Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Η Δουλειά Δεν Είναι Ντροπή (3)


ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ
Σε ένα κάθετο δρόμο της 3ης Σεπτεμβρίου, πολύ κοντά στην Ομόνοια, ο Θρασύβουλος μόλις κάθεται σε μια μικρή καφετέρια. Eίναι πρωί Δευτέρας.
Δίπλα του περνάει ένας τοξικομανής, κοντοστέκεται…

Τοξικομανής: Φιλαράκι, μήπως έχεις κανά ψιλό να πάρω ένα εισιτήριο;
Μόλις προχθές βγήκα απ’ τη φυλακή και δεν έχω μία…
Θρασύβουλος: (ψάχνει τις τσέπες του για ψιλά κοιτώντας τον επισκέπτη)
Ρε φίλε, δε με πέτυχες και πριν από λίγο στο σταθμό της Ομόνοιας;
Το έφαγες το σάντουιτς;
Τοξικομανής: Ποιο σάντουιτς;
Θρασύβουλος: Πριν από λίγο, πρέπει να είναι τρία λεπτά, μού ζήτησες ψιλά για σάντουιτς, δε το θυμάσαι;
Τοξικομανής: Ώχ ρε φιλαράκι, συγνώμη, δε θυμάμαι φάτσες, αλλά για να το λες εσύ έτσι θα ’ναι.
Έχεις τίποτα;
Θρασύβουλος: Αφού σού έδωσα πριν.
Τοξικομανής: Ναι, ok… για άλλο σκοπό όμως.
Θρασύβουλος: (πλησιάζει το στόμα του στο αυτί του επισκέπτη)
Αφού κι οι δύο ξέρουμε ότι δε θες ψιλά ούτε για σάντουιτς, ούτε για εισιτήριο.
Τοξικομανής: Και γιατί τα θέλω;
Θρασύβουλος: Θες να παραστήσουμε τους χαζούς;
Τοξικομανής: Να κάτσω;
Θρασύβουλος: Κάτσε, αλλά όχι για πολύ, έχω ραντεβού σε κανά τεταρτάκι.
Τοξικομανής: Γκομενίτσα;
(ο Θρασύβουλος τον κοιτάει χαμογελώντας)
Συγνώμη για το θάρρος κιόλας.
Θρασύβουλος: Ε; Ναι… γκομενίτσα.
Τοξικομανής: Τώρα όμως με δουλεύεις εσύ.
Θρασύβουλος: Γιατί;
Τοξικομανής: Τι γιατί ρ’ αδερφέ;
Θές να πιστέψω πως θα έφερνες εδώ για καφέ γυναίκα;
Θρασύβουλος: Γιατί όχι;
Τοξικομανής: Είναι παντρεμένη;
Θρασύβουλος: Γιατί ρωτάς;
Τοξικομανής: Μόνο αν ήταν παντρεμένη θα την έφερνες εδώ πέρα για καφέ… για το ξεκάρφωμα. 
Θρασύβουλος: Γιατί, τί έχει εδώ;
Τοξικομανής: Το όνομά σου;
Θρασύβουλος: Θρασύβουλος.
Τοξικομανής: Πέτρος... άκου ρε Θρασύβουλε.
Εγώ πρεζάκι είμαι και χρειάζομαι λεφτά για να γίνω, δεν είμαι χαζός.
Ξέρεις πού βρίσκεσαι, έτσι;
Είμαστε Ομόνοια, κι εσύ δε δείχνεις ούτε για πρεζάκι, ούτε για πουτάνα, συγνώμη και πάλι για το θάρρος...
Κι αν τυχόν ήθελες να αγοράσεις φούντα δε θα ’σουν τώρα εδώ, θα ήξερες τα κατατόπια, θα ήσουν μες στα στενάκια, θα την έψαχνες αλλιώς τη δουλειά, με καταλαβαίνεις;  
Θρασύβουλος: Και πώς ξέρεις ότι δεν είμαι αστυνομικός και μού τα λες όλα αυτά;
Τοξικομανής: Ποιός, εσύ; Χα χα χα χα… ρε Θρασύβουλε, έχω πάει τόσες φορές στο τμήμα Ομονοίας, που με ξέρουν και τους ξέρω σα το σώβρακο που φοράω.
Ξέρω όλους τους μπάτσους που κυκλοφορούν από ’δώ ως την πλατεία Αμερικής και την Πλάκα με τους τροχονόμους μέσα.
Δεν είσαι μπάτσος εσύ, δεν έχεις φάτσα μπάτσου.
Θρασύβουλος: Ούτε για αστυνομικός δεν κάνω ε;
Τοξικομανής: Να στο πω αλλιώς.
Θα μπορούσα εγώ να είμαι διευθυντής στην απέναντι τράπεζα;
Θρασύβουλος: Όχι… δε θα μπορούσες.
Τοξικομανής: Ε τι λέμε τότε;
Αν επιτρέπεται, γιατί βρίσκεσαι εδώ;
Θρασύβουλος: Δε σου είπα; Περιμένω γυναίκα.
Τοξικομανής: Στις οχτώ το πρωί;
Θρασύβουλος: Δε μπορεί άλλη ώρα.
Τοξικομανής: (Ο Πέτρος φωνάζει στον τύπο της καφετέριας).
Χα χα χα...Γιαννάκη, ένα μιλκσέικ σοκολάτα, μια μπύρα κι ένα… τί θα πιείς ρε Θρασύβουλε;
Θρασύβουλος: Ένα φραπέ μέτριο.
Τοξικομανής: Κι ένα φραπέ μέτριο για το φίλο μου, όταν είναι έτοιμα φώναξε και θα ’ρθω να τα πάρω εγώ.
Λοιπόν τί λέγαμε, α ναι, σού έλεγα ότι εσύ δεν είσαι εδώ για γκόμενα, πρεζάκι δεν είσαι, πουτάνα δεν είσαι, άρα για κάποιο άλλο λόγο βρίσκεσαι σε αυτή την… πρώτης κατηγορίας καφετέρια.
Θρασύβουλος: Γιατί δε με πιστεύεις;
Τοξικομανής: Μη λέμε πάλι τα ίδια.
Δε σε ξέρω και δε με ξέρεις, αλλά αυτό με τη γκόμενα δεν… αν και όσο σε κοιτάζω, η φάτσα σου κάτι μου θυμίζει… γνωστή φυσιογνωμία.
Θρασύβουλος: Μπα, πού να με ξέρεις, δεν έχω ξανάρθει εδώ.
Τοξικομανής: Ρε συ, ρε Θρασύβουλε, μήπως παρουσιάζεις κανά τηλεπαιχνίδι;
Κάπου σε έχω ξαναδεί εγώ… ρε, μήπως είσαι δημοσιογράφος κι έχεις καμιά κρυφή κάμερα;
Θρασύβουλος: Όχι ρε Πέτρο, δεν παρουσιάζω τηλεπαιχνίδι, ούτε δημοσιογράφος είμαι.
Σου είπα γιατί είμαι εδώ, δε χρειάζεται να με υποψιάζεσαι.
Άλλωστε το είπες κι ο ίδιος, δεν κάνω για μπάτσος, δεν έχω φάτσα κατάλληλη.
Σού κάνω για δημοσιογράφος;
Τοξικομανής: Ξέρω ‘γω μωρέ, είναι περίεργη φάρα αυτοί, πιο άτιμη από τη μπατσική, αυτοί ξεπετάγονται εκεί που δε τους περιμένεις και μπορούν να παραστήσουν τον οποιονδήποτε, ακόμα και το μπάτσο …
(Γελάνε κι οι δύο)
Τοξικομανής: Πες μου τώρα, γιατί είσαι εδώ;
Θρασύβουλος: Δε το βάζεις κάτω ε;
Τοξικομανής: Αν το είχα βάλει κάτω, τί λές, θα ’μουν εδώ τώρα;
Θρασύβουλος: Δε θα ‘σουν ε;
Τοξικομανής: Εμ, δε θα ‘μουν.
Θα ήμουν κάπου θαμμένος, όχι ότι τώρα δηλαδή δεν είμαι, αλλά τουλάχιστον το παλεύω, γιατί είμαι ακόμα ζωντανός και όταν τα καταφέρνω ξεθάβομαι κιόλας, πετάω το χώμα από πάνω μου και προχωράω.
Εμείς φίλε μου παίζουμε κάθε μέρα με το θάνατο, ακούμε για το θάνατο, ζούμε μαζί του, ξέρουμε τη φάτσα του καλά.
Μη σου μαυρίζω την ψυχή όμως ρε Θρασύβουλε.   
Κοίτα τί ωραία μέρα έχει, ωραίος ήλιος ρε φίλε, ωραία μέρα για κέρασμα…
(Γελάνε κι οι δύο)
Θρασύβουλος: Φράγκο ε;
Τοξικομανής: Αν είχα θα σου ζητούσα; Θα σου έδινα κιόλας.
Θα μου πεις λοιπόν;
Θρασύβουλος: Τι θέλω εδώ ε; Περίεργη ιστορία.
Τοξικομανής: Μόνο περίεργες ιστορίες ξέρω να ακούω. Πες μου.
Θρασύβουλος: Είναι η πρώτη μου μέρα στη δουλειά κι ήρθα να πιώ ένα καφέ πριν ξεκινήσω.
Τοξικομανής: Δουλειά εδώ; Πού; Εδώ δεν υπάρχει τίποτα.
Κάτσε λίγο…
(ο Πέτρος πετάγεται μέχρι μέσα και φέρνει ό,τι είχαν παραγγείλει)
Για πες.
Θρασύβουλος: Εδώ στον παρακάτω δρόμο.
Τοξικομανής: Στον παρακάτω δρόμο;
Μα, για κάτσε λίγο, υπάρχει μαγαζί στον παρακάτω δρόμο;
Ένα τσοντάδικο υπήρχε, αλλά έχει κλείσει εδώ και πολλά χρόνια καθότι έπεσε θύμα του internet.
Θρασύβουλος: Υπάρχει, υπάρχει.
Είναι ένα πολυκατάστημα διαφόρων ειδών… ας πούμε… καθημερινής χρήσης.
Τοξικομανής: Πολυκατάστημα εδώ πέρα;
Όχι ρε φίλε, όχι, κάποιο λάθος κάνεις. Τι πουλάει δηλαδή;
Θρασύβουλος: (με πολύ σοβαρό ύφος)
Εεεεε… προϊόντα που βοηθούν τους ανθρώπους να χαρούν τη ζωή και να εμβαθύνουν στο αίσθημα ελευθερίας.
(ο Πέτρος έχει κάτσει στην καρέκλα προς τα πίσω και κοιτάει τον Θρασύβουλο με ορθάνοιχτα τα μάτια. Το βλέμμα του είναι βλέμμα απορίας)
Τοξικομανής: Πώς το πες αυτό το τελευταίο;
Να εμβαθύνουν στην ελευθερία;     
Θρασύβουλος: Στο αίσθημα ελευθερίας.
Τοξικομανής: Στο αίσθημα ε;
Θρασύβουλος: Ναι. Ποιος είναι ας πούμε ο χώρος που μπορεί κάθε άνθρωπος να νιώσει ελεύθερος;
Τοξικομανής: Πού να ξέρω ρε Θρασύβουλε!
Θρασύβουλος: Το κρεβάτι φίλε μου, το κρεβάτι.
Τοξικομανής: Αααα, κατάλαβα… θα δουλέψεις σε μαγαζί με μαξιλάρια, σεντόνια, στρώματα και τέτοια πράγματα.
Όντως, ο ύπνος μπορεί να είναι και απελευθερωτικός, έχω φίλους που έχουν φοβερά προβλήματα αϋπνίας.
Ξέρεις πόσες φορές έχω παρακαλέσει να κοιμηθώ ρε παιδί μου, να κοιμηθώ, για να ξεχάσω την κατάστασή μου, ή για να μην πονάω;
Θρασύβουλος:  Όχι ρε ΄συ, δεν κατάλαβες και δεν ξέρω και πώς να στο εξηγήσω…
Τοξικομανής: Τόσο δύσκολο είναι; Πες μου και θα καταλάβω εγώ.
Θρασύβουλος: Θα σου πω την προμετωπίδα του καταστήματος.
Τοξικομανής: Για λέγε.
Θρασύβουλος: " Είδη Σεξουαλικής Αρωγής Και Υποβοήθησης".
Τοξικομανής: (τον κοιτάει με έκπληξη)
Μάλιστα, τώρα κατάλαβα…. ρε ΄συ δονητές θα πουλάς;
Θρασύβουλος: Και δονητές και όλα τα προϊόντα που βοηθούν τους συνανθρώπους μας να αισθανθούν περισσότερο ελεύθεροι, δημιουργικοί, να βλέπουν τον εαυτό τους και τους άλλους περισσότερο ερωτικά…
Τοξικομανής: Με κοροϊδεύεις;
Εσύ σε λιγάκι θα μου πεις πως θα κάνεις και λειτούργημα!
Θρασύβουλος: Μη το γελάς καθόλου!
Ξέρεις πόσοι άνθρωποι δε μπορούν να χαρούν την ερωτική τους ζωή;
Άγχος, κούραση, διατροφή, όλα αυτά, ο σύγχρονος τρόπος ζωής επηρεάζει τη σεξουαλικότητά μας και δεν αφήνει τον ερωτισμό μας να αναπτυχθεί όπως πραγματικά μάς αξίζει.
Τοξικομανής: Τι λες ρε παιδί μου!
Θρασύβουλος: Μην ειρωνεύεσαι καθόλου.
Τοξικομανής:  Μα τι μού λες τώρα;
Ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται αυτή τη στιγμή για την ερωτική του ζωή;
Θρασύβουλος: Γιατί όχι;
Τοξικομανής: Εδώ δεν έχει να φάει, κόβει-ράβει και πάλι δε βγαίνει.
Μπορεί αυτός ο κόσμος να έχει ερωτική διάθεση;
Χα χα χα, έχεις πλάκα τελικά…
Θρασύβουλος: Και βέβαια μπορεί αν καταλάβει πως το κρεβάτι είναι χώρος ελευθερίας.
Εκεί βρίσκεσαι για να τα ξεχάσεις όλα, να πηδήξεις μέχρι και τα άγχη σου που λέει ο λόγος ή ακόμα και να σε πηδήξουν εκείνα, αλλά αλλιώς, διαφορετικά.
Σε πηδάει η κυβέρνηση; Την πηδάς κι εσύ.
Σε πηδάει ο Μπάτσος; Τον πηδάς κι εσύ.
Σε πηδάει το αφεντικό; Του ρίχνεις κι εσύ έναν.
Το σεξ φίλε Πέτρο δεν είναι διαδικασία διεκπεραίωσης, είναι η ύψιστη πηγή ηδονής και μπορεί, αν συνδυαστεί σωστά με τα προβλήματά που απασχολούν τον καθένα από εμάς, να καταλήξει σε μια ψυχοθεραπεία σεξουαλικών συνεδριών τεράστιας αποφόρτισης.
Πάνω στο κρεβάτι, κάτω από αυτό, πάνω στον πάγκο, στο νεροχύτη, στο πάτωμα, παντού και πάντα, το σεξ κινούσε, κινεί και θα κινεί τα νήματα της ιστορίας.
Δεν είναι τόσο απλό όσο νομίζουμε…
Τοξικομανής: (σχεδόν εκστασιασμένος) Τι λες ρε φίλε;
Έχω μείνει μαλάκας.
Ποτέ δε τα ΄χα σκεφτεί όλα αυτά, ποτέ.
Θρασύβουλος: Σάμπως τα ΄χα σκεφτεί εγώ;
Τί να κάνεις όμως... ανάγκα κι οι θεοί πείθονται.
Τοξικομανής: Δηλαδή;
Θρασύβουλος: Ε τί δηλαδή; Νόμιζες πως πίστευα αυτές τις παπαριές που σού ‘λεγα;
Τοξικομανής: Όχι;
Θρασύβουλος: Όχι ρε Πέτρο. Πρόβα έκανα.
Τοξικομανής: Πρόβα;
Θρασύβουλος: Πρόβα, πρόβα.
Δεν πρέπει να ξέρω τι θα λέω σε αυτούς που θα ΄ρχονται εκεί μέσα;
Πώς θα τους πείθω να παίρνουν και το κάτι παραπάνω;
Τοξικομανής: Τι λες ρε φίλε! Εμένα πάντως μ΄ έπεισες.
Αφού προς στιγμήν σκέφτηκα πως το πρόβλημα στη ζωή μου δεν είναι η πρέζα, αλλά η έλλειψη σεξ.
Μπράβο ρε ΄συ, το ΄χεις το θέμα, μπράβο, μπράβο.
Θρασύβουλος: Άνεργος είμαι αδερφέ, όχι ηλίθιος.
Και χρωστάω κι ένα κάρο νοίκια συν τα κοινόχρηστα.
Και κωλοτούμπες θα έκανα για αυτά, και κωλοτούμπες...
Τοξικομανής: Εμένα μου λες;
Θρασύβουλος: Κάθισα, το σκέφτηκα το πράμα και είπα.
"Μαλάκα, δε σε παίρνει.
Ή θα κάνεις αυτό που σου λένε ή αλλιώς βρες μόνος σου τη λύση".
Και πού να βρω τη λύση;
Εκεί που ήμουν δεν θα με ξανάπαιρναν, αποκλείεται, αλλού δεν έβρισκα τίποτα, οπότε η μόνη δυνατή λύση ήταν αυτή.
Και μού την πρόσφεραν στο πιάτο κιόλας, δεν έτρεξα καθόλου.
Τοξικομανής: Ποιος;
Θρασύβουλος: Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού.
Με παίρνει μια μέρα τηλέφωνο και μού λέει:
"Άκου Θρασύβουλε, ανοίγω μαγαζί σε λίγο καιρό, αλλά δε μπορώ να το δουλέψω εγώ,
δεν μπορώ να φανώ ως ιδιοκτήτης ενός τέτοιου μαγαζιού… καταλαβαίνεις.
Θα το δουλέψεις εσύ, που έχεις και πτυχίο Ψυχολογίας,
είσαι και μορφωμένος κι έτσι θα ξεπληρώσετε και τα νοίκια και τα κοινόχρηστα". 
Ο Τάκης μού είπε να μην κάνω καμιά μαλακία και δε δεχτώ.
Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και τελικά δέχτηκα.
Δε με ΄παιρνε και για κάτι άλλο.
Τοξικομανής: Μάλιστα. Κι έτσι βρέθηκες στα μέρη μας…
Θρασύβουλος: Ναι, φίλε, έτσι.
Τοξικομανής: Μια ερώτηση. Ποιος είναι ο Τάκης;
Θρασύβουλος: Με τον Τάκη συγκατοικούμε, κολλητοί χρόνια, από τότε που με θυμάμαι είμαστε φίλοι. Εκείνος εντάξει, δουλεύει, κάτι κάνει, δεν έπρεπε κι εγώ να βοηθήσω;
Εντάξει, δεν είναι και η καλύτερη δουλειά, αλλά κάτι είναι.
Και μου ΄πε κιόλας ότι αν τα πάω καλά θα με κρατήσει και με μισθό.
Τοξικομανής: Μη το σκέφτεσαι καν, το ΄χεις σού λέω...
πείθεις, πείθεις.
Άσε που μπορεί να έχεις και τα τυχερά σου.
Θρασύβουλος: Αυτό μού το είπε κι ο Τάκης.
Τόσες γκόμενες θα μπαίνουν εκεί μέσα, είναι και το μέρος τέτοιο…
Τοξικομανής: Μη το συζητάς… είσαι πολύ τυχερός.
Και να σου πω και κάτι;
Τί παραπάνω δηλαδή κάνει ένας χαρτογιακάς πάνω από έναν υπολογιστή; Τα γούστα του κάθε παπάρα δεν πρέπει να κάνει;
Και σε μαγαζί με ρούχα να δούλευες, πάλι τον καραγκιόζη δε θα ΄πρεπε να κάνεις;
Κι εγώ τον καραγκιόζη δεν κάνω για να βρω κανά ψιλό;
Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε φίλε Θρασύβουλε.
Για αυτό σου λέω, μια χαρά είσαι αδερφέ, μια χαρά.
Αν είχα εγώ αυτή τη δουλειά θα πετούσα από τη χαρά μου τώρα κι εσύ το σκέφτεσαι; Ούτε καν.
Προχώρα και μη σε απασχολεί τίποτα.
Θα έρχομαι κι εγώ να σε βλέπω, θα σου φέρνω και πελάτες αν μπορώ.
(ο Πέτρος σηκώνεται από την καρέκλα) Γιαννάκηηηη… θα πληρώσει εδώ, ο φίλος μου.
(δίνει το χέρι του στον Θρασύβουλο) Λοιπόν, χάρηκα, θα τα λέμε, άλλωστε εγώ όλο ΄δω τριγυρνάω…γεια χαρά.
Θρασύβουλος: Γειά...

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Η Δουλειά Δεν Είναι Ντροπή (2)


Στο πατρικό του Θρασύβουλου
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
(η εξώπορτα ανοίγει και μπαίνει μέσα ο πατέρας του Θρασύβουλου) Πατέρας: Γύρισα.
Μάνα: Το βλέπω.
Πατέρας: Έχει τίποτα να φάω;

Μάνα: Έχει γεμιστά από χθες στο ψυγείο. 

Ζέστανέ τα και φάε.
Πατέρας: Τα προτιμώ κρύα.
Μάνα: Φάτα όπως θες.
Πατέρας: Πάλι δε μαγείρεψες;
Μάνα: Πάλι τα ίδια θα λέμε;
Πατέρας: Δηλαδή πόσοι πρέπει να 'μαστε για να φάω ένα πιάτο φρέσκο 
φαΐ εδώ μέσα, πενήντα νοματαίοι;
Μάνα: Ξεφορτώσου με, χθες τα έφτιαξα.

Θες να τα ζεστάνεις και να φας, ζέστανέ τα και φάε, αλλιώς,
μη μου πρήζεις τα συκώτια.
Πατέρας: Τόσα χρόνια μαζί ρε γαμώτο κι ακόμα δεν έμαθες τις συνήθειές μου;
Μάνα: Έπρεπε ε;
Πατέρας: Mα μού κάνει εντύπωση που δε με έμαθες ποτέ!

Από παιδιά μαζί, από παιδιά... νισάφι.
Μάνα: Αυτό λέω κι εγώ. Νισάφι πια με τα παράπονα, μια ζωή παράπονα…
Πατέρας: Παράπονα ε;
Μάνα: Mα θα κάνουμε κουβέντα για το φαΐ χριστιανέ μου;
Πατέρας: Δεν είναι το 
φαΐ το θέμα… ποτέ δεν προσπάθησες να με μάθεις, να με καταλάβεις.

Από τότε μάλιστα που έφυγε ο γιόκας σου κόψαμε και το φαΐ εδώ μέσα.
Μάνα: To Θράσο να τον αφήσεις ήσυχο.
Πατέρας: Ναι μωρέ, μην πειράξουμε το... παιδί, μάς ζάλισες με το καμάρι σου.
Μάνα: Και βέβαια είναι το καμάρι μου, ποιό να είναι το καμάρι μου, εσύ;
Πατέρας: Πήρε κανά τηλέφωνο;
Μάνα: Και τί σε ενδιαφέρει εσένα;
Πατέρας: Πήρε ρε παιδί μου;
Μάνα: Έχουμε να μιλήσουμε δύο μήνες περίπου.
Πατέρας: Α, για αυτό είσαι έτσι εσύ… ούτε πέρασε απο 'δω καθόλου.
Μάνα: Αν ερχόταν θα το ήξερες.
Πατέρας: Ώστε ούτε τηλέφωνο πήρε, ούτε πέρασε.

Μάλιστα… έτσι εξηγείται το πράμα.
Μάνα: Τι ψιθυρίζεις εκεί πέρα, δε μου λες κι εμένα;

Μήπως ξανάχασες τίποτα λεφτά στον ιππόδρομο;
Πατέρας: Στον ιππόδρομο ε… καλά, καλά.
Μάνα: Λέγε χριστιανέ μου, μίλα, τί συμβαίνει;
Πατέρας: Για το καμάρι σου... ακούγονται περίεργα πράγματα.
Μάνα: Για το παιδί το δικό μου; Για το Θράσο μου;
Πατέρας: Ναι, για το παιδί το δικό σου, για το  Θράσο σου.  
Μάνα: Τι ακούγεται δηλαδή;
Πατέρας: Τί να σου λέω τώρα.
Μάνα: Θα μιλήσεις ή θα με σκάσεις;
Πατέρας: Ε να... είχα πάει στο καφενείο, και ο Τάκης, ξέρεις, αυτός που είναι επίτροπος στην εκκλησία και τον βοηθάω καμιά φορά…
Μάνα: Ναι…
Πατέρας: Με το πού με βλέπει να μπαίνω, πετάγεται απ΄ την καρέκλα, μού κάνει νόημα, με αρπάζει από το μανίκι και με σπρώχνει στη γωνία.
Μάνα: Και τί ήθελε;
Πατέρας: Είχε ένα φάκελο στα χέρια του, έναν φάκελο σαν αυτούς που στέλνουμε τα γράμματα... 
Μάνα: Ε και;
Πατέρας: Μέσα είχε μια φωτογραφία του γιού σου.
Μάνα: Ήταν ο Θράσος μέσα στο φάκελο;
Πατέρας: Ναι, ήταν. Και διαφήμιζε…
(τον διακόπτει)

Μάνα: Και που ΄ναι το πρόβλημα;
Δε λες πάλι καλά που βρήκε δουλειά μετά τα τελευταία;
Τι κάνεις έτσι και με κοψοχόλιασες! Aνάποδε άνθρωπε...
Πατέρας: Τι κάνω έτσι ε;

Και τί σόι δουλειά είναι αυτή που την κάνει κάποιος γυμνός;
Μάνα: Γυμνός;

Πατέρας: Όπως ακριβώς τον γέννησες.
Μάνα: Για δώσε μου το φάκελο να τον δω!

Πατέρας: Τον πέταξα. Λες να κουβαλούσα τη ντροπή μέσα στο σπίτι μου;
Μάνα: Μα τι λες μωρέ; 

Λίγες γυμνές βλέπουμε κάθε μέρα στην τηλεόραση;
Καλοκαίρι είναι… μπορεί να ΄χει πιάσει το παιδί δουλειά σε εταιρεία με αντηλιακά.
Πατέρας: Αντηλιακά ε;
Μάνα: Έχεις το φάκελο;
 
Πατέρας: Σου είπα όχι.
Μάνα: Ε τότε τι κάθεσαι και μου τσαμπουνάς;
(μικρή παύση)
Πατέρας: Δεν ήταν μόνο γυμνός.
Μάνα: Αλλά; Θα μιλήσεις άνθρωπέ μου;

Πατέρας: Τί να σου πω μωρέ, τί να σου πω; Ντρέπομαι πολύ, δεν ξέρω πώς να το πω, δεν ξέρω πώς να κυκλοφορήσω από εδώ και πέρα στο καφενείο, στην εκκλησία… δεν ξέρω.
Μάνα: Το χαβά σου εσύ. Μήπως έχει μπλέξει κάπου το παιδί;
Πατέρας: Εμείς έχουμε μπλέξει με το μαλακισμένο, αυτός μια χαρά είναι.
Μάνα: Σου έχω πει χίλιες φορές να μη βρίζεις εδώ μέσα,

δεν είναι καφενές εδώ, ούτε προπoτζίδικο. 
Μάλλιασε η γλώσσα μου πια...  
Θα μιλήσεις τώρα ή θα πάρω τηλέφωνο τον κύριο Τάκη για να μάθω; 
Πατέρας: Τον ένιωσες τον σεισμό χθες βράδυ;
Μάνα: Πας καλά άνθρωπέ μου;
 
Πατέρας: Πες μου, τον ένιωσες; Δονήθηκες;
Μάνα: Αν δονήθηκα;

Πατέρας: Ναι, ναι, δονήθηκες καθόλου;
Μάνα: Δεν κατάλαβα τίποτα… έπαθε τίποτα το παιδί και δε μου το λές;
 
Πατέρας: Καλά, ούτε το σεισμό δεν κατάλαβες;
Μάνα: Απάντησε σε αυτό που σε ρωτάνε.

Πατέρας: Αν έπαθε κάτι ο γιόκας σου;
Μάνα: Και σταμάτα με αυτό το "ο γιόκας σου κι ο ο γιόκας σου".

Μόνη μου τον έκανα;
Πατέρας: Μόνη σου δεν τον έκανες, αλλά αναρωτιέμαι μερικές φορές αν πήρε κάτι από μένα.
Μάνα: Πάλι καλά δε λές;

Το παιδί είναι χαρούμενος άνθρωπος βρε, δεν είναι σαν εσένα μουρτζούφλης και ανάποδος, έχει το ταμπεραμέντο της μάνας του.
Πατέρας: Το ποιο; Το ταπεραμέντο;

Χα χα χα, πού το βρήκες το ταπεραμέντο κυρά μου;
Στο χωριό σου στην Άρτα, που απ΄ τη χαζομάρα καβαλάτε το γαϊδούρι ανάποδα;
Χα χα χα… κι είμαι εγώ ανάποδος ε;
Δηλαδή τί σου κάνω, τί σου έκανα τόσα χρόνια, τί σάς έκανα, τί σας έλειψε, κακοπεράσατε μαζί μου;
Μάνα: Ρωτάς τί μας έκανες; Μας έψησες το ψάρι στα χείλη, θεού πρόσωπο δεν είδαμε εδώ μέσα!
Πατέρας: Όχι, θα σάς άφηνα να κάνετε ό,τι γουστάρετε. 

Στο σπίτι πρέπει να υπάρχει τάξη… βλέπεις στα μέρη μου είχαμε μάθει να δουλεύουμε από μικροί, δεν ήμασταν από τζάκι όπως εσείς στην Άρτα.
Άκου λέει έχει ταπεραμέντο η κυρία Ντίνα! Χα χα χα χα…
Τι ήθελες δηλαδή, να σάς αφήσω να αλωνίζετε;
Μάνα: Όχι μεγάλε αφέντη, μόνο εσύ έπρεπε να κάνεις ό,τι γουστάρεις.

Εμείς οι υπόλοιποι έπρεπε να ακολουθούμε τις εντολές σου.
Πατέρας: Πάντα στο έλεγα και δε το κατάλαβες ποτέ.

Ο αρχηγός στο σπίτι είναι ένας κι όταν μιλάει πρέπει όλοι να τον ακούνε.
Δεν ήρθα εγώ στην Αθήνα για ντόλτσε βίτα ούτε για να μου λέει η γυναίκα μου κι ένα παιδαρέλι τί να κάνω.
Ήρθα για δουλειά, κι ό,τι κατάφερα να φτιάξω το έφτιαξα μόνος μου χωρίς καμία βοήθεια από πουθενά κι από κανέναν.
Νομίζεις πως εγώ δεν ήξερα να περνάω καλά;
Μάνα: Εσύ; Ναι, βέβαια, ήξερες. Πού σε χάναμε πού σε βρίσκαμε, στα κλαρίνα.

Ένα σινεμά, ένα θέατρο, μια εκδρομή δεν αξιώθηκες να πας!
Πατέρας: Και σε ΄νοιαξε για μένα.. Πήγες εσύ; Το φχαριστήθηκες;
Μάνα: Πώς να πάω μωρέ, πώς να πάω; Όλα με το σταγονόμετρο τα είχαμε εδώ μέσα. 

Μισό κιλό φέτα ακριβώς, πέντε, όχι έξι μπριζόλες, μην πας από ‘δω, μην ξοδέψεις από ΄κει, πώς να πάω, πού να πάω; Στα βουνά έπρεπε να πάω με ΄σένα που παντρεύτηκα… στα βουνά.
Πατέρας: Δεν ήξερα να ξοδεύω τα λεφτά μου όπου να ΄ναι.
Μάνα: "Όπου να ΄ναι" είναι η οικογένειά σου;
Πατέρας: Μα δεν είχατε μέτρο εσείς εδώ μέσα.

Εσάς, σάς έδιναν πέντε και ζητούσατε δέκα.
Έβαλες ποτέ κάτι στην άκρη; 
Συνέχεια στο "ζήτα" ήσουνα, κι έτσι έμαθε κι ο κανακάρης σου.
Σπάταλος μια ζωή, τίποτα δεν κατάλαβε από λεφτά, πλησιάζει τα σαρανταπέντε κι ακόμα τον κανακεύει η μάνα του... άει στο διάολο, σάς βαρέθηκα εδώ μέσα.
Μάνα: Μη βρίζεις σου είπα.

Δε μπορείς να μιλάς σαν άνθρωπος;
Πατέρας: Ρε άσε με απο ΄δω χάμω με τις μαλακίες σας.

Δέκα χρόνια μόνος του κι ακόμα ζητάει δανεικά απ' τους γονείς του.
Είναι άντρας αυτός; Ε; Σκατά στα μούτρα του είναι. 
Αλλά βλέπεις, δεν ήμουν εγώ σπίτι να τον στρώσω όπως έπρεπε... γιατί εγώ... θα στον έκανα άνθρωπο... εγώ. 
Αυτός, μέχρι και όπλο στον διευθυντή του σήκωσε, ως εκεί έφτασε.
Αν δεν ήξερα και ΄κείνον τον αξιωματικό στην αστυνομία, ξέρεις πού θα βρισκόταν τώρα; Ξέρεις; 
Άκου εκεί να σηκώσει όπλο στο αφεντικό του.
Ξέρεις πώς λέγεται αυτό, ξέρεις; Αχαριστία λέγεται.
Πήρε το τιμημένο όπλο των προγόνων του, αυτό που του εμπιστεύτηκα, αυτό που σκότωνε κάποτε Τούρκους και Βούλγαρους σαν τα μυρμήγκια, και τί έκανε;
Το έστρεψε πάνω στους εργοδότες του. 
Ρε, αν δεν είχαν αυτοί λεφτά θα έτρωγες εσύ; 
Ακόμα δε βγήκε από το αυγό και μού 'μαθε απεργίες, συνάδελφοι και αρχίδια. 
Ρε, έχεις δει τί γίνεται έξω;
Εδώ χτυπάει η ανεργία κόκκινο, κάθε μέρα τα λέει η τηλεόραση, κι εσύ μού κάνεις το μάγκα;
Τον έστειλα και στο πανεπιστήμιο να σπουδάσει!
Και πλήρωνα και φροντιστήρια ο μαλάκας. Για να κάνει τί;
Να σηκώσει όπλο στο διευθυντή του.
Λες και χρειάζεται πτυχίο για να κάνεις τέτοια μαλακία!
Και μετά να κάθομαι να γλείφω ολόκληρο αξιωματικό της αστυνομίας για να τη γλιτώσει.
Και να ΄χουν μαζευτεί και τα κανάλια έξω απ΄το σπίτι μου.
Έλα εδώ ρε, είσαι άντρας ή δεν είσαι; 
Να πας φυλακή ρε, να δεις πώς είναι.
Μάθαμε όλοι και σηκώνουμε ένα όπλο.
Να πας φυλακή και να δεις εκεί πόσα απίδια πιάνει ο σάκος.
Να πας μέσα αν είσαι μάγκας. 
Αλλά πούουου... άφησε η μανούλα του να κακοπάθει το παιδάκι της;
Μου έφαγες τα έντερα, μού τα ξεκόλλησες.
Εγώ ρε δεν είχα παρακαλέσει κανέναν και για τίποτα.
Ό,τι κατάφερα, το κατάφερα μόνος μου. 
Πότε θα αναλάβει τις ευθύνες του κι αυτός;
Πήγε και μού 'μεινε και με το άλλο το καλόπαιδο... τον Τάκη.
Ξέρεις τί λένε στη γειτονιά; Έχεις ακούσει πώς τους λένε;
Μάνα: Δε με ενδιαφέρει.
Πατέρας: Το "ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής" τούς λένε. 

Μάς ζάλισες τόσα χρόνια με το "παιδάκι μου και το παιδάκι μου". 
Πόσα χρόνια έχει να μάς φέρει κάποια, μήπως θυμάσαι;
Μάνα: Καλά, τί άνθρωπος είσαι εσύ;

Λες το γιό σου αδερφή; Δε ντρέπεσαι καθόλου; 
Πατέρας: Γιατί δεν απαντάς σε αυτό που σε ρωτάω; Πόσα χρόνια;
Μάνα: Αλλά τώρα θα σε μάθω; Δε σε ξέρω τόσα χρόνια;

Ανάποδος άνθρωπος, ανάποδος και κακός, μέχρι το μεδούλι κακός.
Αυτό δεν άντεξε και το κορίτσι μας, για αυτό και έφυγε.
Πατέρας: Ναι, ναι, εγώ φταίω και για αυτό.

Το κορίτσι σου δεν άντεχε να μη γυρνάει στις εφτά το πρωί, μόνο αυτό δεν άντεχε. Να τρώει και να πίνει τσάμπα, μια χαρά άντεχε.
Μάνα: Είσαι εσύ πατέρας μωρέ;

Εσύ νόμιζες πως τα παιδιά σου είναι πρόβατα, η γυναίκα σου ο σκύλος που τα φυλάει κι εσύ ο βοσκός που δίνει εντολές.
Εσύ δεν ήσουν για οικογένεια, για το στρατό έκανες!
Πατέρας: Για παντού θα έκανα εγώ.

Όλα τα καταφέρνεις αν είσαι ικανός, παντού σε θέλουνε.
Και νομίζεις ότι ο στρατός είναι καμιά εύκολη υπόθεση; 
Αλλά πού να ξέρεις εσύ; 
Εσείς οι γυναίκες μιλάτε εκ του ασφαλούς. 
Για ρώτα κι εμένα να σου πω.
Μάνα: Χίλιες φορές τα έχω ακούσει, έχω σκυλοβαρεθεί πια με τις ιστορίες απ' το στρατό.

Τίποτα πιό σπουδαίο δεν κάνετε εσείς οι άντρες στη ζωή σας;
Πατέρας: Οι άντρες όχι, κάτι μοδιστρούλες σα το γιόκα σου, που είναι όλο έξω και παριστάνουν και το φαντάρο, κάτι τέτοιες μοδιστρούλες μόνο δεν έχουν να πουν ιστορίες απ΄ το στρατό.

Τί να πούν, ότι έμεναν πέντε φορές την εβδομάδα σπίτι τους ή ότι η μαμάκα τούς είχε έτοιμο το φαγητό μήπως και ο γιόκας τους κακοπάθει; Α ρε Έβρος που τούς χρειάζεται.
Μάνα: Τελείωσες;
Πατέρας: Ας πούμε ναι... αλλά για να δεις ότι είμαι εντάξει σού έχω μια έκλπηξη.
Μάνα: Εσύ έκπληξη;
Πατέρας: Ναι, είναι περίεργο, το ξέρω, αλλά... 

(βγάζει ένα φάκελο από το μπουφάν του)
Πάρ' τον. Πάω να κοιμηθώ.
Μάνα: Τί είναι αυτό;
Πατέρας: Τα κατορθώματα του γιόκα σου.

Φαντάζομαι ότι θα θες να τα δεις.
Τα λέμε το πρωί.
Καληνύχτα κυρά Ντίνα με το ταπεραμέντο σου... χα χα χα
(εκείνη μένει με το φάκελο στα χέρια)

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Η Δουλειά Δεν Είναι Ντροπή (1)


Σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, δύο φίλοι, ο Τάκης (ενεργός) και ο Θρασύβουλος (άνεργος), συζητούν.
Από τα μεγάφωνα ακούγεται το Last Caress των Misfits.


ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ


(Ο Τάκης πλένει τα πιάτα)
Τάκης: Ρε μαλάκα χαμήλωσε το και σήκωσε το τηλέφωνο, δε το ακούς το γαμημένο;
(Ο Θρασύβουλος καθισμένος στον καναπέ απολαμβάνει τον καφέ του) 
Θρασύβουλος: Τί είπες;
Τάκης: Χαμήλωσε το μπουρδέλο σου λέω και σήκωσε το τηλέφωνο.
(Ο Θρασύβουλος χαμηλώνει την ένταση του στερεοφωνικού)
Θρασύβουλος: Ποτέ δε σου άρεσαν οι Misfits, όλο χαμήλωσε και χαμήλωσε είσαι… (με βλέμμα απορίας) ρε ‘συ, χτυπάει το τηλέφωνο;
Τάκης: Τί σου λέω τόση ώρα;
Θρασύβουλος: Τί μου λές;
Τάκης: Ότι χτυπάει το τηλέφωνο.
Θρασύβουλος: Έχω δουλειά τώρα, σήκωσέ το.
Τάκης: Τί δουλειά έχεις;
Θρασύβουλος: Απολαμβάνω το τελευταίο καφεδάκι της ημέρας, σήκωσέ το λέμε… (με νεύρα) ε ρε πούστη μου.
Τάκης: Γαμώ τα ρεπό μου, γαμώ... (εκνευρισμένος) παρακαλώ; 
(γλυκαίνει τη φωνή του) Ναι μάλιστα, τί κάνετε κύριε Γεωργίου... αλήθεια είναι… το καθυστερήσαμε λίγο, αλλά θα τα πάρετε τα λεφτά σας, μην ανησυχείτε, έχουμε κάποιες δυσκολίες, λίγη υπομονή χρειάζεται.
Το ξέρω, το ξέρω πως τα ίδια σας έλεγα και τον προηγούμενο μήνα… όχι, όχι πριν δύο μήνες δεν σας τα έλεγα εγώ, ο Θρασύβουλος ήταν που...
Μα δε σας κοροϊδεύω, απλά για την ιστορία το είπα, αφού δεν ήμουν εγώ, πώς να πω ότι…
Ναι, έχετε δίκιο, δεν έχει σημασία αν το λέω εγώ ή κάποιος άλλος, σημασία έχουν τα νοίκια.
Ξέρω, ξέρω, είναι δύσκολα, σας καταλαβαίνω απόλυτα.
Έτσι είναι αυτά, έχει βάσανα μια πολυκατοικία… ειδικά αν είσαι ο ιδιοκτήτης της, έχετε δίκιο, απόλυτο δίκιο.
Δε θα ήθελα να ήμουν στη θέση σας.
Μάλιστα, μάλιστα, το συντομότερο δυνατό.
Είναι και τα κοινόχρηστα... τέσσερα και αυτά ε;
Τα είχαμε ξεχάσει αυτά τα γαμ… δηλαδή... παραλίγο να μού ξεφύγει, θέλω να πω, μα πώς μου ήρθε αυτό στο μυαλό τώρα...
ο γαμ... ο γάμος της κορούλας σας πότε με το καλό;
Ξέρετε πόσο αγαπάμε την κορ..., α, μάλιστα, δεν ξέρετε ακόμα.
(παύση)
Μάλιστα, μάλιστα, το συντομότερο δυνατό κι αυτός.
Καληνύχτα σας και να μην ανησυ... (ο ιδιοκτήτης κλείνει το τηλέφωνο απότομα) χείτε.
Θρασύβουλος: Τι έγινε ρε, ποιος ήταν;
 

Τάκης: Ποιός να ήταν, δεν κατάλαβες; Ο ιδιοκτήτης.
Θρασύβουλος: Τι ήθελε κι αυτός τώρα;

Τάκης: Του χρωστάμε τέσσερα νοίκια.
Θρασύβουλος: Πω πω ρε μ΄ ένα μαλάκα που μπλέξαμε!

Μας κατσικώθηκε στο κεφάλι ο κολόβλαχος.
Τόσα ακίνητα έχει, στρέμματα στο χωριό, τρεις πολυκατοικίες εδώ πέρα, από μάς ψάχνει να ζήσει; 
Τάκης: Χρωστάμε και τέσσερα κοινόχρηστα.
Παραπονιούνται οι υπόλοιποι.
Θρασύβουλος: Και τί να γίνει τώρα, επίτηδες το κάνουμε;

Λες κι οι υπόλοιποι έχουν… 
Τάκης: Ρε, δεν τον νοιάζουν οι προθέσεις σου ή του από πάνω ή του από κάτω.
Κολόβλαχος, ξεκολόβλαχος, εμείς έχουμε κατσικωθεί στο κεφάλι του, όχι αυτός.
Δικό του είναι  το σπίτι κι αν δεν τον πληρώσουμε θα μας πετάξει έξω.
Θρασύβουλος: Σώπα ρε, και πού θα βρει να το νοικιάσει;

Τάκης: Σιγά το παλάτι. Καταλαβαίνεις τί σου λέω;
Το σπίτι είναι δικό του.
Θρασύβουλος: Εντάξει, και τί θες να κάνω τώρα... αφού δεν υπάρχει φράγκο.

Ψάχνω για δουλειά παντού, δεν κάθομαι.
Τάκης: Πού ψάχνεις;
Θρασύβουλος: Για διευθυντής σε πολυεθνική… 

με κοροϊδεύεις ρε συ, πού να ψάχνω; 
Όπου βρω, ό, τι να ‘ναι.
Τάκης: Κοιτάς και στην εταιρία που ήσουν παλιά;
Θρασύβουλος: (Με έκπληξη) Πού να κοιτάξω;

(τον πιάνουν τα γέλια)
Εκεί δε θέλουν να με δουν ούτε ζωγραφιστό ρε.
Λες να είναι τόσο μαλάκες που να με ξαναπάρουνε;
Τάκης: Δεν έχουν και άδικο οι άνθρωποι.
Θρασύβουλος: Σοβαρά;
(Μικρή Παύση) Δηλαδή έπρεπε να αφήσω τις απολύσεις να περάσουν έτσι; 

(Φωναχτά) Αυτό μου  λες; 
Τάκης: Τι φωνάζεις βρε μαλάκα;
Θρασύβουλος: Φωνάζω γιατί πάντα μού τη βαράει στα νεύρα αυτή η συζήτηση μαζί σου. 

Τάκης: Μόνο εγώ σε εκνευρίζω δηλαδή;
Αφού όλοι τα ίδια σού λέμε.
Θρασύβουλος: Το βλέπεις;

Νάτο το πρόβλημα, νάτο... εσείς θέλετε να λέμε και να κάνουμε όλοι τα ίδια. 
Εσείς ρε, άμα κάποιος κάνει να ξεφύγει λίγο, θέλετε να τον βάλετε στον καναπέ, να τού βουτήξετε το μυαλό σε ένα δελτίο των οκτώ, και πιστεύετε ότι έτσι θα ξανάρθει στα "ίσα" του.
Τάκης: Τί λες ρε μαλάκα... καταπληκτικό!
Μόνος σου το σκέφτηκες αυτό;
Θρασύβουλος: Γνωστή μέθοδος, αλλά δεν πιάνει ούτε σε όλους, ούτε πάντα. Να το ξέρετε αυτό.

Τάκης: Χα χα χα, ποιοί να το ξέρουμε ρε; Πάς καλά; 
(Μικρή Παύση) 
Θρασύβουλος: Και για κάτσε, εσύ δηλαδή τί θα έκανες στη θέση μου;
Εσύ, κι όλοι οι άλλοι δηλαδή!
Τάκης: Πάντως, δε θα πήγαινα με την καραμπίνα του παππού μου να απειλήσω το διευθυντή.
Θρασύβουλος: Αυτήν είχα, με αυτήν πήγα.

Κειμήλιο του πατέρα μου είναι, που του την είχε δώσει ο πατέρας του, που ήταν κειμήλιο του δικού του πατέρα... (Ο Τάκης τον διακόπτει) 
Τάκης: ... που τού την είχε δώσει ο Κολοκοτρώνης στα Δερβενάκια...
Θρασύβουλος: Είδες τι μαλάκας είσαι;

Τάκης: Μα σοβαρά τώρα, κάθεσαι και μου λές ποιός έδωσε το όπλο σε ποιόν;
Αυτό είναι το θέμα;
Θρασύβουλος: Για πες μου εσύ το θέμα.
 

Τάκης: Το θέμα είναι πως αν το δεις από την πλευρά…
Θρασύβουλος: Άστο ρε φίλε άστο, πάλι τα ίδια θα αρχίσεις;

Δε βαρέθηκες ρε πούστη μου;
Άστο, θα σου πω εγώ ποιό είναι το θέμα.
Το σωματείο είναι το θέμα, το συνδικάτο. 
Αφού καθόντουσαν και τον έπαιζαν μια βδομάδα, κάποιος δεν έπρεπε να κάνει κάτι;
Τάκης: Και είπες να αναλάβεις εσύ.
Θρασύβουλος: Κάποιος έπρεπε να ξεκουνήσει.

Τόσο ρε μαλάκα δεν πρέπει να έχει συνεδριάσει ούτε η εκκλησία του δήμου.
Και σιγά το δύσκολο θέμα.
Απολύσανε τους συναδέλφους σας ρε, τί άλλο χρειάζεται για να αποφασίσετε στο λεπτό την απεργία;
Στο λεπτό ρε, στο λεπτό... τί στο λεπτό, στο δευτερόλεπτο.

Τάκης: Όλα εύκολα τα βρίσκεις, για πάρε εσύ την ευθύνη!
Θρασύβουλος: Ποια ευθύνη μωρέ μαλάκα, ποια ευθύνη;

Μη με τσαντίζεις τώρα!
Αν δεν αντιδράσεις όταν απολύουν τον διπλανό σου, πότε θα το κάνεις;
Το ότι πήραν μια εβδομάδα την ευθύνη για να μην κάνουν τίποτα δε σε πειράζει;
Και στο κάτω-κάτω, δεν πήρα το όπλο για να σκοτώσω.
Τάκης: Μα και να ήθελες, πώς θα τα κατάφερνες με αυτή τη μπακατέλα;
Δε γινόταν.
Πιο πιθανό να σκοτωνόσουν εσύ από καμιά εμπλοκή, παρά να έστελνες άλλον. 
Μόνο καταλάθος θα γινόσουν ήρωας.
Και να σου πω! Μήπως θυμάσαι τί έγινε μετά; 
Σε απέλυσαν μαλάκα, σε απέλυσαν, και πάλι καλά που τη γλίτωσες κι από τους μπάτσους δηλαδή, γιατί τώρα θα βρισκόσουν…
Θρασύβουλος: Ναι… καλά.
 

Τάκης: Μα ρε μαλάκα… πάνε σε εταιρείες με όπλα;
Στην εταιρεία αγοράκι μου πάς με το καλό σου ύφος, με το laptop σου, με το τζιν σου την Παρασκευή, άντε και με τη βαρεμάρα σου τη Δευτέρα.
Α ρε και να είχα την τύχη σου... άμα είναι μαλάκας όμως ο άνθρωπος... δεν εκτιμάει τίποτα· γουστάρει κι άλλα, θέλει περισσότερα, γίνεται φαταούλας.
Πού στο διάολο έχεις ξαναδεί να παίρνουν στη δουλειά τους όπλο ρε;
Θρασύβουλος: Το είχα δει σε μια ταινία.

Κάθε μέρα το σκεφτόμουνα, κάθε μέρα.
Το είχα φανταστεί κιόλας.
Έμπαινα, λέει, στο κτίριο χαμογελαστός, ο σεκιουριτάς σήκωνε βαριεστημένα το κεφάλι και με καλημέριζε χωρίς να μού δώσει σημασία.
Κάθε υπάλληλος που συναντούσα έσερνε τα πόδια του στο πάτωμα λες και ήταν δεμένα με αλυσίδες, σα να είχαν βαρύνει από τη βαρεμάρα.
Ο μοναδικός που είδε το όπλο, γούρλωσε τα μάτια του, μού έκλεισε το μάτι... και μετά είχαν πάρει όλα το δρόμο τους...
Τάκης: Είδες τί κάνει μια ταινία άμα είσαι μαλάκας;
Θρασύβουλος: Έχασα τη δουλειά, αλλά αυτό που έζησα εγώ δε θα μπορέσεις να το καταλάβεις ποτέ...

Δε μπορείς να φανταστείς την ικανοποίηση που ένιωσα όταν έβλεπα τον διευθυντή, αυτόν που τόσα χρόνια μου ζάλιζε τα αρχίδια με το "κάνε αυτό και κάνε εκείνο", "γιατί δε βγήκαν τα νούμερα;", "έλα στο γραφείο μου να φτιάξουμε την παρουσίαση"- να έχει ασπρίσει από το φόβο του· δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει ούτε μια πρόταση καλά-καλά.
Μόνο χαμογελούσε σα χαζός και έλεγε " Έλα… ρε Θθθθράσο, τόσα χρόνια συνάδελφοι... νομίζεις πως δε στενοχωριέμαι κι εγώ για τους συναδέλφους μας";
Ακούς; "Μάς", τους "συναδέλφους ΜΑΣ" έλεγε το παπάρι.
Τάκης: Τί περίμενες δηλαδή να σου πει με ένα όπλο να τον σημαδεύει ρε Θρασύβουλε;
Θρασύβουλος: Την αλήθεια. 

Ότι είχε χεστεί πάνω του, ότι δε θέλει να πεθάνει, να πέσει στα πόδια μου και να με παρακαλάει. 
Τάκης: Μα δεν καταλαβαίνεις τη θέση του;
Θρασύβουλος: Την ποιά;

Τάκης: Τη θέση του. 
Θρασύβουλος: Ρε ποια θέση του;

Ή μήπως πιστεύεις ότι ήταν σίγουρος πώς δε θα πατούσα τη σκανδάλη;
Τι σχέση έχει η θέση του;
Τάκης: Ε… πώς δεν έχει.
Ένα τέτοιο στέλεχος πρέπει να σκέφτεται όλες τις συνέπειες, πρέπει να τα σκέφτεται όλα.
Θρασύβουλος: Ρε έλα στα συγκαλά σου, τί έχεις πάθει;

Δηλαδή τί μού λες τώρα; 
Ότι αν μπουν εδώ μέσα ένοπλοι ληστές, θα τους πεις ότι καταλαβαίνεις τα προβλήματα που έχουν λόγω της πουτάνας της κοινωνίας ή θα πέσεις κατευθείαν στα τέσσερα και θα τους παρακαλάς για τη ζωή σου; 
Τάκης: Μα είναι παράδειγμα αυτό; 
Άλλο ένα σπίτι, άλλο μια εταιρεία.
Θρασύβουλος: Αυτό σου λέω κι εγώ.

Άλλο να σε πιάσουν στον ύπνο με τα σώβρακα κι άλλο στον ξύπνιο με το κοστούμι ... τελοσπάντων, χέστο αυτό, άστο.
(Μικρή παύση)
Πώς πάει με τη δουλειά; 
Τάκης: Σκατά, δε γίνεται τίποτα.
Από εδώ και πέρα θα πληρώνουμε και τα σέρβις στο παπάκι μάς είπανε.
Θρασύβουλος: Καλά ρε πούστη μου, εκεί φτάσαμε;

Τάκης: Μας τό 'παν χθες το βράδυ στη λήξη της βάρδιας.
Είχα πάει 5 πίτσες special σε ένα ζευγάρι... μαλάκα θεόχοντρο... θεόχοντρο σου λέω.
Πώς γίνεται όλοι οι τελευταίοι να είναι οι πιο περίεργοι;
Θρασύβουλος: Λογικό μου φαίνεται.

Δε μπορεί, κάτι θα τρέχει με κάποιον που παραγγέλνει στη μία το βράδυ.
Τάκης: Ναι, αλλά τί;
Ρε αδερφέ, παράγγειλε στις εφτά, στις οχτώ, δε θες στις οχτώ, παράγγειλε στις δέκα, αλλά στη μία το βράδυ, πότε θα φας, πότε θα χωνέψεις, πότε θα ξυπνήσεις, ποτέ θα χέσεις;
Μα πώς γίνονται έτσι οι άνθρωποι ρε;
Εγώ σου λέω ότι αυτή άρχισε να παχαίνει πρώτη κι ο άλλος ακολούθησε για να μη τη χάσει.
Κάθονται και πείθουν τους εαυτούς τους οι μαλάκες, κάθονται και τους πείθουν… ρε φίλε, μόνο φυσητήρες δεν είχαν, κανονικά θα έπρεπε να υπήρχαν και πίτσες με γεύση πλαγκτόν για κάτι τέτοιους.
Και καθόμουν μετά και σκεφτόμουν: Λες να γαμιούνται αυτοί οι δύο;
Θρασύβουλος: Και γιατί δε τους ρωτούσες;

Τάκης: Να τους ρωτήσω αν πηδιούνται;
Θρασύβουλος: Βασικά αν μπορούν, αν τα καταφέρνουν.

Τάκης: Εσύ αν είχες μια γκόμενα 200 κιλά, θα είχες κέφι να τη γαμήσεις;
Θρασύβουλος: Γιατί, αυτός είναι καλύτερος;

Τί να σου πω, άμα κατέβαζα τα ποτάκια μου ίσως και να μπορούσα. 
Τάκης: Φίλε, αν για να πηδήξεις πρέπει να γίνεις αλκοολικός, δεν αξίζει τον κόπο.
Θρασύβουλος: Ενώ, αν για να ζήσεις πρέπει να προσκυνάς τον κάθε χλεχλέ, αξίζει τον κόπο!

Τάκης: Α ρε μαλάκα με τα κολλήματα σου, άλλο πράγμα λέμε τώρα!
Υπάρχει περίπτωση να νιώσεις καύλα για κάτι τέτοιο;  
Θρασύβουλος: Τι "τέτοιο"; 

Άνθρωποι είναι κι αυτοί, δεν είναι "τέτοιο".
Τάκης: Παρεξηγήθηκες εκ μέρους τους;
Θρασύβουλος: Όχι, αλλά αν παχύνεις εσύ, δε θα ήθελες να μπορείς να πηδάς;

Τάκης: Θα ήθελα, αλλά όχι κάποια χοντρή, δε θα μπορούσα.
Θρασύβουλος: Και ποια θα ερχόταν μαζί σου ρε μαλάκα;

Θα έψαχνες το μοντέλο;
Τάκης: Μια κανονική θα έψαχνα όπως όλες οι γκόμενες που είχα.
Ούτε χοντρή, ούτε αδύνατη· ούτε ψηλή, ούτε κοντή· 
ούτε όμορφη, ούτε άσχημη.
Θρασύβουλος: Και γκόμενα το λες εσύ αυτό;
 

Τάκης: Γιατί, εσύ πώς το λες δηλαδή;
Θρασύβουλος: Μέσο όρο ρε μαλάκα.
 

Τάκης: Άντε ρε παπάρα, γαμήκουλα του κώλου.
Σε είδαμε και ‘σένα… μία με χοντρές, μία με αδύνατες, μια με σάπιες, μια με όμορφες. Μ΄ αρέσει που μου τη λες κιόλας.
Θρασύβουλος: Μα δε στη λέω αγόρι μου, δε στη λέω.

Απλά, εγώ φτιάχνω το μέσο όρο που γαμάς εσύ, για αυτό και πρέπει να σέβεσαι τις επιλογές μου.
Αλλά πού να καταλάβεις από στατιστική;
Πήγες και σπούδασες θεολογία τρομάρα σου… χα χα χα…
Τάκης: Ρε, να σου πω, όρεξη έχεις;
Θρασύβουλος: Παπάρια όρεξη έχω… και το θέμα επείγει.

Έχουμε τίποτα λεφτά στην καβάτζα;
Τάκης: Στην τράπεζα δεν υπάρχει τίποτα.
Αλλά προς Θεού, μη δίνεις σημασία εσύ αγόρι μου, ασχολήσου με το καφεδάκι σου εσύ...
Θρασύβουλος: Ε και τί θες να κάνω;
Αν σταματήσω να πίνω καφέ θα βρούμε λεφτά; (Μικρή παύση)

Τάκης: Θα ζητήσω δανεικά απ' το Βαγγέλη.
Θρασύβουλος: Άσ΄ τον το Βαγγέλη.

Τάκης: Γιατί άσ' τον, αυτός βγάζει αρκετά.
Θρασύβουλος: Άσ' τον σου λέω.
 

Τάκης: Τόσες φορές τον έχουμε βοηθήσει, ας βοηθήσει κι αυτός μια φορά.
Θρασύβουλος: Άσ' τον βρε μαλάκα το Βαγγέλη, άσ΄ τον λέμε… τον απέλυσαν προχθές, τί δανεικά να σου δώσει;

Τάκης: Τον απέλυσαν;
Θρασύβουλος: Ναι, για αυτό μην κάνεις καμιά μαλακία και τον πάρεις τηλέφωνο… θα μάς ζητήσει κιόλας.

Τάκης: Σώπα ρε φίλε.
Θρασύβουλος: Ε τί, μίλησα προχθές με το Σωτήρη και μου τά ‘λεγε.

Τάκης: Τι κάνει αυτός;
Θρασύβουλος: Ποιος, ο Σωτήρης;
Στην κοσμάρα του όπως πάντα, δεν έχει ανάγκη αυτός, την έχει βρει την άκρη.
Τώρα διδάσκει γιόγκα σε παιδάκια.  
Τάκης: Ο Σωτήρης; Αυτός μέχρι να σηκώσει το ένα πόδι βρωμάει το άλλο, από πού κι ως πού κάνει μαθήματα γιόγκας; 
Θρασύβουλος: Τι να σου πω!
Μαθήτευσε λέει κοντά σε έναν μεγάλο δάσκαλο, σε έναν σαμάνο πνευματιστή κι αυτός τού 'μαθε τα κόλπα.  
Τάκης: Καλά ρε συ, και που τον βρήκε τον Σαμάνο ο Σωτηράκης;
Θρασύβουλος: Ξέρω ΄γω, θα είχε πάει κανά ταξίδι στην Ινδία...

Αυτός μαλάκα πρέπει να έχει πέσει στη μαρμίτα μικρός, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.
Τη μία επιχειρηματίας, την άλλη ζιγκολό, τώρα γιογκίστας και ποιός ξέρει τί άλλο θα μάς πει αύριο.  
Τάκης: Ρε το Σωτήρη, μια χαρά τη βολεύει αυτός, εμείς τί κάνουμε!
Θρασύβουλος: Εμείς φίλε θα περιμένουμε να βρέξει λεφτά, δε μένει και τίποτα άλλο, ο Σωτήρης πάει, ο Βαγγέλης απολύθηκε.

Τάκης: Και να μην είχε απολυθεί, έτσι σκατά που τά κανε, δε νομίζω ότι θα είχε να μάς δώσει και τίποτα.
Θρασύβουλος: Δηλαδή;  

Τάκης: Τον έφαγαν οι έρωτες ρεεεεεεε...
ταξίδια από 'δω με τη μία, φαγητά από 'κεί με την άλλη, ε, κάποια στιγμή έφαγε ό,τι είχε, πούλησε ένα χωράφι της κυρά-Ελένης στο χωριό, έβαλε υποθήκη και το πατρικό του και τελείωσε το παραμύθι.
Η απόλυση ήταν το κερασάκι.
Θρασύβουλος: Και δε του το 'χα ρε μαλάκα.
 

Τάκης: Ρε ξέρεις τί μάρκα είναι αυτός;
Μουνάκιας απ΄ τους λίγους, σε κάθε περιοχή της Αθήνας και μια γκόμενα.
Θρασύβουλος: Ρε το Βαγγελάκη... ωραίος ο Βάγγος.

Εγώ πάλι σε κάθε περιοχή της Αθήνας κι ένα χρωστούμενο. 
Δεν πειράζει, ό,τι έχει ο καθένας καλό είναι.
Λοιπόν, πάω να την πέσω.  
Τάκης: Άντε, κατακουράστηκες πάλι σήμερα.
Θρασύβουλος: Δε μάς χέζεις ρε Τακούλη... άντε μη σ΄ αρχίσω βραδιάτικα.
 

Τάκης: Καληνύχτα αγοράκι μου... και όνειρα γλυκά...