Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Τα ίδια Ρε ΄Συ

Κόψε με τα δάχτυλα τις σελίδες εκείνου του μικρού βιβλίου
και πάμε πίσω, εκεί, στη γειτονιά που μεγαλώσαμε.
Και μην περιμένεις να σε ξεναγήσω
ξέρεις πως ποτέ δε μου άρεσε να μιλάω πολύ ούτε να παριστάνω τον δάσκαλο.

Και να σου πω ρε 'συ, τα βιβλία δεν έχουν ανάγκη από ευγένεια όταν είναι αληθινά και στάζουν καθάριες σκέψεις.
Μουτζούρωσέ τα ρε και κάψε και τα εξώφυλλα αν θες.
Και αν μπορείς, δώσε μου λίγο να πιώ από το χθεσινό σου ποτό.
Δε με πειράζει που δεν πίνεται πιά, που έχει ζεσταθεί
μόνο να έχω την αίσθησή σου ρε φίλε
γιατί τόσα χρόνια που σε έχασα, αλλάξαμε κι οι δύο.
Εσύ πήγες παραπέρα κι εγώ εδώ, στάσιμος.

Μα τί ζητάς; Αφού στο είπα.
Δεν υπάρχουν αλλαγές να σου πω,
μόνο κάτι ευτυχισμένες στιγμές που τις έχω ξεχάσει κι αυτές.
Εσύ όμως που ταξίδεψες στον κόσμο θα ΄χεις να μου πεις πολλά για τους ανθρώπους.
Εδώ ό,τι ξέρω, είναι αυτό που άφησες και τώρα δεν μπορείς να καταλάβεις.
Πολύ καταχνιά, λίγο φως και οι δρόμοι ίδιοι.
Γεμίζουν το χειμώνα, αδειάζουν το καλοκαίρι.
Όπως τα ΄ξερες δηλαδή.

Εσύ;
Πού βρισκόσουν;
Και τί είδες;
Τί περιμένουν αλλού οι άνθρωποι;
γελάνε με την ψυχή τους;
είναι χαρούμενα τα παιδιά τους;
έχουν αλάνες να παίξουν;
φτιάχνουν μπάλες χάρτινες;

Εδώ τα ίδια, όλα σχεδόν όπως τα άφησες.

Για στάσου, κάτι θυμήθηκα.
Kοντά, εκεί που μεγαλώσαμε ρε, ξέρεις τί υπάρχει τώρα;

Εκεί, ανάμεσα στα δύο περίπτερα που στέκονταν ακοίμητοι φρουροί της πλατείας, σφηνωμένοι διάφυλοι άνθρωποι που περιμένουν τα τρόλεϊ και τα λεωφορεία.
Υπνοβατούν το ξημέρωμα και ψιθυρίζουν μέσα από τα χείλη τους λέξεις..."δουλειά" "μεροκάματο" "πατρίδα".

Πουτάνες, και νταβατζήδες που περιμένουν σαν κοράκια να τις φάνε ζωντανές.
Πρεζέμποροι κάθε είδους και μπάτσοι που τους χαιρετούν εγκάρδια απλώνοντας το χέρι για μερτικό.
Κλειστά μαγαζιά και πεζοδρόμια που πέφτουν στο κενό κόβοντας τα πόδια μας.

Αλλά, μη φοβηθείς, αυτά αλλάξαν μόνο.
Κατά τα άλλα, τα ίδια ρε φίλε.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η Φωνή Σου

Πόσο θα ήθελα να μην ξαναπαλέψω με τις λέξεις.
Φθόγγοι είναι, ήχοι.
Και τους ήχους τους γνωρίζω καλά.
Τη φωνή σου, χιλιοακουσμένη την έχω, αυτήν την κοριτσίστικη μελωδία που δεν μπορώ να ξεχάσω.
Μόνο που οι λέξεις είναι εμπόδιο για να σου μιλήσω και να καταλάβεις.
Μέσα στο κεφάλι χορεύουν σκέψεις ανακατεμένες.
Τη μία αποπνέουν λογική και την άλλη στέκεις απέναντι και ό,τι λογικό γίνεται πάλι φωνή μικρού κοριτσιού.
Και δένομαι με σχοινιά στο κατάρτι της λογικής μήπως αποφύγω αυτό το κοριτσίστικο "αχ".
Μα δεν είναι εύκολο.
Και ξαναπροσπαθώ.
Και κλείνω τα αυτιά μου να μην ακούω κανέναν ήχο.
Και κρατάω την ανάσα μου, ούτε αυτήν να ακούω.
Και η θάλασσα μπαίνει στο μυαλό μου και γίνεται τρικυμία,
μα δεν την ακούω.
Γιατί μόνο ένα κοριτσίστικο "αχ" ακούγεται την ώρα που τα δύο σώματα διασταυρώνονται στο άγνωστο δωμάτιο.
Αυτό το "αχ" με ταξιδεύει σε ήρεμες θάλασσες,
και τότε ο άνεμος και ο αφρός με ξελύνουν από το κατάρτι
και στο πρώτο λιμάνι που βρίσκω, μεθάω και ακούω γυναικείους βρυχηθμούς ειλικρινών οργασμών.
Το βλέμμα σου όμως  έχει τις δικές του στιγμές, δεν είναι ένα αδιάφορο "αχ" κοριτσιού, δεν καλουπώνεται σε κανέναν οργασμό.
Είναι το δωμάτιο, η μουσική, το αλκοόλ και ο τόπος.
Είναι τα λόγια, οι λέξεις, η φαντασία.
Είναι ό,τι δεν πρόλαβα να πω και μου το υπενθύμισες με ένα φιλί κι ένα χάδι στα μαλλιά.
Τί διαφορετικό "αχ" που είναι το δικό σου.

Στυφή Ελπίδα



Σε είδα που κοιτούσες τον ήλιο κατάματα και φοβήθηκα ότι θα αποστρέψεις το βλέμμα σου κι από εμένα.

Όχι επειδή μπορώ να Τον φτάσω, αλλά γιατί θα ήθελα να είχες μέσα σου και το δικό μου φως, το αχνό, σχεδόν σκοτεινό,
δοσμένο όμως με πάθος και προσμονή σαν το πρώτο μητρικό γάλα. 



Ποτέ δε σε κοιτούσα κατάματα, μόνο άθελά μου.



Ήθελα να σε ξεχνάω συνεχώς, και όταν θα ερχόταν ή ώρα πάλι να σε αντικρίσω να ολοκληρώνεσαι μπροστά μου

να μη μου θυμίζεις τίποτα κι έτσι να ξαναφτιαχνόμαστε ξανά και ξανά μαζί.



Μην πιστέψεις ότι δεν ήθελα να ξεδιψάσουμε σε εκείνη την μοναχική παραλία που με είχες πάει τότε.
Πόσο το ήθελα!
Αλλά δεν είδες; Μόνο θάλασσα υπήρχε κι εμείς δεν ξέραμε κολύμπι.



Σε είχα δει πώς αφουγκραζόσουν εκείνο το βρόχινο κοχύλι, μακριά από όλους μας.

Είχα ακούσει που του μιλούσες χωρίς να περιμένεις απόκριση.

Χαμογελούσες για την ανακάλυψή σου και μετά το έστρεψες περήφανη προς τον ουρανό, που κι αυτόν για θάλασσα τον πίστευες και τα πουλιά για ψάρια που τον είχαν για φωλιά τους.


Όταν φεύγαμε εσύ έτρεξες στην προκυμαία για να προϋπαντήσεις τα νιόφερτα νερά κι εγώ απόμεινα να σε κοιτώ έτσι όπως φαινόσουν μέσα στο φως του ήλιου, το μωβ της θάλασσας κι εκείνη τη στυφή ελπίδα πως κάτι είχαμε κι εμείς γλιτώσει από τον ωκεανό της Επιθυμίας.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Η Δουλειά Δεν Είναι Ντροπή [6]

ΕΚΤΗ ΠΡΑΞΗ
Πρόσωπα: 
Θρασύβουλος
Ζευγάρι (Άντρας-Γυναίκα)
Τάκης 

Τάκης:  Γειά σας, τι κάνετε, είστε καλά;
Άντρας: Τι κάνεις εσυ εδω;
Τάκης: Ο πιτσαδόρος είμαι, δε με θυμάστε;
Γυναίκα: Τι λέει αυτός;
Άντρας: Και βέβαια σε θυμάμαι, για αυτό σε ρωτάω τι κάνεις εδω.
Τάκης: Τι να κάνω, πιτσαδόρος είμαι, τις πίτσες έφερα!
Άντρας: Με κοροϊδεύεις αγόρι μου;
(η γυναίκα έχει ένα βλέμμα απορίας μα και περιέργειας μαζί, ενώ ο Θρασύβουλος κρυφογελάει με την κατάσταση και επεμβαίνει για να προλάβει τα χειρότερα)
Θρασύβουλος: Το παλικάρι εκτός από πιτσαδόρος είναι και συνάδελφος.
Άντρας: Συνάδελφος;
Θρασύβουλος: Ναι.
Άντρας: Δουλεύετε μαζί στο κατάστημα με τα ερωτικά βοηθήματα;
Θρασύβουλος: Πού;
Άντρας: Στο κατάστημα με τα ερω...
Θρασύβουλος: (του ρίχνει ένα δυνατό σκαμπίλι)
Ρε, πάς καλά, για ποιούς μάς πέρασες;
Αστυνομικοί είμαστε, όχι νταβατζήδες.
Άντρας: (πιάνοντας με έκφραση πόνου το μάγουλό του, ενώ η γυναίκα του φαίνεται να αλλάζει διάθεση και να το διασκεδάζει περισσότερο) Ορίστε;
Τάκης: (που μπαίνει κατευθείαν στο πετσί του ρόλου) 
Μα έχει δίκιο ο συνάδελφος κύριε.
Θρασύβουλος: Μα τί κύριε και μαλακίες ρε συνάδελφε και ‘συ, δε τους βλέπεις;
Πλουσιόπαιδα είναι που έχουν κλέψει το αυτοκίνητο του μπαμπά και κάνουν βόλτες, δημόσιος κίνδυνος δηλαδή.
Τάκης: Μάλιστα, μάλιστα, με ξεγέλασε η εμφάνισή τους.
Θρασύβουλος: Δε βλέπεις ότι φοράνε σχολικές ποδιές;
Τάκης: Άστο συνάδελφε, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, το τί έχουν δει τα ματάκια μου δεν περιγράφεται! 
Γυναίκα: Εσείς δουλεύετε στην Ασφάλεια κύριε αστυνόμε;
Θρασύβουλος: Εσύ γιατί πετάγεσαι;
Τάκης: Άσ’ το κορίτσι ρε συνάδελφε, μια ερώτηση έκανε, σε αυτή την ηλικία τα παιδιά έχουν διάφορες απορίες.
Ναι, κορίτσι μου, στην ασφάλεια είμαι.
Παριστάνω τον πιτσαδόρο, αλλά δουλειά μου είναι να καταγράφω ύποπτες κινήσεις, να παρατηρώ αυτό που άλλοι δεν μπορούν, να μυρίζω σαν σκύλος και να βλέπω σαν κουκουβάγια.
Γυναίκα: (κοιτάζοντας με νόημα τον Τάκη) Φαίνεστε ικανός άνθρωπος, αλλιώς πώς θα σάς είχαν σε τέτοιο πόστο; 
Και να σάς πω και κάτι, θα σάς πήγαινε πολύ η στολή.
Τάκης: (προς τον Θρασύβουλο) Το κορίτσι έχει αντίληψη συνάδελφε, δε της ξεφεύγει τίποτα.
Άντρας: Νομίζω πως παρατράβηξε αυτό το αστείο.
Έφερες τις πίτσες, θα πληρωθείς και θα φύγεις.
Έχουμε δουλειά εδώ, δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.
Τάκης: Τί είπες;
Άντρας: Νομίζω πως άκουσες, πάρε τα λεφτά σου και πήγαινε.
Τάκης: Σοβαρά;
Άντρας: Πολύ.
Δε θέλω να με αναγκάσεις να πάρω τηλέφωνο στην πιτσαρία.
Τάκης: (γέλια) Και πώς θα σηκωθείς από το αυτοκινητάκι σου αγόρι μου, θα φωνάξεις γερανό;
Άντρας: Άκου νεαρέ, δεν είναι καθόλου αστείο.
Ήρθες, έφερες τις πίτσες, πες μάς πόσο κάνουν και φύγε.
Τάκης: Δεν ξέρεις πόσο κάνουν;
Θρασύβουλος: Πώς μιλάς έτσι στο συνάδελφο.
Δε σε έχουν μάθει οι γονείς σου να σέβεσαι τα όργανα της τάξης;
Τάκης: (γέλια) Τί να τον έχουν μάθει, δεν τον βλέπεις, ο άνθρωπος φαίνεται από μακριά ότι είναι αντιδραστικό στοιχείο.
Θρασύβουλος: Κι εγώ για έτσι τον κόβω.
Τί θα κάνουμε με δαύτον τώρα;
Τάκης: Εγώ λέω να του κάνουμε μερικές ερωτήσεις και αναλόγως του τί θα απαντήσει να αποφασίσουμε.
Η κοπέλα φαίνεται εντάξει.
Γυναίκα: (ναζιάρικα) Μα και ο καλός μου είναι πολύ καλό παιδί κύριε αστυνόμε.
Τάκης: Κορίτσι μου, εσύ είσαι καλός άνθρωπος, εμένα όμως η εμπειρία με έχει διδάξει να  βλέπω πίσω από τα λεπτά σημεία κάθε ανθρώπου.
Είμαι σίγουρος πως αυτός σε παρέσυρε.
Φαίνεται από τη φάτσα το ποιόν του, αν ζούσε ο Λομπρόζο να είσαι σίγουρη πώς θα συμφωνούσε μαζί μου.
Άντρας: Ο ποιός;
Τάκης: Ο Λαμπρόζο νεαρέ, ο Τσεζάρε Λαμπρόζο, αλλά που να ξέρεις εσύ απ’ αυτά, εσύ ρόδα, φιγούρα και να κλέβουμε αμάξια ξέρεις.
Αλλά θα πέσεις σύντομα στα χέρια μου, να είσαι σίγουρος.
Κι όταν πέσεις να ξέρεις πως δε θα τη γλυτώσεις εύκολα.
Εγώ δεν είμαι υπάλληλός σου, είμαι η τάξη, είμαι κι η ασφάλεια μαζί.
Για αυτό σου λέω, μην τσαμπουκαλεύεσαι σε μένα, δε θα τη βγάλεις καθαρή.Ρώτα για μένα και θα μάθεις.
Θρασύβουλος: Τί λες ρε μαλάκα;
Τάκης: Αααα, συνάδελφε, εδώ θα τα χαλάσουμε.
Κόψε τις κλήσεις σου και μην ασχολείσαι με την αστυνομική επιστήμη.
Λες να βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι τυχαία;
(πιάνει τον άντρα από τον σβέρκο και τον σφίγγει δυνατά).
 Είδες τί μάς λεει ο τροχαίος, θα μάς την πουν τώρα και οι άσχετοι! Τί λες κι εσύ αγόρι μου, συμφωνείς;
(ο άντρας μορφάζει από τον πόνο και προσπαθεί να ξεφύγει από τα χέρια του Τάκη)
Δε μιλάς ε... τί να πεις κι εσύ, που να καταλαβαίνεις από τα προβλήματα των μεγάλων, εσένα τώρα το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να μη βρεθείς μπλεγμένος.
Πάντως μην ανησυχείς, εγώ έχω τη φήμη του σκληρού αλλά είμαι δίκαιος, αν συνεργαστείς όλα θα πάνε καλά, αλλιώς δεν μπορώ να εγγυηθώ τίποτα.
(Ο Θρασύβουλος αρπάζει  τον Τάκη και τον τραβολογάει στο σαλόνι)
Τάκης: Τί έπαθες ρε, γιατί με τραβάς έτσι;
Θρασύβουλος: Τί είναι αυτά που κάνεις ρε μαλάκα,
για χαβαλέ σε έμπασα μέσα, τελείωσε τώρα, τί κάνεις;
Τάκης: Εγώ ή εσύ;
Θρασύβουλος: Τι λες ρε; Εγώ ήρθα για δουλειά εδώ.
Τάκης: Τί σόι δουλειά είναι αυτή που έπρεπε να ντυθείς αστυνομικός δηλαδή;
Θρασύβουλος: Και τί σε νοιάζει εσένα ρε μαλάκα;
Τάκης: Τι με νοιάζει ε;
Θρασύβουλος: Μου είπε ο κυρ-Απόστολος να έρθω και ήρθα, τί θες τώρα;
Τάκης: Κι από πότε εσύ κάνεις ό,τι σου λένε οι άλλοι;
Θρασύβουλος: Και τί θες να κάνω, να χάσω κι αυτή τη δουλειά και να μάς πετάξει ο άλλος έξω από το σπίτι, πάλι τα ίδια θα λέμε;
Τάκης: Εσύ πάντα μισούσες τους μπάτσους και τώρα παριστάνεις έναν από αυτούς;
Τι θα κάνεις δηλαδή, θα με ανακρίνεις ή μήπως σκέφτεσαι να με συλλάβεις;
Θρασύβουλος: Τίποτα από τα δύο, μόνο σήκω και φύγε να τελειώνω.
Τάκης: Να τελειώνεις;
Ποιόν από τους δύο σου ανέθεσε ο κυρ Απόστολος να γαμήσεις πρώτα, το χοντρό ή τη χοντρή, ή μήπως είναι μόνο να σε γαμήσει ο χοντρός και να σου φορέσει τη σχολική ποδιά;
Θρασύβουλος: Τί λες ρε, θες να τσακωθούμε;
Τάκης: Νομίζεις πως έχω πρόβλημα;
Θρασύβουλος: Μα τί θες από ΄μένα;
Τάκης: Από ΄σένα τίποτα, από τον Θρασύβουλος θα ήθελα.
Θρασύβουλος: Ο Θρασύβουλος είμαι, λες να είμαι κάποιος άλλος;
Τάκης: Σιγά μην είσαι ο Θρασύβουλος εσύ!
Ο Θρασύβουλος που ξέρω εγώ δε θα ερχόταν να κάνει την πουτάνα για να πληρώσει ένα σπίτι.
Πώς κατάντησες έτσι ρε μαλάκα;
Θρασύβουλος: Δε μάς χέζεις ρε Τακούλη, κοίτα τα χάλια σου και άσε με να κάνω τη δουλειά μου.
Σταμάτησα τις θεωρίες εγώ για να τις αρχίσεις εσύ;
Τάκης: Δεν υπάρχει κανένα χάλι πάνω μου αδερφέ, σήμερα εξαγνίστηκα.
Θρασύβουλος: Εξομολογήθηκες ρε μαλάκα;
Τάκης: Όχι ακριβώς, εξομολόγησα όμως το αφεντικό μου.
Θρασύβουλος: Όπα!
Τάκης: Και τον εξομολόγησα για τα καλά.
Ξέρεις πού βρίσκεται τώρα;
Θρασύβουλος: Πού;
Τάκης: Μέσα στην αποθήκη δεμένος, με κάτι κιλά ζύμη πάνω στο κεφάλι του.
Θρασύβουλος: Τί έγινε ρε μαλάκα;
Τάκης: Πάλι καλά να λες που δεν κατάφερα να βρω πού κρύβεις την καραμπίνα, γιατί θα επέστρεφα να τον καθαρίσω τον πούστη.
Θρασύβουλος: Ρε μαλάκα τί έκανες;
Τάκης: Με απέλυσε.
Θρασύβουλος: Και θες να απολύσουν και ΄μένα τώρα;
Τάκης: Ακούς τι σου λέω; Με απέλυσε. 
Ήμουν λέει αργός.
Τρεις φορές έχω πάει στο ΚΑΤ με σπασίματα λόγω υπερβολικής ταχύτητας και θα με πει ο μαλάκας αργό.
Δηλαδή έπρεπε να σκοτωθώ για τις γαμημένες τις πίτσες;
Θρασύβουλος: Κι είναι δεμένος τώρα;
Τάκης: Ε ναι, δε νομίζω να έχει καταφέρει να ξελυθεί, εκτός αν είναι ο Χουντίνι.
Θρασύβουλος: Κάνει και πλάκα ο μαλάκας.
Ρε θα σε κυνηγάει η αστυνομία τώρα, το έχεις συνειδητοποιήσει;
Τάκης: Κοστίζει η ελευθερία φίλε. Το ξέχασες;
Θρασύβουλος: Δεν πάς καλά εσύ μαλάκα, τί θα κάνουμε τώρα;
Και να σου πω, την παραγγελία γιατί την έφερες;
Τάκης: Είχα πληρωθεί και για αυτό το δρομολόγιο, επίσης ήθελα να δω και τους χοντρούς για τελευταία φορά.
Αυτή είναι ομορφούλα ρε... πρώτη φορά την παρατηρώ καλά. Αυτός ο πούστης είναι κακομούτσουνος, άσε που ποτέ δεν έχει δώσει και κανά πουρμπουάρ, σπάγκος από τους λίγους.
Θρασύβουλος: Μαλάκα, φύγε σε παρακαλώ, άσε τουλάχιστον εμένα να κρατήσω τη δουλειά μου, αλλιώς μάς βλέπω στο δρόμο.
Τάκης: Κοίτα, αν θες να κάνεις την πουτάνα, κάτσε, εγώ τώρα πιά το έχω λύσει το πρόβλημα μου.
Θα πάω μέσα, θα τρώω και θα πίνω τσάμπα με λεφτά του Κράτους.
Θα τους τα φάω κι εγώ μια φορά των πούστηδων.
Για αυτό σου λέω, κάνε και συ καμιά μαλακία να σε χώσουν μέσα να περνάμε αγάδικα, μην είσαι μαλάκας...
Θρασύβουλος: Έχεις τρελαθεί, τί είναι αυτά που λες;
Τάκης: Ανένηψα φίλε και νιώθω περίφημα.
Είχες δίκιο σε όσα έλεγες, αυτοί μάς γαμάνε και εμείς καθόμαστε και τους προσκυνάμε, δε γίνεται έτσι ρε φιλαράκι, δε γίνεται.
Θρασύβουλος: Και βρήκες τη λύση εσύ τώρα;
Τάκης: Όχι μωρέ, ποιά λύση να βρω, απλά βαρέθηκα να σκύβω πια και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, τίποτα άλλο.
Σκέφτηκα όσα μου έλεγες τόσο καιρό και κατάλαβα πως είχες δίκιο σε όλα.
Δε θέλω να με γαμάει κανένας φίλε, όχι έτσι τουλάχιστον, όχι έτσι...
(Ο Θρασύβουλος τον κοιτάει σκεφτικός)
Και τί παθαίνω τώρα... έρχομαι εδώ και βλέπω τον κολλητό μου να κάνει τα γούστα του αφεντικού του.
Αυτός που μου έλεγε να διεκδικώ τα δικαιώματα μου, να χτυπάω το χέρι στο τραπέζι και να μην αφήνω κανέναν να με γαμάει, αυτός τώρα τρέχει σαν σκυλάκι πίσω από τον κυρ-Απόστολο.
Για αυτό σου λέω, φώναξέ μου τον φίλο μου τον Θράσο και φύγε εσύ από τη μέση.
(Ο Θρασύβουλος γυρίζει την πλάτη του στον Τάκη, αντικρίζει τον χώρο, ξανακοιτάει τη στολή που φοράει και τον πιάνουν τα κλάματα. Γυρίζει προς τον Τάκη  και του δίνει ένα φιλί στο κεφάλι, σαν πατρικό.Ο Τάκης βουρκώνει, αγκαλιάζονται κι οι δύο.

Από το δωμάτιο ακούγονται εκκλήσεις για βοήθεια και οι δύο φίλοι χαμογελούν πονηρά μέσα σε έναν κλαυσίγελο)
Θρασύβουλος: Αλήθεια τη γουστάρεις τη χοντρή ρε;
Τάκης: Όχι μωρέ, τί να γουστάρω από δαύτη;
Θρασύβουλος: Λέγε, μεταξύ μας είμαστε.
Τάκης: Εντάξει, ωραίο προσωπάκι έχει, γλυκούλα είναι, αν έχανε και καμιά εκατοστή κιλά θα γινόταν φοβερό μουνί.
Θρασύβουλος: Πότε θα μάθεις να μιλάς σωστά ρε γαμώτο, αιδοίο λέγεται, όχι μουνί.
Τάκης: (με έκπληξη) Τί πράγμα;
Θρασύβουλος: Τίποτα, θα σου εξηγήσω μετά... πάμε να πιούμε καμιά μπύρα;
Τάκης: Κι αυτοί εδώ;
Θρασύβουλος: Ε τί αυτοί, φαί έχουνε, αμάξι έχουνε, μπορούνε να πάνε όπου γουστάρουνε, άσε να πιούμε κι εμείς κανά ποτάκι...
(Ο Θρασύβουλος και ο Τάκης αγκαλιάζονται και κατευθύνονται προς την εξώπορτα μέσα σε γέλια και κλάματα ενώ από το δωμάτιο ακούγονται απειλές από τον άντρα και ναζιάρικα καλέσματα από τη γυναίκα)
Η Αυλαία πέφτει αργά και στο κλείσιμο ακούγεται το 
"We ‘Re Not Gonna Take It" των Twisted Sister,


που σβήνει αργά μαζί με την αυλαία.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Ο Στέλιος...



Ελευθεριακός  Και  Riski (http://ouden-amiges.blogspot.gr/)
{Γραμμένο πριν δύο χρόνια περίπου}

Δεν υπήρχε ξυπνητήρι στο μικρό τραπέζι.
Μόνο κάτι παλιοσίδερα που είχαν αρχίσει να σκουριάζουν.
Ο Στέλιος είχε μάθει να ξυπνάει την ίδια ώρα, κάθε μέρα.
Ποτέ δεν είχε αργήσει στο ραντεβού με τον εαυτό του.
Το σώμα του είχε εκπαιδευθεί να πετιέται σαν ελατήριο από το κρεβάτι. Αν πεις για το μυαλό του… δεν κοιμόταν ποτέ.
Η δουλειά δεν ήθελε χάσιμο χρόνου, καμία ανάπαυλα δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί.
Έπρεπε να ξυπνάς μες στο σκοτάδι, έπρεπε να κοιμάσαι στο σκοτάδι, να τρως και να πίνεις όσο πρέπει.
Ένας μοναχός της πόλης, ένας ερημίτης που βρισκόταν ανάμεσα σε πολυάσχολους ανθρώπους, ένας αμαρτωλός που περίμενε την άφεση από αυτούς που περνούσαν δίπλα και τον κοιτούσαν επίμονα.
Κι όμως. 
Εκείνον, δεν τον ενδιέφεραν τα βλέμματα, δεν τον πείραζαν.
Φορούσε κάθε μέρα το ίδιο τριμμένο κουστούμι, έπαιρνε το ραβδί του και βάδιζε βιαστικά προς τον πρώτο κάδο.
Τα βλέμματα τώρα κοιμούνταν.
Ήταν ακόμα νύχτα.
Στο χρόνο που του απέμενε μέχρι το χάραμα, προλάβαινε να βυθιστεί αναπόσπαστος στη φαντασίωση ότι είναι πράγματι μόνος στη Γη, πως το σκύψιμο του κεφαλιού του είναι απλώς μια αναγκαία στη δουλειά του στάση κι όχι μια έμπρακτη απολογία για όσα δεν κατάφερε, για όσα όφειλε να νιώθει πως χρωστάει στις ματαιόδοξες δομές αυτού του κόσμου. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που θυμήθηκε τον άλλο, τον ξεχασμένο εαυτό του να ζητάει νοερά κι αυτός λογαριασμό απ' όσους μόλυναν πρωί-πρωί την αισθητική του και τον γέμιζαν μ' εκείνο το σιχαμένο αίσθημα οίκτου που τον έκανε να δουλεύει με τόση αυταπάρνηση μέχρι αργά το βράδυ, αλλά δεν ήταν ώρα τώρα για αναπολήσεις – τι είχε πάθει σήμερα;
Η νοσταλγία είναι το πιο ασφαλές σύστημα χρονοκαθυστέρησης και τα δικά του περιθώρια ήταν στενά, όσο κι ο χώρος που μόνο εκείνος θα μπορούσε να ονομάζει "σπίτι" του.
Είναι κάτι σκέψεις φτιαγμένες να σε κάνουν να χάνεις το δρόμο. Υπερβολές.
Ήξερε τόσο καλά το δρόμο τώρα πια, που του ήταν αδύνατον να τον χάσει, ακόμα κι αν το προσπαθούσε.
Μα ακόμα κι αν κάποια φορά, έτσι, για δοκιμή, προσπαθούσε να τον χάσει;
Τι θα γινόταν με τους κάδους; Θα χάνονταν κι εκείνοι;
Ακόμα κι αν σήμερα, την ώρα που θα ξημέρωνε, μια εξωγήινη επέμβαση εξαφάνιζε τους δρόμους της μεγαλούπολης, οι κάδοι θα εξαφανίζονταν στη δίνη των δρόμων; "Όχι… όχι" έλεγε και ξανάλεγε. "Αυτοί είναι μια ένδειξη ζωής, βρίσκονται μέσα τους οι συνήθειες των συνανθρώπων μου, ένα κομμάτι του κόσμου τους. Τα αποφάγια τους, το χρήσιμο και το άχρηστο της ζωής τους, οι κρέμες των μωρών τους, η ματαιοδοξία τους, τα σκισμένα ερωτικά τους γράμματα, οι κατά συνθήκη ερωτικές τους πράξεις, οι σελίδες των εφημερίδων τους. Τι θα ήθελε να γνωρίσει πρώτα ένας άγνωστος, κάποιος που δεν ξέρει τίποτα για μας τους ανθρώπους; Πού θα έψαχνε για μας αν όχι εκεί; " μονολογούσε, ισιώνοντας την ξεφτισμένη γραβάτα του.
Αναρωτήθηκε για μια στιγμή πώς είχε καταλήξει στην ιδέα αυτής της ιδιότυπης αρμοδιότητας. Γιατί άραγε ήταν δική του; Ποιος τον είχε ορίσει υπεύθυνο να διαφυλάξει την ιστορία των ανθρώπων από τη λήθη και την ανυπαρξία;
Χαμογέλασε, όπως χαμογελούσε κάθε φορά με τον οικείο αυτό συλλογισμό, που επέστρεφε ξανά και ξανά, παρότι είχε προ πολλού απαντηθεί από την ίδια τη ζωή, ίσως επειδή η αλήθεια είναι ανάγκη να επιβεβαιώνεται κάθε τόσο για να στηρίζει την ίδια της τη θέση μέσα μας, να εδραιώνει την αξία και τη σημασία της.
Ο Στέλιος επανέλαβε γι' ακόμα μια φορά, με σιγουριά, στον εαυτό του πως τίποτα σ' αυτόν εδώ τον κόσμο δεν περνάει στ' αλήθεια απ' το χέρι των ανθρώπων.
Οι υπευθυνότητες, οι ειδικότητες -οι θέσεις εργασίας όπως συνήθιζε να λέει- όπως και τα χαρίσματα, μοιράζονται από αόρατα χέρια.
Κανένας δεν διαλέγει και, όσο κι αν αυτό ακούγεται και φαίνεται ψέμα, ο μύθος των επιλογών απλώς δίνει σε όλους τη χαρά να βαυκαλίζονται.
Μόνη επιλογή, αληθινή κι ολοδική μας, έτσι ήταν πάντα κι έτσι θα είναι, το αν θα δεχτούμε το ρόλο που μας δόθηκε αγόγγυστα ή θα τον αντιπαλεύουμε κομματιάζοντας τη ζωή μας, μέρα τη μέρα ως το τέλος αυτής της βόλτας που κανείς ποτέ δεν ζήτησε να κάνει.
Με αυτές τις σκέψεις οι σκάλες του υπογείου τού φάνηκαν διαφορετικές σήμερα.
Σαν να ήταν περισσότερες, πιο στενές.
Λαχάνιαζε και ξεφυσούσε ανεβαίνοντας τα πέντε μικρά σκαλοπάτια που τον χώριζαν από τον έξω κόσμο. Ο αέρας που ξαφνικά γέμισε τους μισοάδειους πνεύμονες του, έφερε ζάλη πρώτου τσιγάρου. Κοντοστάθηκε, έφτιαξε τη γραβάτα και έστριψε στη γωνία του δρόμου. Το βήμα του ήταν βαρύ, αυτόματο, σχεδόν αρχέγονο.
Από την άλλη γωνία κάποιος είχε βγάλει το σκύλο του βόλτα. Γρήγορος βηματισμός, στητό κορμί, το σκυλί ζοριζόταν. Φαινόταν γερασμένο. Κάποτε θα ήταν γεμάτο ζωή μέσα του, κάποτε εκείνο θα έσερνε το στητό ανθρώπινο κορμί που τώρα το τράβαγε βίαια με την αλυσίδα. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.
Ο Στέλιος κοντοστάθηκε και χαμογέλασε. Ίσως να του φάνηκε αλλά ήταν σχεδόν σίγουρος πως κι εκείνο ανταπέδωσε με ένα απότομο τίναγμα των αυτιών.
Έμοιαζαν. Ήταν και οι δύο κουρασμένοι. 
Αυτό αναγνώρισαν ο ένας στον άλλο, αυτό αντάλλαξαν οι ψυχές τους καθώς χαιρετούσαν η μια την άλλη.
Μια αίσθηση παραίτησης ένιωσε να τον κυριεύει.
Οι κάδοι θα ήταν πάντα εκεί, ακόμα και όταν αυτός θα είχε φύγει.
Τι θα συναντούσε σήμερα στους γνωστούς του δρόμους; Ίσως τη μοίρα του, ποιος ξέρει... σκεφτόταν και περπατούσε βαριά στον προορισμό του.
Η μοίρα του όμως δεν ήταν κάτι άγνωστο, δεν θα την συναντούσε ποτέ ξανά για πρώτη φορά. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη ίσως, σκέφτηκε και γέλασε λίγο πικραμένος. Δεν ήταν άφαντη η μοίρα στο Στέλιο, ήταν φίλη και μάλιστα στενή. Του είχε δείξει τις προθέσεις και τα σχέδιά της γι' αυτόν ξεκάθαρα. Ο Στέλιος δεν αρνήθηκε ποτέ το ρόλο του.
Ποτέ του δεν αγνόησε καθήκον. Πάνω που σκέφτηκε τη μοίρα όμως, μια ανησυχία τον κυρίευσε πρωτόγνωρη. Ποιος θα τον αντικαθιστούσε άραγε, αν μια μέρα έφευγε; Ποιος θα ξεδιάλεγε τα σημαντικά από τα ασήμαντα στους κάδους των ανθρώπων; Ποιος θα τα διαφύλασσε από την παντοτινή λήθη, δίνοντάς τους μια ευκαιρία ακόμα να συνεχίσουν να συντροφεύουν με την ύπαρξή τους τις ζωές των ανθρώπων;
Με αυτές τις σκέψεις και ο πρώτος κάδος βρισκόταν ήδη εμπρός του.
Ήταν ο αρχικός μα και ο τελευταίος. Πάντα ξεκινούσε από εδώ και πάντα κατέληγε εδώ. Ήταν το γούρι του. Από εδώ είχε ξεκινήσει πρώτη φορά την αναζήτησή του. Ένας στιγμιαίο βοριαδάκι ανασήκωσε τη γραβάτα, που πάντα κοιτούσε να είναι φτιαγμένη όπως πρέπει και ξαφνικά συνειδητοποίησε πως η γραβάτα που φορούσε ήταν δώρο της μάνας του. Εκείνη την είχε διαλέξει… στο γαμπριάτικο κουστούμι, εκείνη την είχε διαλέξει. Και το είχε κάνει με περίσσια φροντίδα παρά τις αμφιβολίες της για τη νύφη που είχε επιλέξει ο γιος της. Μια γαλάζια γραβάτα με μπλε βαθιές ρίγες. Δεν ήθελε να δουλεύει φορώντας αυτή τη γραβάτα. Μα πώς είχε κάνει τέτοιο λάθος; Οι γραβάτες της δουλειάς ήταν πάντα πάνω στο ντιβάνι. Πώς δεν κατάλαβε ότι φόρεσε τη γαμπριάτικη και γιατί σήμερα έψαξε μέσα στο ντιβάνι; Κακό σημάδι, σκέφτηκε. Με ένα απότομο τίναγμα του κεφαλιού γύρισε το βλέμμα προς το δρόμο και μπήκε με ταχύτητα στη λεωφόρο που είχε αρχίσει να ξυπνά.
Προβολείς αναβόσβησαν, ένα απότομο φρενάρισμα αυλάκωσε το δρόμο, λίγες υπόκωφες φωνές ακούστηκαν από το απέναντι πάρκο και η γραβάτα του Στέλιου κοκκίνισε.
Ποιος θα φροντίζει τώρα για τις μνήμες μας;

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Θα Λέμε...



Και αν μας πουν ότι πρέπει να μετρήσουμε από το ένα ως το εκατόεμείς θα το κάνουμε ανάποδα.
Και θα βάζουμε και γράμματα μέσα στους αριθμούς
για να μην βαριόμαστε μέσα στα αριθμητικά μυαλά τους.
Και τη μία καρδιά μας, την πρώτη, θα τη βγάλουμε από εκεί που στέκεται, θα τη βουτήξουμε στη θάλασσα και θα την απλώσουμε πάνω στα άπειρα λευκά βράχια.
Θα λέμε ένα ίσον αγάπη και εκατό ίσον αγάπη.
Κι όταν πέφτει η νύχτα θα μετράμε τα αστέρια με γράμματα και εκείνα σαν μικρά πουλιά θα στέκονται δίπλα μας και θα κελαηδούν με αριθμούς ό,τι δεν καταφέραμε με λόγια να ονειρευτούμε.
Και αν μάς πουν ότι πρέπει να πούμε όλα τα γράμματα, εμείς θα τα λέμε ανάποδα.
Το άλφα και το ωμέγα δε θα σημαίνουν αρχή και τέλος μα θα ΄ναι ευκαιρίες για αγάπη.
Και θα ανακατεύουμε όλες τις γλώσσες του κόσμου και μέσα μας θα λάμπουν τα πρόσωπα των ανθρώπων που τις μιλούν, τα εκατομμύρια πρόσωπα, και θα νιώθουμε τα μέρη που δεν έχουμε πάει σα να γεννηθήκαμε παντού.
Δε θα μετράμε πόσα είναι, μόνο θα μιλάμε για αυτά με αριθμούς.
Άπειρα μέρη.
Θα αφουγκραζόμαστε τα ρυάκια που τότε δεν ακούσαμε και ο ήχος του καταρράκτη, όπως θα ‘ρχεται από μακριά, θα μάς μιλάει για τους μεγάλους ποταμούς.
Και θα περπατάμε βήμα-βήμα τις γειτονιές που ποτέ δεν περπατήσαμε, αφού μάς έκαναν να πιστέψουμε ότι ο απογευματινός αέρας σέρνει μαζί του το σκοτάδι.
Θα μετράμε ανάποδα και θα φτάνουμε από το ωμέγα στο άλφα και από το άπειρο στο ένα.
Θα είμαστε όλοι μαζεμένοι σε μια πλατεία, κάπου εκεί στην άκρη της θάλασσας, κερνώντας αγάπη, ενώ οι στεγνές μας καρδιές θα μπουσουλάνε προς τα ανοιγμένα στήθη μας για να ξαναβρούν τη θέση τους.
Θα λέμε Ένα ίσον Αγάπη και Άπειρο ίσον Αγάπη.

Άλφα ίσον Αγάπη και Ωμέγα ίσον Αγάπη.