λογικό μου φαίνεται.

Δε μπορεί, κάτι θα τρέχει με κάποιον που παραγγέλνει στη μία το βράδυ.
Τάκης: Ναι, αλλά τί;
Ρε αδερφέ, παράγγειλε στις εφτά, στις οχτώ, δε θες στις οχτώ, παράγγειλε στις δέκα, αλλά στη μία το βράδυ, πότε θα φας, πότε θα χωνέψεις, πότε θα ξυπνήσεις, ποτέ θα χέσεις;
Μα πώς γίνονται έτσι οι άνθρωποι ρε;
Εγώ σου λέω ότι αυτή άρχισε να παχαίνει πρώτη κι ο άλλος ακολούθησε για να μη τη χάσει.
Κάθονται και πείθουν τους εαυτούς τους οι μαλάκες, κάθονται και τους πείθουν… ρε φίλε, μόνο φυσητήρες δεν είχαν, κανονικά θα έπρεπε να υπήρχαν και πίτσες με γεύση πλαγκτόν για κάτι τέτοιους.
Και καθόμουν μετά και σκεφτόμουν: Λες να γαμιούνται αυτοί οι δύο;
Θρασύβουλος: Και γιατί δε τους ρωτούσες;

Τάκης: Να τους ρωτήσω αν πηδιούνται;
Θρασύβουλος: Βασικά αν μπορούν, αν τα καταφέρνουν.

Τάκης: Εσύ αν είχες μια γκόμενα 200 κιλά, θα είχες κέφι να τη γαμήσεις;
Θρασύβουλος: Γιατί, αυτός είναι καλύτερος;

Τί να σου πω, άμα κατέβαζα τα ποτάκια μου ίσως και να μπορούσα. 
Τάκης: Φίλε, αν για να πηδήξεις πρέπει να γίνεις αλκοολικός, δεν αξίζει τον κόπο.
Θρασύβουλος: Ενώ, αν για να ζήσεις πρέπει να προσκυνάς τον κάθε χλεχλέ, αξίζει τον κόπο!

Τάκης: Α ρε μαλάκα με τα κολλήματα σου, άλλο πράγμα λέμε τώρα!
Υπάρχει περίπτωση να νιώσεις καύλα για κάτι τέτοιο;  
Θρασύβουλος: Τι "τέτοιο"; 

Άνθρωποι είναι κι αυτοί, δεν είναι "τέτοιο".
Τάκης: Παρεξηγήθηκες εκ μέρους τους;
Θρασύβουλος: Όχι, αλλά αν παχύνεις εσύ, δε θα ήθελες να μπορείς να πηδάς;

Τάκης: Θα ήθελα, αλλά όχι κάποια χοντρή, δε θα μπορούσα.
Θρασύβουλος: Και ποια θα ερχόταν μαζί σου ρε μαλάκα;

Θα έψαχνες το μοντέλο;
Τάκης: Μια κανονική θα έψαχνα όπως όλες οι γκόμενες που είχα.
Ούτε χοντρή, ούτε αδύνατη· ούτε ψηλή, ούτε κοντή· 
ούτε όμορφη, ούτε άσχημη.
Θρασύβουλος: Και γκόμενα το λες εσύ αυτό;
 

Τάκης: Γιατί, εσύ πώς το λες δηλαδή;
Θρασύβουλος: Μέσο όρο ρε μαλάκα.
 

Τάκης: Άντε ρε παπάρα, γαμήκουλα του κώλου.
Σε είδαμε και ‘σένα… μία με χοντρές, μία με αδύνατες, μια με σάπιες, μια με όμορφες. Μ΄ αρέσει που μου τη λες κιόλας.
Θρασύβουλος: Μα δε στη λέω αγόρι μου, δε στη λέω.

Απλά, εγώ φτιάχνω το μέσο όρο που γαμάς εσύ, για αυτό και πρέπει να σέβεσαι τις επιλογές μου.
Αλλά πού να καταλάβεις από στατιστική;
Πήγες και σπούδασες θεολογία τρομάρα σου… χα χα χα…
Τάκης: Ρε, να σου πω, όρεξη έχεις;
Θρασύβουλος: Παπάρια όρεξη έχω… και το θέμα επείγει.

Έχουμε τίποτα λεφτά στην καβάτζα;
Τάκης: Στην τράπεζα δεν υπάρχει τίποτα.
Αλλά προς Θεού, μη δίνεις σημασία εσύ αγόρι μου, ασχολήσου με το καφεδάκι σου εσύ...
Θρασύβουλος: Ε και τί θες να κάνω;
Αν σταματήσω να πίνω καφέ θα βρούμε λεφτά; (Μικρή παύση)

Τάκης: Θα ζητήσω δανεικά απ' το Βαγγέλη.
Θρασύβουλος: Άσ΄ τον το Βαγγέλη.

Τάκης: Γιατί άσ' τον, αυτός βγάζει αρκετά.
Θρασύβουλος: Άσ' τον σου λέω.
 

Τάκης: Τόσες φορές τον έχουμε βοηθήσει, ας βοηθήσει κι αυτός μια φορά.
Θρασύβουλος: Άσ' τον βρε μαλάκα το Βαγγέλη, άσ΄ τον λέμε… τον απέλυσαν προχθές, τί δανεικά να σου δώσει;

Τάκης: Τον απέλυσαν;
Θρασύβουλος: Ναι, για αυτό μην κάνεις καμιά μαλακία και τον πάρεις τηλέφωνο… θα μάς ζητήσει κιόλας.

Τάκης: Σώπα ρε φίλε.
Θρασύβουλος: Ε τί, μίλησα προχθές με το Σωτήρη και μου τά ‘λεγε.

Τάκης: Τι κάνει αυτός;
Θρασύβουλος: Ποιος, ο Σωτήρης;
Στην κοσμάρα του όπως πάντα, δεν έχει ανάγκη αυτός, την έχει βρει την άκρη.
Τώρα διδάσκει γιόγκα σε παιδάκια.  
Τάκης: Ο Σωτήρης; Αυτός μέχρι να σηκώσει το ένα πόδι βρωμάει το άλλο, από πού κι ως πού κάνει μαθήματα γιόγκας; 
Θρασύβουλος: Τι να σου πω!
Μαθήτευσε λέει κοντά σε έναν μεγάλο δάσκαλο, σε έναν σαμάνο πνευματιστή κι αυτός τού 'μαθε τα κόλπα.  
Τάκης: Καλά ρε συ, και που τον βρήκε τον Σαμάνο ο Σωτηράκης;
Θρασύβουλος: Ξέρω ΄γω, θα είχε πάει κανά ταξίδι στην Ινδία...

Αυτός μαλάκα πρέπει να έχει πέσει στη μαρμίτα μικρός, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.
Τη μία επιχειρηματίας, την άλλη ζιγκολό, τώρα γιογκίστας και ποιός ξέρει τί άλλο θα μάς πει αύριο.  
Τάκης: Ρε το Σωτήρη, μια χαρά τη βολεύει αυτός, εμείς τί κάνουμε!
Θρασύβουλος: Εμείς φίλε θα περιμένουμε να βρέξει λεφτά, δε μένει και τίποτα άλλο, ο Σωτήρης πάει, ο Βαγγέλης απολύθηκε.

Τάκης: Και να μην είχε απολυθεί, έτσι σκατά που τά κανε, δε νομίζω ότι θα είχε να μάς δώσει και τίποτα.
Θρασύβουλος: Δηλαδή;  

Τάκης: Τον έφαγαν οι έρωτες ρεεεεεεε...
ταξίδια από 'δω με τη μία, φαγητά από 'κεί με την άλλη, ε, κάποια στιγμή έφαγε ό,τι είχε, πούλησε ένα χωράφι της κυρά-Ελένης στο χωριό, έβαλε υποθήκη και το πατρικό του και τελείωσε το παραμύθι.
Η απόλυση ήταν το κερασάκι.
Θρασύβουλος: Και δε του το 'χα ρε μαλάκα.
 

Τάκης: Ρε ξέρεις τί μάρκα είναι αυτός;
Μουνάκιας απ΄ τους λίγους, σε κάθε περιοχή της Αθήνας και μια γκόμενα.
Θρασύβουλος: Ρε το Βαγγελάκη... ωραίος ο Βάγγος.

Εγώ πάλι σε κάθε περιοχή της Αθήνας κι ένα χρωστούμενο. 
Δεν πειράζει, ό,τι έχει ο καθένας καλό είναι.
Λοιπόν, πάω να την πέσω.  
Τάκης: Άντε, κατακουράστηκες πάλι σήμερα.
Θρασύβουλος: Δε μάς χέζεις ρε Τακούλη... άντε μη σ΄ αρχίσω βραδιάτικα.
 

Τάκης: Καληνύχτα αγοράκι μου... και όνειρα γλυκά...

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Τα Πάντα ή Για Πάντα;


T: Αν είχες δύο θα μου έδινες το ένα;
Μ: Αν είχα δύο θα σου έδινα τη δύναμη να αποκτήσεις κι εσύ δύο.
T: Μα εγώ θέλω το ένα από τα δύο που έχεις εσύ.

Μ: Δε θες να είσαι ανεξάρτητη;
T: Τι σημαίνει αυτό, τί είναι η ανεξαρτησία;
Μ: Να μη με έχεις ανάγκη.
T: Μα δε θέλω να μην έχω ανάγκη τους άλλους, και ειδικά εσένα.
Μ: Δε θέλω να με έχεις ανάγκη. Ανάγκη σημαίνει υποταγή.
T: Δεν είμαι υποταγμένη, ερωτευμένη είμαι.
Υποτάσσομαι στην αγάπη μου για ‘σένα.
Μ: Δε θέλω να υποτάσσεσαι σε κανέναν, ούτε καν σε ΄μένα.
T: Δεν υποτάσσομαι σε ‘σένα. Υποτάσσομαι στην αγάπη μου
για ‘σένα και μόνο σε αυτή. Μου αρέσει που σε αγαπώ.
Μ: Άρα δεν αγαπάς εμένα, αλλά την ίδια την αγάπη.
Είσαι ερωτευμένη με την αγάπη.

T: Και ποια η διαφορά;
Μ: Το αντικείμενο του πόθου σου δεν είμαι εγώ, 

είναι αγάπη για την αγάπη.
T: Και βέβαια είσαι. Είσαι το αντικείμενο του πόθου μου αυτή τη στιγμή.
Μ: Θα είμαι για πάντα;
T: Δεν ξέρω. Ξέρω ότι είσαι τη στιγμή αυτή που βρισκόμαστε εδώ,
τώρα που σού μιλάω και μού μιλάς, δεν ξέρω για μετά.
Μ: Το "τώρα" δε μου φτάνει.
T: Γιατί;
Μ: Θέλω το "πάντα".
T: Δεν μπορώ να σου δώσω κάτι που δεν έχω.
Μ: Εγώ όμως θα σε βοηθούσα να αποκτήσεις ό,τι έχω κι εγώ.
T: Δεν ήθελα να αποκτήσω κάτι, ήθελα να μοιραστείς μαζί μου αυτό που ήδη έχεις, αυτό που αισθάνεσαι,αυτό που τώρα είσαι.

Μ: Αυτό που θέλω είναι να με θέλεις για πάντα, αυτό αισθάνομαι τώρα.
T: Είναι αργά. Έλα να ξαπλώσουμε και να διαβάσουμε μαζί ένα βιβλίο. Εσύ θα διαβάζεις τη μία σελίδα κι εγώ την άλλη.
Μ: Γιατί να κάνουμε κάτι τόσο γελοίο;
T: Γιατί θέλω να μοιράζομαι μαζί σου τα πάντα.
Μ: Θέλω να με ήθελες για πάντα.
Θέλω να με ήθελες πριν ακόμα με γνωρίσεις.
T: Έλα να ξαπλώσουμε μαζί…το "πάντα" είναι τώρα, αυτή τη στιγμή, μην ξοδευτούμε ψάχνοντάς το…σε παρακαλώ, έλα,
σε λίγο ξημερώνει.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΛΑΘΟΣ...

Γιατί κοιτάς πίσω;
Έχω σκοπό να προχωρήσω. Θέλω να δω τί παίρνω μαζί μου και πού έκανα λάθος.
Γιατί;
Υπάρχει άλλος τρόπος να συνεχίσω;
Κάθε φορά το ίδιο κάνεις;
Ναι, πρέπει να κοιτάω πίσω, αλλιώς μπερδεύομαι και δεν μπορώ να προχωρήσω.
Κολλάνε τα πόδια μου στο έδαφος, μουλαρώνουν
και δεν μπορώ να πάω ούτε μπρος, ούτε πίσω.
Μα δεν είναι κουραστικό;
Και τί προτείνεις;
Απλώς να προχωρήσεις μπροστά.
Πώς;
Κάνοντας ένα βήμα.
Και να μην κοιτάξω πίσω;
Τί υπάρχει πίσω;
Κυρίως τα λάθη μου.
Και χρειάζεται να τα ξαναδείς;
Δε τα ξέρεις τόσο καιρό;
Δεν είμαι σίγουρος.
Πολλές φορές  ξανακάνω τα ίδια.
Μήπως δεν κοιτάς σωστά;
Δεν ξέρω, κοιτάω από μακριά… τα φοβάμαι.
Κοίταξέ τα από κοντά.
Δεν μπορείς να φανταστείς την ομορφιά ενός λάθους
όταν το στριμώχνεις στη γωνία του μυαλού σου.
Πώς;
Κοίταξε κατευθείαν μέσα στα μάτια του.
Μα είναι λάθος, δεν έχει μάτια.
Είναι το λάθος σου.
Έχει τα δικά σου μάτια, με αυτά βλέπει,
με το μυαλό σου σκέφτεται,
με τα χέρια σου έχει αρπάξει το λαιμό σου.
Κοίταξέ το άφοβα για πρώτη φορά και μετά μπορείς να προχωρήσεις μπροστά ή ακόμα και να κάνεις πίσω, όμως θα είσαι σίγουρος πως η απόφασή σου είσαι εσύ, γιατί εσύ ήσουν τα λάθη σου. 

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Η ΔΥΝΑΜΗ ΜΙΑΣ ΔΙΝΗΣ (2)


Την πρώτη φορά μίλησαν περί ανέμων και υδάτων.
Η κατάσταση στον κόσμο, τα ναρκωτικά, οι όποιες άπονες εμπειρίες μπορούσαν με ταχύτητα να ειπωθούν και μια μάλλον αγχωμένη, αποτυχημένη προσπάθεια να σπάσει η αμηχανία.
Μερικές αγγλικές λέξεις πεταμένες στα ενδιάμεσα μέσα στις ελληνικές από τη Βίκυ τού έφεραν στο μυαλό συνάντηση πολυεθνικής.

Ο καπνός ήταν συνεχής και μέσα στη στοά επικρατούσε σχεδόν το αδιαχώρητο.
Περισσότερο Death Metal συναυλία θύμιζε- με τον τόσο καπνό, που εκτοξευόταν σαν ξηρός πάγος την ώρα που η δίκαση σε στέλνει στον μεταλλικό ουρανό, ιδρωμένο, αλλά έτοιμο για ένα ακόμα stage από εκεί ψηλά.
Οι δύο τους κάπνιζαν σαν να είχαν στοιχηματίσει ποιος θα είναι περισσότερο γρήγορος στο στρίψιμο, πιο άρρωστος με τη νικοτίνη.  
Όσο περνούσε η ώρα η στοά συνέχιζε την παράστασή της με άγνωστους πρωταγωνιστές όλους αυτούς που βρίσκονταν εγκλωβισμένοι μέσα της.
Στελέχη επιχειρήσεων, που συζητούσαν για τα επόμενα projects, χαρούμενες γκόμενες με μεταλλικά αποσπώμενα χέρια, πληγωμένα από το βάρος των νεοαποκτηθέντων ρούχων, ζητιάνοι με απλωμένα κατασάρκινα, ευωδιαστά χέρια, μουσικοί του δρόμου με ξεχαρβαλωμένες κιθάρες και ξεκούρδιστα ακορντεόν, που χαμογελούσαν σε όλους, ενώ υποκλίνονταν πονηρά στους γραβατωμένους, άνθρωποι που έμπαιναν και έβγαιναν χωρίς λόγο, άλλοι που αποχαυνωμένοι κοιτούσαν την οροφή του αίθριου ως άλλη Capella Sistina.  

Είχε περάσει περίπου μια ώρα και στο μυαλό του Γιάννη- που όλη αυτήν την ώρα κοιτούσε σαν θεατής σε τσίρκο- όλα ξαφνικά φάνηκαν να σταματούν.
Ένιωσε να πετάγεται από το κάδρο αυτής της παράστασης.
"Πρέπει να φύγω, έχω ραντεβού με μια φίλη μου" τού έφτυσε στο πρόσωπο.
Εκείνος έγνεψε καταφατικά και προχώρησε γρήγορα μέσα απ’ το θίασο.
Βγήκαν έξω κι ο αέρας ήταν διαφορετικός.
Πλούσιος, φωτεινός αέρας, έσερνε τους ήχους της πόλης μέσα στο κεφάλι σου και τους μετέτρεπε σε παραπονιάρικο μαύρο μπλουζ.

Μέσα σε αυτό το τούνελ δεν μπορούσες να δεις τίποτα ολοκληρωμένα, μόνο να φανταστείς και να σκεφτείς τις λεπτομέρειες των σκιών.
Τώρα που αποχωρίστηκαν γύρισε το κεφάλι για να τη δει ολόκληρη.
Εκείνη έφυγε με γοργό βήμα. Ούτε καν γύρισε να τον κοιτάξει.
Ο Γιάννης στάθηκε στις κυλιόμενες σκάλες αφήνοντας τη ματιά του να περιπλανηθεί λίγο στις μικρές μεταλλικές γραμμές, που ρουφούσαν τα ίχνη των περαστικών, πριν τελικά σηκωθεί στις μύτες των ποδιών του για να την ξανακοιτάξει.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΜΙΑΣ ΔΙΝΗΣ (1)


Aύγουστος. Μάλλον στην αρχή του, ίσως και λίγο αργότερα.
Εκείνες τις μέρες που η πόλη αδειάζει από τους κατοίκους της κι οι ειδήσεις των οκτώ παίζουν μόνες τους. Μόνο, ρε ΄συ, το μόνο που ακούς, ολοκάθαρα, είναι μονόλογοι από βαριεστημένα στόματα βγαλμένα από καναπέδες να ψιθυρίζουν φοβισμένα "και τί έγινε ρε αδερφέ;"
Είναι ο μήνας που όλοι κινούνται στους ρυθμούς που η πόλη επιτάσσει.
Δεμένη με τις ζωές των κατοίκων της σαν σε πλοίο σε λιμάνι, βρίσκει τα όρια της και ανοίγεται, είναι μια ευκαιρία να προκαλέσει όσους μένουν, τώρα που οι περισσότεροι έχουν ήδη αρχίσει να της λείπουν.

Σαν μπροστά σου να βρίσκεται ένα γυμνό σώμα που περιμένει να το ανακαλύψεις, ξέροντας ότι δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.
Είσαι εδώ, δεν έχεις φύγει. Μην αντισταθείς, δεν υπάρχει τρόπος.
Εσύ ο τυχερός, που έμεινες πίσω για να ζεσταθείς στα στήθη της και να γευτείς το γυμνό της τραυματισμένο κορμί.

Καθεστώς ετών, που κρύβει τις ασχήμιες και γιγαντώνει μια αστική ομορφιά τόσο περίπλοκη, ώστε ξαφνικά, σαν χτύπημα στο κεφάλι με σφυρί, την ερωτεύεσαι αυτήν την πόλη.
Για ένα μήνα μένει ξέμπαρκη και σου φωνάζει να την ερωτευτείς.
Δε σου ζητάει τίποτα και τα δίνει όλα.
Μόνη της επιθυμία να ανακαλύψεις τις ομορφιές της.
Αν τυχόν το καταφέρεις, σε δέχεται άφοβα, απεριόριστα.

Ακόμα κι εκείνοι που λείπουν τη σκέφτονται νοσταλγικά. Μα ξέρουν καλά ότι τη χάνουν στα καλύτερά της.
Μια τέτοια κενή πόλη έχει τόση δύναμη, που μπορεί να σε ρουφήξει χωρίς να το καταλάβεις.
Με το που ανάψεις τσιγάρο και περπατήσεις στους κεντρικούς της δρόμους, στροβιλίζεσαι μέσα στην αστική της δίνη.
Τα πεζοδρόμια καταλαμβάνονται από ό,τι έχει απομείνει: αυτοκίνητα, μηχανές και κάθε λογής αστόμορφα τροχοφόρα την συναντούν, ενώ εσύ κάτω από τις δυνατές αιμάτινες εκκρίσεις ενός τυχαίου ατυχήματος λίγο πιο πέρα, εκεί, στο σούρσιμο των φρένων που φέρνει το μπαμ, βυθίζεσαι όλο και περισσότερο στη δίνη της.

Ένα βράδυ μιας τέτοιας μέρας συναντηθήκανε για δεύτερη φορά σε μια πλατεία αυτής της πόλης ο Γιάννης και η Βίκυ, η Βίκυ και ο Γιάννης.