Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Ματαίωση-Προσμονή-Αναμονή-Ματαίωση

Παραμορφωτικοί καθρέφτες ενός απροσδιόριστου σύμπαντος
από αυτά που δεν εξετάζονται στα επουράνια κιτάπια των αστρονόμων
οι γαλαξίες τους δεν υπόκεινται σε καμία βολική τροχιά
και οι νόμοι τους δεν ανιχνεύονται σε κάποια πανεπιστημιακή έδρα.
Σε τέτοιο σύμπαν βρίσκεται η ύπαρξή μου
και η σάρκα που την αιματώνει
με κόπο και φόβο απέναντι στην κοσμική σφοδρότητα
καμπουριάζει υπό το βάρος των αιώνων
και των σφοδρών πολέμων
που έζησε στο πετσί της.

Σαν κάτι να γίνεται αυτή τη βραδιά
κάτι που θυμίζει ζωή και θάνατο.
Τα νυχτοπούλια δεν σκιρτούν να μας κοιμήσουν
έπαψαν, ξαφνικά.
Γυρισμένα ανάποδα κορφολογούν το ξημέρωμα μέσα στο σκοτάδι
και τα κρωξίματά τους δεν συνοδεύουν τον ύπνο της φύσης
μα πιότερο ακούγονται σαν να προειδοποιούν
για τα στεγνά από νερό χωράφια
τον αέρα που αναθυμιάζει σκάρτος και μόνος
τις ανθρώπινες οιμωγές, που κάθε νύχτα πολλαπλασιάζονται.

Οι κόμβοι των μεγάλων ονείρων
καταστρέφονται στην ταχύτητα της έλλογης σκέψης άδειων εγκεφάλων
Χάνεται το όνειρο, χάνεται
και μαζί του οδοιπορεί η ζωή μας ξεχασμένη
φθαρμένη από ανεκπλήρωτα οράματα
και τυχαία ξεσπάσματα οργής.
Γιατί δεν καταφέραμε να γίνουμε ένα.
Γιατί δεν μπορέσαμε
να βάλουμε τις αντιφάσεις μας στο ντουλάπι
και να τις κλειδώνουμε ξανά και ξανά
όποτε χρειάζεται, όποτε μάς το ζητούν.

Χάνεται και η ουτοπία, ξεθωριάζει,
συντρίβεται πάνω στις αποφάσεις των συνελεύσεων,
των εκκλήσεων, των εγωισμών, των θεωριών.

Χάνονται και τα παιδιά μας σε ανιαρά εκπαιδευτήρια υποταγής.
Μιλούν την ίδια γλώσσα
κλαίνε με τον ίδιο τρόπο
παίζουν κυνηγητό ακίνητα
αγαπιούνται μέσα από διαφημιστικά μηνύματα.

Χάνεται κι ο έρωτας ό ίδιος
μέσα στις τυχαίες αποφάσεις
τα επίσημα χαρτιά
τις εκκλησίες
μέσα στην ανάμνησή του
χάνεται κι αυτός.

Χάνεται το βλέμμα του πρωινού ξαστεριάσματος
του απογεύματος η καθάρια αίσθηση αργοπεθαίνει
και της νύχτας το απόκαμα εξοστρακίζει την ανθρωπιά μας.

Γυρίζουν οι ρόδες του τυχαίου ακατάπαυστα
κι οι διαλεκτικές μας συντρίβονται στο πέρασμά τους.
Να τις βάλουμε σε σειρά θέλουμε,
να κυλήσουν για μάς
να θωπεύσουμε την αδικία στοργικά
τις τυχαιότητες να προσπεράσουμε
γιατί μάς έμαθαν πως το τυχαίο
διαμορφώνεται
εξουσιάζει, αλλά εξουσιάζεται
αναμένει
κοιτά και περιμένει.

Αν ξέρεις τις συγκλίνουσες σκέψεις της Ιστορίας
αν σεβαστείς το χρόνο της
και τον ήχο των αλυσίδων της ακούσεις
έλα να γυρίσεις τα σκεπάσματά της ανάποδα
μήπως και το αντιστρόφισμά της
μάς φέρει νικητές μπροστά στα πόδια της.

Γυρίζει η ουτοπία στις πηγές της
μα τώρα εκεί φτιάχτηκαν εργοστάσια εμφιάλωσης
και το νερό της στριμώχνεται σε πλαστικά μπουκάλια
αναμονής και ματαίωσης.
Ματαίωση-προσμονή-αναμονή-ματαίωση.

Όλα από πριν τα ξέρουμε
όλα τα 'χουμε ξανακούσει
κι όμως, τίποτα.
Επιμένουμε στα ίδια σφάλματα.
"Μα έχουμε τις ίδιες αγωνίες" μού λες.
Δεν απαντώ, μόνο τρέμω.
Κηρύσσουμε τις ίδιες άνοστες και χιλιοφορεμένες εξεγέρσεις.
Ματαίωση και προσμονή.
Χρόνια τώρα, νύχτες ολάκερες, σκληρές νύχτες, χωρίς υπομονή.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Είναι Το Τίμημα

Δυσκολεύτηκα να περπατήσω
πάνω στα βρόχινα παπούτσια που μου χάρισες.
Έπεφτα πάνω σε αναμνήσεις σκιάς και σιωπηλά σκοτάδια
τα φώτα του ουρανού με τύφλωναν
και άνθρωποι μονοκόματοι κείτονταν στα πεζοδρόμια
Ζήτησες λίγο νερό, μα που να το βρω;
Ανέστιος και μόνος, που να το βρω;
Μόνο κάτι ζεστές ανάσες είχα να σου δώσω
έλα γρήγορα γιατι η αναπνοή μου κόβεται
ζώντας μικρούς θανάτους.
Μικρούς θανάτους, σαν ζωντανούς θανάτους
και το στήθος μου καίγεται πλακωμένο από την ανημπόρια
Κοιμάμαι ζώντας τον θάνατο μου.
Ξυπνάω μέσα στον λήθαργο των τύψεων.
Μια συγγνώμη χάνεται μέσα στις πολλές.
Μια συγγνώμη δε φτάνει για όλα μας τα λάθη.
Δεν φτάνει να σου εξηγήσω το χάος του μυαλού
το πάθος μιας σύντομης αγκαλιάς
το κρύο που σύγκορμα με καθηλώνει.
Αν γίνω όπως αυτοί, δε θα αναγνωρίζομαι. 
Αν γίνω όπως εκείνοι, το δέρμα μου θα καεί σε μαύρο κλίβανο
ο χρόνος θα με υποτάξει, οι εμπειρίες μου θα σβήσουν στο χρόνο.
Δεν είναι η επιθυμία μου να υποταχθώ
είναι η ανάγκη μου μου να νιώσω τη θαλπωρή σας
μα κανείς δεν δίνει απάντηση για το τίμημα
της ζεστασιάς, ενός πλησιάσματος, κάποιου εκτυφλωτικού αγγίγματος.
Κανείς δεν είναι εδώ για να απαντήσει, να συμβουλέψει
να χαϊδολογήσει την αίσθησh του χαμένου που κυρίευσε τις ζωές μας.
Κανείς δε θα περάσει απόψε από μπροστά μας σαν αστραπή
ούτε και θα συνάξει τα σύννεφα σε κάποιον νυχτερινό χορό.
Πάλι μόνος θα κατακεραυνώνω το κορμί μου
κι εσείς, μαζεμένοι, πολλοί, θα ξεκοκαλίζετε το μυαλό μου.
Είναι το τίμημα, δεν παραπονιέμαι.
Είναι το τίμημα.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Είναι Όμως Κάτι...

Κρύο κάνει στον κόσμο απόψε
κι ο ουρανός χαράχτηκε από τους κρότους της θλίψης μας.
Πάλι θα πάρεις τους δρόμους για άλλον ουρανό
και πάλι σκοτάδι θα βρίσκεις στα αχνοπατημένα μονοπάτια του χθες.
Τα αυτοκίνητα θα τρέχουν μανιασμένα
θα φρενάρουν μπροστά στη σκοτεινιά σου
κόβοντας στη μέση τα πόδια σου
πάνω στην υγρή άσφαλτο ενός τυχαίου μεσημεριού.
Θα είναι από εκείνα τα μεσημέρια
που ο ιδρώτας υπενθυμίζει την αγωνία των λεπτών και των δευτερολέπτων
από εκείνες τις ημέρες που κοιτάς τον ήλιο κατάματα
και τα μάτια σου σκοτεινιάζουν απότομα.

Σαν είναι έτσι σκοτεινά
μου αρέσει να τα κοιτώ
όταν επάνω τους πέφτει η υγρασία της σκέψης μου
να αναγνωρίζω πόσα βλέμματα είχαν τη χαρά να τα αντικρύσουν
πόσες εποχές χρειάστηκαν την ένταση της δύναμής τους
πόσοι άνθρωποι πρόσφεραν τα λόγια τους σε ένα τυχαίο τίναγμά τους. 

Κρύο κάνει στον κόσμο απόψε
και το μόνο που μάς απέμεινε είναι ένα κουβάρι με αναμνήσεις
και η θαλπωρή ενός ήλιου που χάνεται
κι αυτός εδώ ο κόσμος που πεθαίνει πάνω στη γέννα του.
Δεν είναι πολλά, είναι όμως κάτι.

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Αυτά Έμαθα

Μια νύχτα στο έλεος των μηρών σου και του στήθους σου τη δροσιά
είναι σαν πρωινό ξημέρωμα σκαρφαλωμένος στις Άλπεις του θανάτου.

Άσε τα καινούργια σου σκεπάσματα
κι έλα να ξαπλώσουμε στο ξύλινο χαλασμένο πάτωμα
σαν παιδιά που ψάχνουν τα σκορπισμένα τους παιχνίδια. 
Ο ήχος του δρόμου, τα γαβγίσματα κι η σκόνη των βημάτων θα είναι η τροφή μας.
Εσύ θα κοροϊδεύεις τους λεκέδες στα παλιά μου τρυπημένα πουκάμισα
κι εγώ θα σαμποτάρω τις σαββατιάτικες εξόδους σου στους μεγάλους φωτεινούς δρόμους με τα όμορφα, αλλά άδεια ρούχα σου.
Μετά, θα συγχωρήσω όλα σου τα μαχαίρια και τις υπόνοιες
και θα σκύψω να φιλήσω τα πόδια σου.

Ο δρόμος θα καταπίνει τις ματιές μας
κι εγώ θα σταθώ εκεί, στον ασφάλτινο δρόμο
να ρουφάω τις ρυτίδες των χεριών σου
γιατί έτσι έμαθα εγώ κι αυτό μπορώ να κάνω.

Δεν ξέρω από τραγούδια και φώτα γιορτινά
δεν γνωρίζω τίποτα από τα λόγια των μεγάλων ποιητών.
Ξέρω να ζαλίζω τις ενοχές μου με αλκοόλ
να γεύομαι τα μάτια των ανθρώπων ακούγοντας τους παλμούς από τις κόρες τους
να βρίσκομαι εκεί, που οι άνθρωποι πεθαίνουν πάνω σε μια ανάσα.
Συγγνώμη που δεν ξέρω πολλά.
Συγγνώμη που δεν καταφέρνω να πλάσω καθημερινούς ήχους 
ενός αργού θανάτου.
Αυτά έμαθα, μόνο αυτά.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Για Αυτό Το Μαύρο

Γραμμένο με τη Φίλη "Μιμόζα"

Θα ανοίξω μια μέρα την πόρτα
και με τον αέρα της φευγάτης 
από καιρό, θα φύγω. 
Μαζί με εκείνους
που κοντοστέκονται αιώνες στους σκοτεινούς δρόμους 
και ρουφούν την αμαρτωλή γύμνια τους
και τα βρωμόνερα των ηδονών τους.

Όπως με φαντάστηκες, όπως μ΄ έπλασε ο νους σου,
φευγάτη να κυνηγάω τόπους για 
να μου ταιριάξουν,
γιατί αυτός εδώ μόνο σε εκείνους αρέσει.
Διαβάζοντας βιαστικά τα μάτια μου
ανίκανος να μεταφράσεις τα ψελλίσματα μου, 
δεν έβλεπες τα πόδια μου
που έστεκαν πεισματικά και φοβισμένα.
Δεν αντίκρυσες τα δάκρυα της σιωπής μου.
Δεν ήσουν εκεί ότα πετσόκοβαν το μυαλό μου.
Πουθενά δεν σε συνάντησα στα μακρινά μου ταξίδια.

Θα γεμίσω τις τσέπες με παλιόλεφτα, 
θα τα χαρίζω για χαμόγελα 
κι αν κάποτε βρεθεί τόπος να χωράω,
θα φύγω
γιατί έτσι γεννήθηκα, φίλε
φευγάτη,
φευγάτη από καιρό.
Γιατί εδώ, μόνο φωνές ακούγονται και νυχτερινά ουρλιαχτά.

Θα αλλάζω τα φουλάρια, 
λευκό σαν τα άνθη, κόκκινο σαν το αίμα και κάπου κάπου μαύρο. 
Μη με ρωτάς σαν τι το μαύρο, φίλε. Ξέρεις! 

Κι εσύ, κι εγώ και ο πατέρας που κλαίει κρυφά
σαν βλέπει τα χέρια του λερωμένα και αδειανά.
Κι εσύ, κι εγώ το ξέρουμε κι εκείνο το πιτσιρικάκι
που στέκεται στις φωτισμένες τους βιτρίνες.
Κι εκείνα τα κορίτσια που τα βράδια σκύβουν στα παράθυρα
των αυτοκινήτων και χαμογελούν, χαμογελάνε. 
Και ο κοστουμαρισμένος κύριος με το χρυσό δαχτυλίδι και τα γυαλιστερά
παπούτσια, που έμαθε να πετά τα λουλούδια 
και να γκαρίζει στα μπουζούκια
σαν γάιδαρος, σαν κάποιος να του έδωσε μια 
μαγική δύναμη. 
Και την πήρε, ρε φίλε, την άρπαξε, τη μοιράστηκε
με τους ομοίους του
και κοίτα ρε φίλε, κοίτα πού είμαστε
κοίτα πώς είμαστε...
Γι΄ αυτό το μαύρο. 
Σαν το μαύρο του ουρανού
της θάλασσας το μαύρο
το μαύρο της αβύσσου και του έρωτα.
Για αυτό το μαύρο σου μιλάω.

Μα εγώ θα το ξαναβάλω το κόκκινο,
το κόκκινο, όπως τότε που ήμουν μικρή
και με έντυνε η μάνα μου με κόκκινη ζακέτα...
Και θα αφήσω και το μαύρο πάνω μου,
αυτό που γουστάρω σε μια ξαφνική μπόρα
αυτό που πάντα θα εξυψώνεται στην πρώτη κηλίδα του αίματος.