Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Των Λέξεων

"Δεν καταλαβαίνω τίποτα" έλεγες κάθε φορά που άκουγες ένα ποίημα από τα χείλη μου.
Κι εγώ προσπαθούσα να σου πω ότι τα ποιήματα δεν ακούγονται σαν λέξεις, μα σαν μαύρα σύννεφα γεμάτα βροχή που τον ήλιο κρύβουν και μόνο λίγες ακτίνες του αφήνουν να μάς ζεστάνουν.
Πώς να διαπεράσεις το πέπλο της συνήθειας χωρίς τα όπλα των λέξεων, των εικόνων, της οργιαστικής φαντασίας;
Πώς οι λέξεις να πιάσουν κουβέντα με το χαρτί μέσα σε μια ξερή και σκονισμένη βιβλιοθήκη, που σκοτώνει τις φράσεις και στήνει γκιλοτίνες στο ακατανόητο;
Μάθαμε να κατανοούμε τα τρέχοντα, τα νούμερα, τα εταιρικά χαρτιά, τα παιδιά που μόνο "μάλιστα" έμαθαν να λένε.
Μα οι λέξεις πεθαίνουν κάθε φορά που μια συμφωνία υπογράφεται, ένα παιδί μεγαλώνει, ένας βαρύς χειμώνας ανοίγει, ο ποιητής βάζει την τελευταία τελεία του.
Προσπάθησε να νιώσεις, κι εγώ θα πω στις λέξεις να μαλακώσουν, θα τους πω να χωρέσουν στα όρια της ανάγκης σου, θα τους ζητήσω μια παράταση ζωής, μια ακόμη αφετηρία, ένα ξεκίνημα χωρίς σημεία στίξης.

Μόνο πες μου ότι έχεις ανάγκη την παρουσία των δακτύλων μου πάνω στα λευκά χαρτιά σου, ακριβώς εκείνη την ώρα που με απορία κοιτάς τις θηλές σου να διογκώνονται, τα χείλη σου να υγραίνονται, το σώμα σου ολόκληρο να ξαναγεννιέται από την αρχή, κι εγώ θα βρίσκομαι εκεί με ακατέργαστες λέξεις και τόνους γονατισμένους στο θρόνο των χειλιών σου.