Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΤΙΘΕΣΗ (3)


ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
Η ώρα είναι μία και μισή μετά τα μεσάνυχτα και η Μαρία είναι μόνη της. Τριγυρνάει στο σαλόνι με μια μπουκάλα βότκα και μονολογεί…

Μαρία: Περιμένω… περιμένω… πόση ώρα χρειάζεται για να έρθει; Ήσουνα κι εσύ σκληρή μαζί του. Και τι δε του είπες… τι γλείφτη… τι πουλημένο… τι χαζό. Ναι το ξέρω… και δε μετανιώνω. Καλά έκανα. Δεν ήθελα όμως να φύγει… να με αγκαλιάσει ήθελα… να με φιλήσει… να μου κάνει έρωτα. Δεν μπορώ να τον συγχωρήσω. Δεν είμαι χριστιανή εγώ. Δεν είμαι τίποτα εγώ… δεν είμαι τίποτα. Όλα όσα είπα, τα πίστευα. Δεν θα κάνω πίσω… δεν είμαι χριστιανή εγώ. Είμαι σκληρή, δεν είμαι παιδάκι. Ξέρω να αγαπάω αυτούς που μ' αγαπούν… μήπως είναι λίγο αυτό; (Παίρνει ένα βιβλίο απ' την βιβλιοθήκη και το ξεφυλλίζει) Και όλα αυτά τα βιβλία δεν έχουν καμία λύση. Μόνο προβλήματα και ερωτήσεις. Στο διάολο να πάνε… (Το πετάει) Τώρα να δούμε ποιος θα έρθει πρώτος. Λες να συμπέσουνε οι καλεσμένοι μου; (Γελάει δυνατά) Αν έρθουν μαζί, θα φτιάξω μια ωραία μακαρονάδα και θα το γιορτάσουμε… μ' ακούς Γιώργο;… θα το γιορτάσουμε. Οι οικοδέσποινες υποχρεούνται να είναι ευγενικές· πρέπει να είναι ευγενικές. Η μάνα μου έλεγε: " να προσέχεις να είσαι πολιτισμένη, να μην δείχνεσαι, να είσαι φιλόξενη". Μάνα, δεν σε άκουσα σε τίποτα… ευτυχώς. Έκανα όλα τα αντίθετα… δε θα γίνω εγώ ο περίγελος κανενός, ούτε ο δικός σου μάνα… ούτε ο δικός σου. Και αυτή η πουτάνα η διαχειρίστρια δε θα κάνει ό,τι θέλει. Εμένα δε με γελάει κανείς, κανείς… με ακούς μάνα; Χα χα χα, θα γίνει απόψε… δε θα ξημερώσει χωρίς κόπο, όλα θα ξεκαθαρίσουν σήμερα και ο κάθε κατεργάρης θα πάει στον πάγκο του. (Σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου και σχηματίζει ένα νούμερο) μάλιστα, μάλιστα… στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι μία και σαράντα ένα και είκοσι δευτερόλεπτα. Μα που είναι οι καλεσμένοι μου; Δεν είναι να έχεις εμπιστοσύνη σε έλληνες για ραντεβού, τουλάχιστον αν ήμασταν στην Αγγλία… Άλλα δύο λεπτά δίνω, αν δεν έρθει κανείς, θα τους κρεμάσω τα κουτάλια.

(Χτυπάει το κουδούνι συνθηματικά, η Μαρία τρέχει να ανοίξει) Τελικά τους αδίκησα… και στην Ελλάδα βρίσκεις πραγματικούς Άγγλους, είναι λίγο σπάνιο αλλά αν έχεις τύχη, βρίσκεις.
(Σβήνει τα φώτα και περιμένει, χτυπάνε την πόρτα και ανοίγει αργά, μια γυναικεία φιγούρα μπαίνει) 
Μίρκα: Γιωργάκη, Γιωργάκη… που είσαι μωρό; Που μου κρύβεσαι; Βγες έξω να σου δώσω το δώρο σου, η Μίρκα σου είναι εδώ. (Με νάζι) Γιωργάκη μου… άναψε κανά φως μωράκι, θα σκοτωθούμε εδώ μέσα… τι έκπληξη και αυτό το σημερινό! Πώς έγινε και λείπει η Μαρία τέτοια ώρα; Δε το πίστευα όταν πήρα το μήνυμα σου.
(Τα φώτα ανάβουν)  
Μαρία: Τώρα το πιστεύεις;
Μίρκα: Μα..ρί..ααα;
Μαρία: Εγώ είμαι αυτή, είναι αλήθεια. Δε με περίμενες, ε;
Μίρκα: (Πανικόβλητη) Πού είναι ο Γιώργος; Παναγία μου, σε λάθος διαμέρισμα μπήκα;
Μαρία: Μη λες βλακείες. Σκέψου λίγο. Αν μπήκες σε λάθος διαμέρισμα ζητάς λάθος άνθρωπο, άρα μένω κι εγώ σε λάθος διαμέρισμα και αυτό δε γίνεται. Είσαι στο σωστό σπίτι, όμως ο καλός σου λείπει.
Μίρκα: (Τα έχει εντελώς χαμένα) Ο καλός μου… ποιος καλός μου;
Μαρία: Ο καλός σου ρε παιδάκι μου… ο καλός σου, ο καλός σου που τυχαίνει να ΄ναι ο δικός μου καλός… εεε μάλλον… ο δικός μου κακός. (Χαμογελάει πονηρά ) Ξέρεις σε αυτές τις περιπτώσεις ο ίδιος άνθρωπος είναι καλός για τον έναν αλλά κακός για τον άλλον. Πως είναι ο Θεούλης με τον Διαβολάκο… κάπως έτσι τελοσπάντων. (Επίσημο ύφος) Θες ένα ποτήρι νερό;
Μίρκα: (Έτοιμη να καταρρεύσει) Μπορώ να κάτσω;
Μαρία: Και βέβαια, σαν στο σπίτι σου. Κοίτα, τα πράγματα είναι απλά. Ο καλός σου με άφησε στο πόδι του, στο καλό του πόδι, το δεξί. Μου είπε: "Αν έρθει η Μίρκα περιποιήσου την μέχρι να γυρίσω". Δε θα αργήσει, μην ανησυχείς.
Μίρκα: Δηλαδή… μα πως… ξέρεις;
Μαρία: (Της δίνει το ποτήρι νερό) Σου φαίνομαι για άσχετη; Και βέβαια ξέρω.
Μίρκα: (Πίνει το νερό με βουλιμία) Τι ξέρεις δηλαδή;
Μαρία: Ε τώρα αυτά θα λέμε; Αφού σου λέω ότι ξέρω μη το πάμε παραπέρα… Αλήθεια, δε ζεσταίνεσαι με την καμπαρτίνα καλοκαιριάτικα; Σκάει ο τζίτζικας έξω.
Μίρκα: Όχι, όχι. Είμαι λίγο κρυωμένη.
Μαρία: Έτσι την πατάμε. Λες είναι καλοκαίρι, ζεσταίνεσαι, γδύνεσαι, σε παίρνει το ρεύμα και… (Με μια απότομη κίνηση της ανοίγει την καμπαρτίνα) αααα, τι ωραία εσώρουχα είναι αυτά βρε Μίρκα μου! Καλά, πάντα είχες φοβερό γούστο, αλλά τώρα… τι να λέμε! Η καμπαρτίνα, κόλπο, ε; Κάτσε να σου δείξω και εγώ τα προικιά μου. (Βγάζει τη ρόμπα) Πως σου φαίνονται;
Μίρκα: Ωραία είναι, ωραία… αλλά… λέω να φεύγω σιγά, σιγά.
Μαρία: Μα γιατί, μόλις τώρα ήρθες. Θεέ μου, τι αγενής που είμαι. Μήπως θες ένα ποτάκι;
Μίρκα: Όχι ευχαριστώ. (Σηκώνεται και κουμπώνει την καμπαρτίνα της) Θα φύγω.
Μαρία: (την πιάνει από το χέρι και την καθίζει) Δε θα πας πουθενά (Της ξανανοίγει την καμπαρτίνα) Θέλω να βλέπω το σωματάκι σου. Χάρμα είσαι, χάρμα. Λοιπόν τι θα πιεις;
Μίρκα: Δε θέλω κάτι.
Μαρία: Μα τι είναι αυτά που λες; Πρώτη φορά σπίτι μου - τουλάχιστον με μένα μέσα - και θα σ’ αφήσω έτσι; Έλα πες μου: ουίσκι, βότκα, κρασί, μήπως κονιάκ;
Μίρκα: (Προσπαθεί να καλύψει το στήθος της) Εντάξει είμαι, δε θέλω τίποτα.
Μαρία: Καλά, εγώ θα συνεχίσω με βότκα και αν μετανιώσεις μου λες. Άλλωστε έχουμε ώρα ακόμα. (Παρακλητικά) Μόνο μην κρύβεις το στήθος σου γιατί θα μαλώσουμε. Άσε τον εαυτό σου ελεύθερο, χαλάρωσε… δεν είμαστε ωραία; Λοιπόν τι να σου πω, πολύ μ΄ άρεσε που σήμερα σε ξαναείδα μετά από τόσο καιρό. Να το κάνουμε συχνότερα.
Μίρκα: Τι να κάνουμε δηλαδή;
Μαρία: Να συναντιόμαστε ρε παιδί μου, να βρισκόμαστε. Συγνώμη για το θάρρος αλλά πρέπει να στο πω. Τόση ώρα τα βλέπω και θέλω να το πω: τα βυζιά σου είναι φοβερά, σχεδόν αψηφούν το νόμο της βαρύτητας, (Την πλησιάζει και τα χαϊδεύει) πέτρα τα άτιμα, πέτρα. Α ρε Γιώργο, άρχοντας είσαι αγόρι μου, άρχοντας. Και τι ρόγα θεέ μου, απίστευτη. Σήκω λίγο και κάνε ένα γύρο να σε δω.
Μίρκα: Τι πράγμα;
Μαρία: Έλα τώρα, μη ντρέπεσαι. Εδώ εγώ που είμαι οικοδέσποινα και εμφανίζομαι μπροστά σου με ρόμπα. Βγάλε την καμπαρτίνα και κάνε ένα γύρο να σε δω.
Μίρκα: (Σηκώνεται φοβισμένη, βγάζει την καμπαρτίνα και κάνει ένα γύρο) Εντάξει;
Μαρία: Τι ήταν αυτό; Γύρνα λίγο σε παρακαλώ, γύρνα.
(Η Μίρκα γυρνάει και στέκεται ακίνητη, τρέμει) 
Μαρία: Α ρε George, πάντα μερακλής ρε μπαγάσα. Πως έπεσες στα δίχτυα του ρε παιδάκι μου τόσο ωραία κοπέλα; (Παίρνει τη βότκα και πίνει από το μπουκάλι) Αλλά ξέχασα ότι εσένα πάντα σ΄ αρέσανε οι γιάπηδες. Είχες μια έφεση στο είδος. Εγώ από την άλλη είχα εμμονή με τους χαζούς. Τελικά, βρήκαμε κι οι δύο αυτό που θέλαμε.
Μίρκα: Μαρία.
Μαρία: Παρακαλώ;
Μίρκα: Συγνώμη.
Μαρία: Χα, χα, χα, χα, με κοροϊδεύεις; Απορρίπτεται. Δεν είμαστε εδώ για να ζητάμε συγνώμες. Εδώ είμαστε για να περάσουμε καλά. Καλά και οι γόβες σου είναι φοβερές. Πολύ καυλωτικές. Οι δικές μου σ΄ αρέσουνε; (Επιδεικνύει στη Μίρκα τα πόδια της)
Μίρκα: Ναι ωραίες είναι.
Μαρία: Απλά ωραίες; Δε τις πρόσεξες καλά φαίνεται. Οι ζαρτιέρες, η ρόμπα… δεν είναι όλα φοβερά;
Μίρκα: Είναι πολύ ωραία όλα.
Μαρία: Αν σου πω από πού τα πήρα όλα αυτά, θα μείνεις με ανοιχτό το στόμα.
Μίρκα: Από πού;
Μαρία: (Πίνει μια γερή γουλιά βότκα) Από τη λαϊκή. Το πιστεύεις; Μέσα στους πάγκους με τα ζαρζαβατικά και τα φρούτα, πέτυχα μια μέρα ένα τύπο που πουλούσε σέξι εσώρουχα, γόβες και ερωτικά βοηθήματα… αν έχεις το Θεό σου. Ξέρεις, ήταν τότε που με είχαν απολύσει από τη δουλειά και κατέβαινα μεσημέρι στη λαϊκή μπας και βρω τίποτα φτηνό. Έχει τύχει να σ’ απολύσουν ποτέ;
Μίρκα: Όχι.
Μαρία: Ναι ξέρω… εσύ έχεις πολύ καλή θέση. Θα έρθει και η ώρα σου πάντως. (Σιωπή) Λαϊκή; Πηγαίνεις;
Μίρκα: Όχι, δεν έχει τύχει.
Μαρία: Εντάξει, λογικό. Δεν είναι χώρος για καριερίστες, σου βγαίνει το όνομα. Φαντάσου ότι μια φορά που ζήτησα απ΄ το Γιώργο να έρθει να με βοηθήσει, αρνήθηκε, μήπως και πετύχει το διευθυντή του. “Που να σε δει ρε Γιώργο εδώ πέρα;” του λέω. “Μα Κυψέλη μένει, μπορεί να κατεβαίνει για ψώνια εδώ”… έτσι μου απάντησε ο Γιωργάκης. Άκου να δεις τώρα… ο Γιώργος βασιλικότερος του βασιλέως. Ο διευθυντής δεν είχε πρόβλημα να τον βλέπουν στη λαϊκή, αλλά ο Γιώργος… Τέλος πάντων. Να σου πω! Εσύ από πού πήρες τα εσωρουχάκια σου; Είδες, δε σε ρωτάω για την καμπαρτίνα, προσπαθώ να είμαι διακριτική.
Μίρκα: Τι σημασία έχει; Μπορώ να τη φορέσω τώρα;
Μαρία: (Την κοιτάει στα μάτια) Όχι δε μπορείς. Σπίτι μου είσαι, εγώ φτιάχνω τους κανόνες. Αν δε σ΄ αρέσει… δυστυχώς, αλλά δεν μπορείς να φύγεις. Λοιπόν, σε ακούω. Από πού πήρες αυτά τα όμορφα εσώρουχα; Μήπως Κολωνάκι; Έχει ένα φοβερό μαγαζί εκεί, πανάκριβο ρε παιδάκι μου όμως. Έλα πες μου. Έχω κάτι οικονομίες και λέω τις απόκριες να ντυθώ πουτάνα καριέρας. Πού τα πήρες;
Μίρκα: Εεεε, δε θυμάμαι… ξέρεις έχω πολλά και… δε θυμάμαι.
Μαρία: Έχεις πολλά; Τι διάολο, καριέρα κάνεις ή πηδιέσαι; Τέλος πάντων. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Στρίνγκ κορδόνι - διαμπερές μπροστά, διάφανο σουτιέν με ροζ φουντίτσες στις ρώγες, ζαρτιέρες ιδίου χρώματος. Μάλιστα, μάλιστα, χα χα χα δε σου θυμίζω μπάτσο; (Σηκώνεται με το μπουκάλι στο χέρι και ανοίγει ένα συρτάρι. Ψάχνει. Κάτι κρατάει στα χέρια της) Τη βρήκα, τη βρήκα
Μίρκα: Τι είναι αυτά;
Μαρία: Αυτά… είναι απόδειξη.
Μίρκα: Απόδειξη;
Μαρία: Ναι. Ξέρεις, αυτό το συρτάρι το έχω ονομάσει "συρτάρι των ενοχοποιήσεων".
Μίρκα: Δεν καταλαβαίνω.
Μαρία: Είναι απλό. Εδώ μέσα κρατάω το "εγκληματικό" υλικό του γάμου μου. Μη σε ζαλίζω όμως με τις εμμονές μου γιατί από μικρή κουβαλάω διάφορα… συρτάρια. Άστο. Πάμε στα δικά μας. (Της απλώνει το χέρι με την απόδειξη και της κάνει νόημα να την πάρει) Διάβασε δυνατά και καθαρά.
Μίρκα: Να διαβάσω την απόδειξη;
Μαρία: Όχι, να διαβάσεις το χέρι μου. Ε και βέβαια να διαβάσεις την απόδειξη. Αργά και καθαρά σε παρακαλώ.
Μίρκα: Ζαρτιέρες, εκατό ευρώ, στρ…
Μαρία: (Την διακόπτει) Από την αρχή σε παρακαλώ, από την αρχή. Τι γράφει πάνω-πάνω;
Μίρκα: Το όνομα του μαγαζιού.
Μαρία: (Αυστηρά) Έτσι μπράβο. Σε ακούω λοιπόν.
Μίρκα: Είδη ερωτικής ένδυσης "ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ", Γιάννης Πετσοκέφαλος και Υιοί…
Μαρία: (εκκωφαντικό γέλιο) Ωχ ωχ η κοιλιά μου, φοβερό επίθετο. Τι άλλο μαγαζί θα μπορούσε να έχει κάποιος που τον λένε Πετσοκέφαλο; Συγνώμη για τη διακοπή, αλλά κάθε φορά που διαβάζω αυτό το όνομα γελάω και δεν μπορώ να σταματήσω… χα χα χα χα χα… συνέχισε εσύ, συνέχισε… και τώρα που το σκέφτομαι πώς λες να φώναζε τους… Υιούς του όταν ήταν μικροί; Συνέχισε, συνέχισε…
(Η Μίρκα τρέχει προς την πόρτα και προσπαθεί να την ανοίξει)
Μαρία: (Ακράτητο γέλιο) Μη το σκέφτεσαι καν… χα χα χα χα… η πόρτα είναι κλειδωμένη… χα χα χα χα… κάτσε στη θέση σου και συνέχισε να μου διαβάζεις… τα λες τόσο ωραία, σαν παραμυθάκι.
Μίρκα: (Ξεροβήχει) Πατριάρχου Ιωακείμ 15, Κολωνάκι.
Μαρία: Μη σταματάς, έλα τώρα, μπες στο ζουμί, μη με κόβεις στο καλύτερο.
Μίρκα: Διάφανο στρινγκ: 100 ευρώ.
Μαρία: Χα χα χα χα χα, πες μου, πες μου.
Μίρκα: Σουτιέν με φουντίτσες: 50 ευρώ. (Η Μαρία συνεχίζει να γελάει σχεδόν δαιμονισμένα)
Μίρκα: Ζαρτιέρες πολυτελείας: 150 ευρώ.
Μαρία: (Πνίγεται από τα γέλια. Βήχοντας) Πρώτη φορά ακούω ότι υπάρχουν ζαρτιέρας πολυτελείας, μέχρι τώρα μόνο το ψωμί ήξερα, λέγε, λέγε.
Μίρκα: Χειροπέδες "αστυνομικού τύπου": 70 ευρώ.
Μαρία: "Αστυνομικού τύπου"; Τι, δηλαδή υπάρχουν και άλλες χειροπέδες; "Αναρχικού τύπου" ας πούμε;
Μίρκα: (Φοβισμένη) Δεν ξέρω.
Μαρία: Είσαι μία εσύ! Εσύ δεν ξέρεις; Εσύ όλα τα ξέρεις. Και τώρα, ήρθε η ώρα για το μεγάλο φινάλε. Τα-τα-ρα-ρα-τα-ρα-ρα-τα-τα, το κοινό σου περιμένει. Πες το μου, σε παρακαλώ, στα πόδια σου πέφτω.
Μίρκα: (Χαμένη) Αρωματικό μαστίγιο: 60 ευρώ.
Μαρία: Αρωματικό μαστίγιο; Τι είναι αυτό; Τόσο πολύ έχει προχωρήσει η επιστήμη; Τι πάει να πει "αρωματικό μαστίγιο";
Μίρκα: Δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Μαρία: Θες να μου πεις ότι δε το έχεις δοκιμάσει δηλαδή;
Μίρκα: Όλα αυτά δεν είναι δικά μου.
Μαρία: Και ποιανού είναι;
Μίρκα: Δεν ξέρω…. θέλω να φύγω.
Μαρία: Αυτό θα το αποφασίσω εγώ.
Μίρκα: Μαρία.
Μαρία: Μη μιλάς, κάνε απόλυτη ησυχία.
Μίρκα: Πρέπει να πούμε μερικές αλήθειες.
(ήχος ασανσέρ. Η Μαρία σβήνει τα φώτα και μπαίνουν στην κουζίνα. Κλείνει με τα χέρια της το στόμα της Μίρκας.)
Μαρία: (Ψιθυριστά) Μη μιλάς σου είπα, κράτα την αναπνοή σου. "Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός".

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΤΙΘΕΣΗ (2)


ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Έξω έχει βραδιάσει πιά.

Μαρία: Τι κάνεις τόση ώρα εκεί μέσα, τελειώνεις;
Γιώργος: Βγαίνω σε λίγο… χαλάρωσα εντελώς εδώ μέσα.
Μαρία: (Με κινήσεις αίλουρου φτάνει στην πόρτα της τουαλέτας και περιμένει)
Γιώργος: (Φωνάζει) Τι έγινε, ήρθε η παραγγελία; (Σε πολύ λίγο βγαίνει και πέφτει πάνω στην Μαρία. Φωνάζει τρομαγμένος) Ααααα… Παναγία μου… μα τι κάνεις ρε παιδάκι μου μπροστά στην πόρτα; Θέλεις να με στείλεις από καρδιά;
Μαρία: Να σε στείλω ναι, αλλά όχι από καρδιά.
Γιώργος: Τι είναι αυτά που φοράς;
Μαρία: Στολή εκστρατείας μωρό μου. (τονίζει το "μου", σχεδόν το φτύνει ηδονικά)
Γιώργος: Εγώ βλέπω γόβες στιλέτο, ζαρτιέρες και μια διάφανη ρόμπα. Ορεξούλες έχουμε μου φαίνεται.
Μαρία: Κακό είναι;
Γιώργος: Δεν έχω φάει τίποτα.
Μαρία: Ούτε πρόκειται...
Γιώργος: Γιατί; Δεν ήρθε η πίτσα;
Μαρία: Δε θα έρθει.
Γιώργος: Τι έγινε;
Μαρία: Πήρα στην πιτσαρία και ακύρωσα την παραγγελία.
Γιώργος: Τι λες ρε γαμώτο, ποιόν ρώτησες;
Μαρία: Εμένα.
Γιώργος: Εσένα;
Μαρία: Ναι εμένα. Θα μου πεις βέβαια ότι σου στερώ την πίτσα, αλλά έχω κάτι καλύτερο για σένα.
Γιώργος: Τι, έστειλε κανά μουσακά η κυρά Αφροδίτη; Γιατί δε μου το' λεγες απ' την αρχή ρε παιδάκι μου και τρόμαξα; Έλα φέρ' τον γιατί πεινάω σαν λύκος, κόψε και μια χωριάτικη επί τη ευκαιρία.
Μαρία: Όχι, δεν έστειλε κάτι η μάνα μου.
Γιώργος: Ε τότε τι μου λες; Μήπως έστειλε καμία πίτα η μάνα μου από το χωριό;
Μαρία: Άσε τις μανάδες μωρό μου (τονίζει πάλι το "μου") εκεί που βρίσκονται. Άλλο είναι το γεύμα σου απόψε. Δεν πάει το μυαλό σου;
Γιώργος: Ε γαμώ το κέρατό μου γαμώ… πες μου σε παρακαλώ που είναι το φαγητό μου.
Μαρία: Μπροστά σου μωρό μου.
Γιώργος: Μπροστά μου είσαι εσύ και πίσω από 'σένα το σκηνικό της πείνας. (Επιτακτικά) Που είναι το φαγητό μου;
Μαρία: Εγώ είμαι το γεύμα σου. Αν βέβαια επιμένεις για πίτσα, υπάρχει ένα κουτί μανιτάρια στο ψυγείο· μπορείς να με αλείψεις με αυτά, να μου ρίξεις κέτσαπ και να γευτείς την νοστιμότερη πίτσα της ζωής σου.
Γιώργος: Δε μ' αρέσουν τα μανιτάρια.
Μαρία: Για κάτι τέτοια παρακαλούσες κάποτε.
Γιώργος: Κάποτε σ' αυτό το σπίτι έτρωγα κι ένα πιάτο φαϊ, τώρα… ούτε να παραγγείλω δεν μπορώ.
Μαρία: Είναι πιο σημαντικό το φαγητό σου από εμάς;
Γιώργος: Από εμάς! Από εμάς! Τι σχέση έχουμε εμείς με όλα αυτά, ε;
Μαρία: Σαν σήμερα γνωριστήκαμε... πριν από δέκα χρόνια.
Γιώργος: Σαν σήμερα γνωριστήκαμε; Μπράβο μας, συγχαρητήρια. Τρώγονται οι επέτειοι;
Μαρία: Δεν είμαστε ούτε σαράντα χρονών και έχουμε καταντήσει γέροι.
Γιώργος: Σαν σήμερα γνωριστήκαμε, σαν αύριο παντρευτήκαμε, σαν μεθαύριο κάναμε το ένα, σαν προχθές έγινε το άλλο. Τα βαρέθηκα όλα αυτά. Πώς γίνεται ρε παιδάκι μου να είσαι τόσο χύμα και να θυμάσαι όλες αυτές τις επετείους; Άκου λέει "σαν σήμερα γνωριστήκαμε"! Ε και τι έγινε;
Μαρία: Προσπαθώ να σώσω το γάμο μου.
Γιώργος: Α ναι; Με τι τρόπο δηλαδή; Με το να ντύνεσαι σαν πουτάνα και να θυμάσαι επετείους;
Μαρία: Καθένας με τον τρόπο του.
Γιώργος: Και για να' χουμε καλό ρώτημα, τι έχει ο γάμος μας και έχεις αναλάβει τη σωτηρία του;
Μαρία: Τα χάλια του, δε το βλέπεις; Εμφανίζομαι μπροστά σου σχεδόν γυμνή και σκέφτεσαι το φαγητό. Είναι γάμος αυτό;
Γιώργος: Όχι ρε Μαρία, είναι γάμος να φοράς ζαρτιέρες και να ζητάς πήδημα. Έτσι σκέφτεσαι να τον σώσεις;
Μαρία: Είναι μια καλή αρχή. Πάω να ντυθώ.
Γιώργος: Μια καλή αρχή είναι να ξεχάσεις όλες τις επετείους και να αρχίσεις να ψάχνεις για δουλειά, κατάλαβες;
Μαρία: Δουλειά, δουλειά… λεφτά, λεφτά. Μόνο εκεί έχεις το νου σου;
Γιώργος: Απ' το νου μου έχεις την άνεση να φιλοσοφείς, απ' τα λεφτά που βγάζω με το μυαλό μου και μόνο.
Μαρία: Από πότε το γλείψιμο έγινε μυαλό;
Γιώργος: Το θες έτσι; Κανένα πρόβλημα. Από το γλείψιμο λοιπόν έχεις τις ζαρτιέρες που φοράς, από το γλείψιμό μου είσαι τόσο άνετη και απορρίπτεις τα λεφτά και τη δουλειά μου. Εγώ έχω το γλείψιμο. Εσύ τι έχεις να αντιπροτείνεις;
Μαρία: Ειλικρίνεια.
Γιώργος: Πάρε το αυγό και κούρευ' το. Έχεις κάτι πρακτικό κορίτσι μου; Κανά νοίκι; Κανά σπίτι απ' το μπαμπά; Κανά οικόπεδο; Έχεις κάτι; μην απαντάς… ξέρω. Εσύ έχεις την ειλικρίνεια σου. Μπράβο, μεγάλη υπόθεση.
Μαρία: Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.
Γιώργος: Το ίδιο ετοιμαζόμουν να σου πω κι εγώ. Για πήγαινε έξω στη ζωή να δεις πως είναι και μετά έλα πες μου εμένα για ειλικρίνεια. Πόσο στοιχίζει η ειλικρίνεια σου, μπορείς να μου πεις;
Μαρία: Δεν μπορείς να καταλάβεις την αξία της. Δεν μπορείς να την ακουμπήσεις.
Γιώργος: Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου;
Μαρία: Πολύ θα' θελα να μάθω.
Γιώργος: Είναι απλό: Είσαι στον κόσμο σου. Νομίζεις ότι έχεις την απόλυτη αλήθεια, ενώ οι αλήθειες είναι πολλές.
Μαρία: Για πες μου τη δικιά σου.
Γιώργος: Δεν έχω καμία συγκεκριμένη.
Μαρία: Αλλά ξέρεις ότι υπάρχουν πολλές.
Γιώργος: Έλεγες να ντυθείς απ' ό,τι θυμάμαι. Θα βάλεις τελικά κάτι επάνω σου ή να βγάλω κι εγώ το μπουρνούζι;
Μαρία: Δε βάζω τίποτα, μ' αρέσω έτσι.
Γιώργος: Κανένα πρόβλημα. Τα ρούχα δεν κάνουν τον παπά, πόσο μάλλον όταν είναι ζαρτιέρες. Άκουσε με λίγο.
Μαρία: Σ΄ ακούω.
Γιώργος: Ρε Μαρία, πως να στο πω... είναι ώρα να ξεκολλήσεις από θεωρίες και αλήθειες. Η ζωή είναι περίεργη, κάνει κωλοτούμπες και σε παίρνει από κάτω. Επιτέλους, σταμάτα την οικογενειακή παράδοση της χαζομάρας.
Μαρία: Δηλαδή;
Γιώργος: Άστο κορίτσι μου, άστο καλύτερα.
Μαρία: Δεν θα πετάς κάτι και θα το αφήνεις έτσι. Θα μιλήσεις;
Γιώργος: Αφού επιμένεις... ο πατέρας σου κομμουνιστής δεν ήταν;
Μαρία: Ο πατέρας μου ήταν και είναι κομμουνιστής.
Γιώργος: Ωραία. Ο δικός μου πατέρας κομμουνιστής κι αυτός. Άλλωστε, ως παιδιά παλιών συντρόφων γνωριστήκαμε κι εμείς. Σωστά;
Μαρία: Σωστά, αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά;
Γιώργος: Είναι ξεκάθαρο. Μια ηλίθια ιδεολογία έστειλε τους πατεράδες μας διακοπές στα ξερονήσια κι ανάγκασε τις γυναίκες τους να μεγαλώνουν μόνες τους τα παιδιά τους.
Μαρία: Δεν είναι τόσο απλό, οι πατεράδες μας δεν πήγαν στα ξερονήσια λόγω της ηλίθιας, όπως λες, ιδεολογίας τους.
Γιώργος: Αλλά γιατί πήγαν; Τους άρεσε το κλίμα και το φαγητό;
Μαρία: Κόψε την ειρωνεία και σεβάσου ότι κάποιοι άνθρωποι αγωνίστηκαν για τα πιστεύω τους.
Γιώργος: Χα χα χα ... λίγο εγωιστικό μου ακούγεται αυτό. Τι πάει να πει για τα πιστεύω τους;
Μαρία: Για μας το έκαναν ρε, για να μπορείς εσύ σήμερα να δουλεύεις σαν άνθρωπος, να έχεις ελευθερίες, να απαιτείς. Κατάλαβες;
Γιώργος: Δηλαδή αν κατάλαβα καλά, αγωνίστηκαν για να μπορώ εγώ να δουλεύω δωδεκάωρα, να έχω δόσεις που τρέχουν από παντού και να βλέπω μεσημεριανά ελεύθερα;
Μαρία: Μια ζωή ισοπεδωτικός. Κοίτα, έχω αρχίσει να κουράζομαι μ' αυτή την κουβέντα. Θέλω κι εγώ να σε ρωτήσω κάτι. Μπορώ;Γιώργος: Είμαι όλος αυτιά.
Μαρία: Σου αρέσω σαν γυναίκα;
Γιώργος: Είσαι η γυναίκα μου.
Μαρία: Δεν σε ρώτησα τι είμαι. Σε ρώτησα αν σου αρέσω.
Γιώργος: Ναι μου αρέσεις.
Μαρία: Αν, όπως λες, σου αρέσω, τότε γιατί πηδάς τη Μίρκα;
Γιώργος: Άντε πάλι με αυτή τη Μίρκα, ξεκόλλα.
Μαρία: (Χτυπάει ρυθμικά τα χέρια της στα γόνατά της) Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μίρ-κα
Γιώργος: Είπαμε ξεκόλλα, είναι ενοχλητικό.
Μαρία: (Ψιθυριστά τώρα) Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μί-ρκα, Μίρ-κα, καλύτερα τώρα;
Γιώργος: Μαρία σταμάτα, γιατί η υπομονή μου εξαντλείται.
Μαρία: Πάλι; Νόμιζα, ότι τα είχα καταφέρει νωρίτερα, αλλά καλά έκανες και μηδένισες το μετρητή γιατί θα χρειαστείς μεγάλες ποσότητες υπομονής σήμερα.
Γιώργος: Εσύ κορίτσι μου δεν τρώγεσαι με τίποτα…
Μαρία: Αυτό το κατάλαβα και νωρίτερα. Είπαμε: ή πίτσα ή… καθόλου
Γιώργος: Πολύ αστείο, θέλω επίσης να …
Μαρία: (Τον διακόπτει) Σσσσσσσς …
Γιώργος: Τι έγινε;
Μαρία: Χαλάς τη σκέψη μου… προσπαθώ να υπολογίσω για δύο χρόνια δικής μου υπομονής, πόση υπομονή μπορείς να δείξεις εσύ. Αν το καλοσκεφτείς δεν είναι και τίποτα φοβερό, αλλά έχω σκοπό να το δυσκολέψω λίγο. Πως σου φαίνεται, τα δύο δικά μου χρόνια υπομονής και μοναξιάς να γίνουν μια νύχτα δικιάς σου υπομονής, αλλά πρόσεξε, όχι μοναξιάς. Θα σου δώσω ό,τι μου στέρησες αυτά τα δυο χρόνια: παρέα.
Γιώργος: Μα τι λες τόση ώρα και κάθομαι και σ΄ ακούω, έχεις τρελαθεί εντελώς;
(Χτυπάει το τηλέφωνο)Μαρία: Άσε το σηκώνω εγώ, εσύ σκέψου την προσφορά μου. Εμπρός; Ναι, ναι, τι κάνετε… Δεν είναι εδώ αυτή τη στιγμή… Ναι εντάξει θα του το πω… Καληνύχτα.
Γιώργος: Ποιος ήταν;
Μαρία: Η διαχειρίστρια, κάτι σε ήθελε για τα καλοριφέρ. Πρέπει, λέει, να επισκευαστούν πριν μπει ο χειμώνας.
Γιώργος: Και γιατί είπες ότι δεν είμαι εδώ;
Μαρία: Είσαι;
Γιώργος: Δε με βλέπεις;
Μαρία: Κάτι βλέπω… λοιπόν για να μη τα πολυλογούμε, σκέφτηκες την προσφορά μου;
Γιώργος: Δε σκέφτηκα τίποτα, βαρέθηκα αυτό τον ηλίθιο διάλογο και άλλη φορά να με δίνεις στο τηλέφωνο όταν είμαι σπίτι, γιατί ΕΙΜΑΙ σπίτι. Κατάλαβες; Ειδικά όταν είναι η κ. Μιχαλοπούλου. Ξεχνάς ότι έχει τρία χρόνια να μας ανεβάσει το ενοίκιο;
Μαρία: Εσύ ξεχνάς ότι είναι μια κουτσομπόλα, που έγινε διαχειρίστρια για να ξέρει από πρώτο χέρι τι τρέχει στα σπίτια των άλλων;
Γιώργος: Δε με ενδιαφέρουν τα βίτσια της. Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι μας συμπαθεί και ζητάει πάντα τη γνώμη μας.
Μαρία: Όχι τη γνώμη μας. Τη γνώμη σου ζητάει.
Γιώργος: Μα πώς ρε Μαρία να μιλήσει μαζί σου, όταν κάθε φορά που τη βλέπεις ξυνίζεις τα μούτρα σου;
Μαρία: Δεν ξέρεις γιατί;
Γιώργος: Ναι ξέρω, ξέρω. Τα έχουμε ξαναπεί όμως αυτά. Εδώ κοιτάμε το συμφέρον μας, δεν κοιτάμε να δυσκολεύουμε τη ζωή μας για μαλακίες.
Μαρία: Για μαλακίες ε;
Γιώργος: Ε βέβαια για μαλακίες. Επειδή δηλαδή σου καρφώθηκε στο κεφάλι ότι με γουστάρει… θα' θελες δηλαδή να πληρώνουμε παραπάνω ενοίκιο;
Μαρία: Θα' θελα να ήσουν κύριος και όχι να χαριεντίζεσαι για ένα ενοίκιο.
Γιώργος: (Γελάει δυνατά) Μιλάει η κυρία… έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη με τις ζαρτιέρες και τις γόβες; Μόνο το μαστίγιο σου λείπει. Είσαι πολύ περίεργη τελικά. Τι νομίζεις, ότι θ' αλλάξεις τον κόσμο; Αυτό νομίζεις;
Μαρία: Τι σχέση έχει αυτό ρε; Απλά σου ζητάω να είσαι κύριος. Ξέρεις τι σημαίνει κύριος;
Γιώργος: Ξέρω τι σημαίνει και το ξέρουν και αυτοί που συνεργάζομαι μαζί τους κάθε μέρα.
Μαρία: Αυτό τώρα για καλό το είπες; Ξέρεις ποια είναι η γνώμη μου για όλους αυτούς.
Γιώργος: Ξέρω, ξέρω… είναι η γνώμη που έχεις για όλο τον κόσμο. Έχεις γίνει δύστροπη και απαιτητική με τους ανθρώπους, λες κι εσύ τα ξέρεις όλα ενώ όλοι οι υπόλοιποι είμαστε ηλίθιοι. Τέλος πάντων, αυτό που με ενδιαφέρει εμένα είναι να με δίνεις στο τηλέφωνο όταν με ζητάνε, δηλαδή για να στο πω αλλιώς, να κάνεις τα αυτονόητα.
Μαρία: Κάτι είπες τώρα, απλό είναι αυτό; Όλοι για τα αυτονόητα παλεύουν.
Γιώργος: Κι εγώ μαζί τους τότε.
Μαρία: Άστα τώρα αυτά και απάντησέ μου: Δέχεσαι ή όχι;
Γιώργος: Τι πράγμα;
Μαρία: Είπαμε… δύο χρόνια υπομονής μου με μια νύχτα δικιάς σου. Είναι πολύ δίκαιη προσφορά, μη τη χάσεις.
Γιώργος: Απ' ό,τι βλέπω, το παραλήρημά σου δεν πρόκειται να σταματήσει κι εγώ πεινάω. Αλήθεια... για πες μου κάτι τελευταίο… είναι γνώρισμα των αριστερών αυτό;
Μαρία: Αυτό ποιο;
Γιώργος: Να, κι ο πατέρας σου άμα αρχίσει δεν τελειώνει, επιμένει. Φαίνεται κι εσύ από 'κει το 'χεις πάρει.
Μαρία: Ο κυρ-Γιάννης δεν επιμένει αν πιστεύει ότι έχει άδικο. Ούτε παραληρεί, όπως λες, ούτε φαντάζεται πράγματα.
Γιώργος: Ο κυρ-Γιάννης δε φαντάζεται… εντάξει.
Μαρία: Το θέμα μας δεν είναι ο πατέρας μου. Εμείς είμαστε το θέμα.
Γιώργος: Εμείς δεν έχουμε τίποτα Μαρία, είμαστε καλά. Ό,τι πρόβλημα υπάρχει, υπάρχει επειδή δεν μπορείς να δεις την πραγματικότητα και είσαι κολλημένη με τα ίδια και τα ίδια…
Μαρία: Περιμένω να απαντήσεις στην ερώτησή μου.
Γιώργος: … Ο κομμουνισμός, οι εξορίες, η εργατική τάξη και τρίχες κατσαρές. Σύνελθε.
Μαρία: Ποια εργατική τάξη και μαλακίες μου λες; Ποιος μίλησε για εργατική τάξη;
Γιώργος: Ούτε οι ιεχωβάδες δεν κάνουν έτσι, εσύ που είσαι και…
Μαρία: (Τον χαστουκίζει) Απάντησε στην ερώτησή μου τώρα, δεν θα με κοροϊδέψεις με τα μαρκετινίστικα κόλπα που έμαθες στην κωλόσχολή σου! Μ' εμένα θα είσαι ειλικρινής. Τέρμα τα παιχνίδια. Σε περιμένω…
Γιώργος: (Βάζει το σακάκι του και παίρνει τα κλειδιά) Πάω να φάω κάτι έξω, είναι αργά. Αυτό που έγινε σήμερα δε το ξεχνάω. Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή.
Μαρία: Ούτε εγώ θέλω να το ξεχάσεις. Τώρα θα τα πούμε, δεν υπάρχει άλλη στιγμή.
Γιώργος: Μη με περιμένεις…
Μαρία: Πας να βρεις την άλλη ε; Ξέρει ο προϊστάμενός σου ότι είσαι τόσο άντρας, που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τη γυναίκα σου; Ότι πηδάς άλλες; Τα ξέρει όλα αυτά;
Γιώργος: Έχεις πρόβλημα κοριτσάκι μου…καληνύχτα.
Μαρία: Θα δούμε ποιος έχει πρόβλημα. Όποιος μένει ή αυτός που φεύγει; Καληνύχτα…