Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Μάσκες Θανάτου

Πάνω από τη φωτογραφία σου
μαίνεται καταιγίδα
μακριά στέκονται τα σύννεφα από τα θλιμμένα μάτια σου 
δάκρυα και βλέφαρα κατακρημνίζονται
κόρες απανθρακώνονται
στην καύση του κορμιού σου
το μυαλό σου όταν αγκαλιάζω

κι εσύ μια σκιά χωρίς φως
ένα μακρινό νεύμα
μεσημέρι καλοκαιριού
κι οι καρποί να λιάζονται νωχελικά
θάλασσα μονάχη της
πετρωμένη στο Χρόνο
κυλάει προς τα ποτάμια σου
με συμπαρασύρει

σιωπηλός στην ακροθαλασσιά σου
μόνο ζητώντας το νεύμα σου

Τις μάσκες της φυγής σου
παράδωσε στο φως της ημέρας
την πορεία των χεριών σου
απαλών σαν πρωτόβγαλτο λουλούδι
δώσε μου να μυρίσω 
κι άστα πάνω στα μαλλιά μου

εκεί λοιπόν συνάντηση
εκεί, σαν την πρώτη φορά
σαν έφηβοι στην αυλή του σχολείου
και μετά
κοπάνα και φιλιά υγρά
παντοτινά
να σκουπίζεις τα χείλη σου
από υγρά ανοιξιάτικα
κι εγώ να τα υγραίνω ξανά
και πάλι το ίδιο


Μάσκες θανάτου αν φορέσεις
βροχή αν πιείς

ψάξε τα καταφύγιά μου 
θα σε κρύψω για πάντα 
τα έχω χτίσει πέτρα-πέτρα
με ήλιο να φωτίζουν τα μαλλιά σου
και νερό να δροσίζει το κορμί σου
στους καυτούς διαδρόμους τους σαν περπατάς
και στον δρόμο της ερημιάς
που χωρίζει τα πέλματά μας
που χορεύει στο σεληνόφως
που κατακτά νέους δρόμους
άγνωστους
γνωστούς
περίεργους
ανηφόρες σε σπαρμένα χωράφια
κρυφές λεωφόρους άγνωστων τόπων

Χάρισέ μου το σκοτάδι της ψυχής σου
να το κάνω ηλιολούσιμο
και πάλι σκοτάδι
όπως με βρίσκει ο εαυτός σου
τον εαυτό μου βγάζω και κρεμάω στα κάγκελα

και μεθυσμένος από επιθυμία
περιμένω το νεύμα
μια επιστροφή
ένα μακρινό φιλί σου.