Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Στείλε Ένα Σήμα

Οι πληγές ψηλαφώνται από αόρατα χέρια
κάποιος περπατάει στο περβάζι του μυαλού μου
ρίχνει κλεφτές ματιές στους νευρώνες του
και αποφασίζει να πέσει στο κενό.
Θάλασσες με προσμένουν στα βάθη τους
μια προσδοκία πεταρίζει στα χαλάσματα
και συντρίβεται με κρότο πάνω στη σκέψη μου.
Ουρανός και γη απομακρύνονται
μέσα σε ένα διαρκές κυνηγητό του ονείρου
έλα και μπες μέσα μου χωρίς να το καταλάβω
και μην περιμένεις να σε χαιρετήσω αν συναντηθούμε
ξεχνάω πρόσωπα, εκφράσεις, μόνο τις ουλές θυμάμαι.
Μήπως λούστηκες με τη δροσιά του απογεύματος;
Πρόλαβα να σε αντικρίσω όταν έφευγες;
Πρόλαβες να δεις τα μάτια μου;
Μια νύχτα μέσα στην ημέρα έγινα
κι ένας αιώνας φάνηκε μέσα στις ριπές του χρόνου.

-Μην παραδοθούμε στην μοίρα του εφήμερου-

Φωνάζω "Ελευθερία" και βρίσκω μπροστά νησίδες υποταγής
Τα πόδια μου ελευθερώθηκαν από τις αλυσίδες του καιρού μου
δε τα σέρνω πιά
Τα χέρια μου δεν παγώνουν
Τα δικά τους μάτια συντρίβουν τη λάμψη του μέλλοντος
Το παρόν παρέδωσε τα κλειδιά στη δύναμή τους
Το παρελθόν παλεύει να ξαναγεννηθεί
φωταγωγεί την ασθενή μου μνήμη.

Αν είσαι κάπου, στείλε σήμα:
Ένα κομμάτι χωμάτινης βροχής
μια ηλιαχτίδα Αυγούστου
μυρωδιά ούζου
μια τζούρα αλατισμένο φιλί
ένα στριφτό τσιγάρο
την αμηχανία του πρώτου συναπαντήματος.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Αναρωτιέμαι

Έρποντας ως εδώ, ήρθα προσκυνητής στα γόνατά σου.
Είναι τόσο δροσερά όταν σε κοιτάω
τόσο λυπημένα τα μάτια σου, χάσκει από τις κώχες τους το φως.

Μέσα στη φυλακή έμαθα να αφουγκράζομαι το ανοιγόκλεισμά τους 
να συντονίζω τον παλμό της φλέβας μου με τους χτύπους της καρδιάς σου
να ματώνω με τις μαύρες σκέψεις σου και να τις χρωματίζω με το χρώμα του οργασμού
να ξεκουράζω το σώμα μου στην ησυχία του μικρού κελιού
να σε φέρνω εδώ και να σε κάνω δεσμοφύλακά μου.
Εδώ, μέσα στην απομόνωση, έμαθα να σε αγαπάω.
Εκεί έξω ο αέρας είναι βρώμικος
και τα πολύχρωμα κουστούμια τους κρύβουν τη γύμνια τους.
Εδώ ο αέρας είναι καθαρός, έρχεται από το δωμάτιό σου
τον κρύβω μέσα στα πνευμόνια μου και τον χρωματίζω
με το χρώμα του κατακόκκινου στήθους σου.

Επιστρέφω και ξανάρχομαι με περισσότερη δύναμη
και με λιγοστό από το πάθος σου
ανεβαίνω στα παλάτια της γης σου.
Αναρωτιέμαι αν στα αλήθεια υπάρχεις
ή είσαι αντανάκλαση των ηδονών 
αν κι εσύ νιώθεις την υπόγεια ζεστασιά του φεγγαριού
αν κρυφομιλάς στους σεισμούς
αν γεύεσαι τους ανέμους του σύμπαντος
αν γλυκαίνεσαι με τη μουσική
αν θαμπώνεσαι απο τις γραμμένες σελίδες
αν εκστασιάζεσαι μπροστά στην απλότητα των παιδιών
αν καταλαβαίνεις την ανασφάλεια της σιγουριάς μου.

Αναρωτιέμαι πόσα στίγματα ακόμα χρειάζονται
για να καταλάβεις ότι είμαι ακόμα παιδί
με τις μπογιές μου και την πλαστελίνη μου
με το ποδήλατο μου στη μέση της μεγάλης πλατείας.

Γονείς δεν έχω, ποτέ δεν είχα.
Μεγάλωσα μόνος μέσα σε μια ζωγραφιά
γεμάτη από ουρανό και δέντρα.

Κάθε φορά που θα βλέπεις μια τέτοια ζωγραφιά
αν θα με θυμάσαι αναρωτιέμαι.

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Ανείπωτη Χαρά...

Χαρά ανείπωτη μάς περιέλουσε
κι ο θάνατος περιδιάβαινε στα σοκάκια μας.
Μα που να τον δούμε; 
Είχαμε χαρά, ανείπωτη, πρωτόγνωρη.
Κι ύστερα έπεσαν οι πρώτες μαχαιριές κι έσταξε το αίμα.
Οι πληγές ήταν εκεί, και τα μαχαίρια, κι αυτά, εκεί ήταν.
Πρόσωπο λαξεμένο από τις χρόνιες απορίες, μη περάσματα, μη αποδοχή.
Χαρά στοιβαγμένη μέσα σε μια ρυτίδα του μετώπου.
Ανείπωτη χαρά, άφατη, δεν αναγνωρίζεται.
Κι εμείς στριμωγμένοι στην άκρη του ξύλινου πατώματος
να φαγωνόμαστε από το σαράκι της προσμονής.

Και μετά σαν από όνειρο γαντζωθήκαμε στους τοίχους
και σκαρφαλώσαμε πάνω στο κόκκινο κομοδίνο
βρήκαμε πέρασμα και τρυπώσαμε στον παιδικό τοίχο
κουνηθήκαμε στην κούνια της μάνας μας
και μεγαλώσαμε έτσι, εντελώς ξαφνικά.
Φορέσαμε τα καλά μας κι η χαρά μας έσβησε.

Και οι πληγές βρήκαν τρόπο να ξανανοίξουν.
Και τα μαχαίρια δεν ήταν εκεί να δικαιολογούν τις χαρακιές μας.
Μόνο, που μια ανείπωτη χαρά μας περιέλουζε
και ανάλαφροι πιά, φέραμε το χρόνο στα μέτρα του καιρού μας. 

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Μην ξεχάσεις τα κλειδιά

Tσιγάρο στο τασάκι που καίει σαν καντήλι.
Τηλεόραση ανοιχτή να δείχνει πληγωμένα σώματα, ακέφαλα.
Μη γλυκαίνεις τη φωνή σου για να μου μιλήσεις για τον κόσμο.
Μη γλείφεις εκεί που φτύνεις για να τους συναρπάσεις.
Μη μιλάς πάνω από τους άλλους, μη φωνάζεις.
Αν έχεις κάτι να πεις, πες το, θα το ακούσω με τα σπλάχνα μου.
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια.

Tσιγάρο στο τασάκι που καίει σαν κερί.
Οι νεκροί παραχωμένοι κι εμείς δε χωράμε να σταθούμε πάνω τους.
Μη φωνάζεις, έχω συνηθίσει τα αφτιά μου στους οξείς ήχους.
Τα μάτια μου στάζουν αίμα και πύον.
Τα χέρια μου τρέμουν.
Τα πόδια μου καταρρέουν.
Γεννάω τις ρυτίδες του μέλλοντος μου
κι εσύ επιμένεις να φωνάζεις σαν να ‘ταν χθες.
Πάρε το είδηση, μπήκαμε στον χιονιά του αιώνα κι είμαστε απροετοίμαστοι.
Γυμνοί, περονιασμένοι από το κρύο και λίγοι.
Εφημερίδες και περιοδικά ποικίλης ύλης πεσμένα
σαν σε κομμωτήριο κατάντησε η ζωή μας.
Προλαβαίνουμε να τη βάψουμε ξανά;
Κι αν δεν πετύχουν τα χρώματα;
Προλαβαίνω να βγάλω τη μάσκα;
Κι αν έχει γίνει ένα με τη σάρκα μου;
Κι αν βγει ήλιος μέσα στον χιονιά και λιώσει το καύκαλο της;
Ξέρω, το ξέρω
θα έρθεις πάλι από εδώ με εκείνη τη χαμογελαστή φάτσα
και θα μου λες για τον τάδε και τον δείνα
αυτούς που καμώνονται τους ανθρώπους.

Φεύγω τώρα, κλείσε το φως και μην ξεχάσεις τα κλειδιά.

Έσβησε και το τσιγάρο πάνω στο τασάκι τη φλόγα που μας έκαιγε.
Φεύγω μέσα στο χιονιά με το φθαρμένο παλτό των προηγούμενων χρόνων
και τα καμένα από γόπες γάντια του παγωμένου αιώνα που μόλις μάς επισκέφτηκε.

Φεύγω τώρα, κλείσε το φως και μην ξεχάσεις τα κλειδιά.

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Οι Σκουπιδάνθρωποι

Τηλεμάγειρες γνέφουν απο την οθόνη.
Δίπλα μου, δίπλα ακριβώς βρώμικοι σκουπιδάνθρωποι
ανασταίνονται μέσα από τους κάδους και βιάζονται να χορτάσουν θέαμα.
Αναγκασμένοι Λάζαροι καλούνται να βγουν έξω
για να δουν το υπέρλαμπρο αστέρι της κατανάλωσης.

"Γευτείτε φώτα, λαμπιόνια, δώρα και του θεού μας το πνεύμα.
Φάτε απο τις τηλεοράσεις ύλη και μάζα.
Μην είστε μίζεροι, μην είστε μαυρισμένοι".

Εσύ, προχώρα και μη ρωτάς πολλά.
Περνάει και προσπερνάει το βλέμμα μου τους σκουπιδάνθρωπους.
"Μείνε, στάσου, βοήθα, δώσε φιλάνθρωπε.
Φάτε εξ αυτού πάντες, πίετε και μη στοχάζεστε".

Δε το βλέπεις;
Μας στοχεύουν, κοιτάνε μέσα στα μάτια μας.
Πες ότι δεν είσαι από ΄δω μπάς και σε αφήσουν ήσυχο.
Μα αυτοί είναι περίεργοι, και το μυαλό τους σκοτεινό.
Δε θα γλυτώσουμε τόσο εύκολα μέσα σε ένα τέτοιο φαγοπότι.

Τουλάχιστον, ας το κάνουμε με τους δικούς μας όρους.
Μείνε κοντά μου και κράτα με σφιχτά.
Μείνε δίπλα μου, μη φύγεις.
Δεν έχω άλλον από εσένα εγώ.