Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Στο Δικό Μας Όνειρο

Κανείς δεν ήταν εκεί
στο προσκλητήριο των ζωντανών.
Κι εμείς
τυχαία βρεθήκαμε δίπλα στις σημαίες
που ανέμιζαν σκισμένες και μόνες.

Τα μεγάλα λάβαρα είχαν πέσει.
Οι Μεγάλοι Αρχηγοί με ανοιχτό το στέρνο
κοιτούσαν την Ιστορία του Ανθρώπου μπροστά τους να περνάει.

Όλοι οι ζωντανοί ήταν πλέον νεκροί
κι εμείς σκορπίζαμε τις στάχτες τους στο στόμα μας
και σαν να ρουφάγαμε μητρικό γάλα για πρώτη φορά
πνιγόμασταν
και ξαναπροσπαθούσαμε
να πιαστούμε απ’ τη ρώγα για μια ακόμη φορά. 

Μικρά βήματα κάναμε και πέφταμε.
Σηκωνόμασταν και πάλι πέφταμε.

Μάς είχαν λείψει
το παιχνίδι
ο ιδρώτας
τα διαλείμματα
η μυρωδιά του εφηβικού νερού.

Ζητούσαμε τους πεθαμένους Αρχηγούς
μα εκείνοι αναζητούσαν πλήθη και σπασμένα συνθήματα.

Και γίναμε πλήθος.
Και γίναμε
ένα σπασμένο σύνθημα στις γωνιές της άδειας πλατείας
γίναμε μια στιγμιαία κραυγή εξέγερσης.

Και πάλι σηκωθήκαμε και προσπαθήσαμε να σταθούμε.

Τότε οι Αρχηγοί και Τα Σπασμένα Συνθήματα
πέταξαν πάνω μας τη λήθη της Ιστορίας
και του κόπου μας τις αξίες και τα λάθη.
Χάθηκαν όπως ξαφνικά είχαν έρθει
μα εμείς τους αναζητούσαμε μέσα στον εαυτό μας
και βρίσκαμε σπασμένα συνθήματα και σκισμένα λάβαρα
και γίναμε μια διαρκής κραυγή υποταγής.

Και πάλι σηκωθήκαμε και πάλι πέσαμε.

Μα αυτή τη φορά κάθε Αρχηγός εξαφανισμένος
κι ο μικρός μας κόσμος μονομιάς διαλύθηκε
μαζί του γκρεμίστηκε κι η αναπνοή μας.

Ξαναπεθάναμε όρθιοι μα υποταγμένοι
κι η ώρα, περασμένη για συγγνώμες
κι η ώρα, εχθρική στον δείκτη του ρολογιού.

Κι εμείς αναζητούσαμε
Τον Αρχηγό με τα σκισμένα Λάβαρα
στην τελευταία πλατεία που απέμεινε
να βαδίζουμε στο Ανέγγιχτο Όνειρο.

Στο Δικό Μας Όνειρο.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Των Αιώνων

Κεντρωμένοι από τους ήχους του αιώνα
σαν άνεμος ψυχρός και ζεστός συνάμα
περνούσε μέσα από τις ανοιχτές ψυχές μας
ο πόνος της γης, το μαχαίρι της πτώσης.

Πόλεμος χωρίς τέλος τα δέντρα που ξεριζώνονταν
για να γραφτούν οι αποφάσεις των ανθρώπων
εκείνων που παρακαλούσαν για λίγο καθαρό αέρα
πνιγμένοι στα έγκατα των μεγάλων σπιτιών τους
ανήλιαγα, σκοτεινά σπίτια με δίχως σκεπές
μόνο τοίχους και βαριά έπιπλα κουβαλώντας
στο τέλος της κάθε μέρας ξοφλούσαν τα δανεικά τους
πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι, αγορασμένο κι αυτό.

Κόσμος μόνο απέξω. 
Μέσα, κενοτάφια τυλιγμένα με σάβανα ατυχών θανάτων
και δέντρα ξεριζωμένα με την περηφάνεια πεσμένη στα φύλλα τους.

Κι ο αιώνας να μοιάζει με μέρα μεσημέρι.
Με ήλιο καλυμμένο από νέφη η νύχτα των σκοταδιών.
Να περπατάμε χωρίς πέλματα στο ημίγλυκο σεργιάνι του πρωινού
κι ο αιώνας να μάς ακολουθεί ασθμαίνοντας για λίγη προσοχή.

Μα εμείς
σαν υπερήφανοι να στεκόμαστε στο χείλος της σιγουριάς μας
αφήνοντας το χρόνο, τον αιώνα κι όλα τα κενοτάφια
να ρίπτονται από τους γκρεμούς που άσκοπα πλανώνται.

Κι εμείς
παρέες-παρέες
μουρμουρώντας σκοπούς φευγιού
να οργώνουμε ακίνητοι τα χωράφια του ανεκπλήρωτου
και πάλι από την αρχή.

Να τραγουδάμε εκεί που κανείς δεν μπόρεσε.
Να τολμάμε την καταστροφή των σταθερών πορειών μας. 
Να φιλάμε τα χείλη των ερώτων που μάς ξεπέρασαν.
Να μετράμε το χρόνο
ρίχνοντας μικρούς σπόρους ανεπάρκειας στο διάβα μας.

Υποκρινόμενοι τους ευτυχισμένους 
να ξεγυμνωνόμαστε μπροστά στον αιώνα που έρχεται.
Υποκρινόμενοι τους πλήρεις
να γλείφουμε τον αιώνα που ανέστιους μάς άφησε
σμίγοντας μάτια
μπήγοντας βλέμματα
σφίγγοντας χείλη.

Tων αιώνων η πνοή, η ξέπνεη...

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Για Ποιόν;

Για ποιόν θα γράφω όταν μείνω μόνος;
Όταν η θλίψη σκεπάσει το σώμα μου
όταν η απορία συνεπάρει τις ορμές μου.

Για ποιόν θα γράφω;
Όταν ο καπνός χαθεί για πάντα στην ανάσα μου
όταν ο μοναδικός σκοπός θα είναι η ζωή μετά το θάνατο.
Άκου αυτό που εκστομίζουν… "η ζωή μετά το θάνατο".

Για ποιόν θα γράφω;
Όταν ο λιμός καταστρέψει τις ιδανικές πολιτείες
όταν τα μεγάλα λόγια αποδειχθούν μικρές πράξεις
όταν οι μηχανές πατήσουν πάνω στα σώματα των παιδιών
όταν τα νομίσματα βαρύνουν πιότερο από τον θάνατο.

Για ποιόν θα βλέπω;
Όταν το φως του ζεστού σου βλέμματος αδειάσει
όταν η οσμή της ιδρωμένης σάρκας σου γίνει χημική
όταν τα στάχυα του έρωτά σου πάψουν να με τρέφουν.

Για ποιόν θα μπορούσα να υψώσω ξανά ηφαιστειακά τείχη;
Όταν η λάβα του πόνου καεί στην υπόνοια ενός σεισμού
όταν μόνη θα περπατάς στις μνήμες των πενταγράμμων
όταν ανατολικοί άνεμοι θα σηκώνουν την ανάμνηση ενός έρωτα
όταν όλοι θα περπατούν με αργά βήματα τελευταίου αποσπάσματος
που σηκώνει τα όπλα και τουφεκάει τη νιότη οργασμών, ανίκητων στον χρόνο.

Για ποιόν θα έγραφες εσύ;
Για ποιόν θα έβλεπες;
Γα ποιόν θα ύψωνες τα τείχη των Ηφαιστείων σου;

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Και Θα Είναι Τότε...

Όταν ταξιδεύεις
μην ξεχάσεις να σταματήσεις σε κάθε λιμάνι
σε κάθε μπαρ και καταγώγιο να χωθείς
νιώθοντας αποτσίγαρο και χαλασμένο ουίσκι.

Ποτό της ανάγκης πιες
πριν το σκοτάδι σε κατασπαράξει
πριν η αυγή παραστήσει τη χαρούμενη νύφη της νύχτας
πριν τα πεζοδρόμια αρχίσουν να ξεκολλούνε πετώντας στα ουράνια.

Κάθε στιγμή στάσου μόνος
αναμετρήσου με τις πληγές σου
κι αν δεις πύον και βρώμικο αίμα
μην τρομάξεις.
Βάλε κάποιον να στις καθαρίσει
με φωτιά και στάχτη νεκρών ομοιωμάτων σου.

Γύρνα στο χαλασμένο σου ποτό
κάπνισε τα βρεγμένα αποτσιγάρα του φεγγαριού
μείνε, μείνε, μείνε εκεί
και ο καιρός κάποτε θα αλλάξει φορά
και το χιόνι θα κάψει τις πληγές
και θα στοιβάξει σε μια παγωμένη λακούβα τα οράματα
και θα είναι τότε…
τότε..
που θα τρακάρουν τα καμιόνια ενός καλύτερου κόσμου
με τα ξεχασμένα μας ταξίδια. 

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Ένα Τελευταίο Ξέσπασμα

Στην εντατική μπήκαν οι ψυχές μας
μέσα στα ψεύτικα λουλούδια και τα βροντόφωνα "περαστικά".
Συγγενείς και λοιποί γνωστοί
χαριεντίζονταν πάνω από τις ετοιμόποροπες ζωές μας
και τα χιλιάδες καλοκαιρινά μας όνειρα.

Μάταια
γιατροί
με ποδιές αστροσκονισμένες και κοσμικά στηθοσκόπια
εντολές και συνταγές φαρμάκων
κοιτούσαν τα μάτια μας κι έβρισκαν καθρέφτες λερωμένους
κι ήμασταν παρατημένοι σε κλειδωμένες φράσεις: 
- "όλα θα πάνε καλά" 
- "η επιστήμη έχει προχωρήσει"
- "μέχρι αύριο θα έχει πέσει ο πυρετός"

Μάταια... 
και τα ζεστά καλοκαίρια μάς ανέμεναν
δροσιά να πάρουν από τις σκέψεις μας
ηδονή να δώσουν από τους χειμώνες που δεν είχαν χωνέψει
τα χιόνια και τα παγωμένα βήματα
τους ήχους από τις μηχανές που χάνονταν στην ομίχλη
και τα εφηβικά φιλιά, τα γεμάτα υγρασία και ανυπομονησία.

Της πόλης οι θόρυβοι διαπέρασαν τον ήχο της προτελευταίας ανάσας
ενώ η τελευταία περίμενε υπομονετικά τον ρόγχο του θανάτου
που κατέφθανε με υπερβολική ταχύτητα στα μέρη της ζωής
σε πράσινες φεγγαρόφωτες βραδιές
και κατακόκκινες αναστάσεις εκ νεκρών στο λιοπύρι του χειμώνα.

Ήμασταν ζωντανοί
ή
ρυθμικά υποκρινόμασταν μπροστά στα τύμπανα του θανάτου;

Ύπουλα απάντησαν οι εκπαιδευόμενοι μιας νεκρής ηλικίας:
"Όλοι Νεκροί στα φθαρμένα δωμάτια Ενός Τελευταίου Ξεσπάσματος".