Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΪΚΟ ΜΑΡΚΗΣΙΟ...

Ο Ντε Σαντ είναι περισσότερο "ανθρώπινος" από κάποιους κατ'επάγγελμα ανθρωπιστές. Κι αυτό γιατί πόνεσε εαυτόν και αλλήλους ώστε να καταβυθιστεί στην άβυσσο των ανθρώπινων ψυχών. Αν απώλεσε τον εαυτό του για να το καταφέρει, τότε πώς μπορεί να θεωρηθεί απάνθρωπος;
Σίγουρα είναι ένας από τους πρόγονους του Φρόϋντ και του Νίτσε.

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

ΤΩΡΑ, ΔΙΑΚΟΠΕΣ...


Φίλοι και σύντροφοι bloggers, σχολιαστές και αναγνώστες. Ωραία τα είπαμε το πολύ λίγο προηγούμενο διάστημα. Τώρα, ήρθε η ώρα των διακοπών. Θα τα ξαναπούμε από αρχές Σεπτέμβρη, αφού για κάποιες μέρες θα πάω να ελευθεριαστώ... Και το blog http://eleftheriahtipota.blogspot.com/ θα παραμείνει κλειστό.
Ελπίζω να επανέλθω δριμύτερος...
Γειά σας παιδιά... θα τα πούμε

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ...


Εκείνο το μπαρ βρώμαγε φτηνό καθαριστικό και ούρα από μακριά. Δεν ήταν ότι μου άρεσε, αλλά η ανάγκη μου για επαφή ακόμα και με τις ανθρώπινες οσμές με έσπρωξε προς τα εκεί.
Καθόμουν σε ένα βρώμικο κάθισμα και περίμενα…
Η ατμόσφαιρα δονούνταν από μυρωδιά ανδρικού σπέρματος και φτηνής γυναικείας κολόνιας. Ήμουν στο μέρος που έπρεπε.
Τα φώτα ήταν τόσο χαμηλά που σχεδόν δεν έβλεπα τον πάγκο του μπαρ.
Ο μπάρμαν, ένας νάνος με τεράστια μάτια και γυμνασμένα μπράτσα που στεκόταν σε ξυλοπόδαρα τσίρκου, με κοίταζε επίμονα από την ώρα που μπήκα. Ήμουν ξένος στα μέρη. 
Άναψα τσιγάρο και έχωσα το κεφάλι μου μέσα στο παλτό. Τουλάχιστον εκεί μέσα ήταν ζεστά. Περίμενα… τίποτα.
Οι σερβιτόρες είχαν αράξει με τα πόδια πάνω στη μπάρα, αφήνοντας τον μπάρμαν να παίζει με τα ακροδάχτυλά τους.
Σηκώθηκα και πήγα προς την τουαλέτα.
Η μυρωδιά των ούρων ανακατεμένη με φτηνή αλβανική φούντα μου έκοψαν την ανάσα.
Μπήκα στο κουβούκλιό μου και κάθισα στην λεκάνη.
Οι τοίχοι είχαν καλυφθεί από συνθήματα αγάπης, μίσους, ανεκπλήρωτου οργασμού και πουλημένου στοματικού έρωτα. Έμοιαζαν με τηλεφωνικό κατάλογο της λίθινης εποχής.
Ένας κατάλογος κάποιου χαμένου πολιτισμού που δεν κατάφερε να επιζήσει στο Νέο Κόσμο. Άλλα ήθη, άλλες συνήθειες.
Μέσα σε αυτή τη λαίλαπα καθαρής ανθρωπίλας, το βλέμμα μου σταμάτησε σε κάτι που φαινόταν σοβαρό, αν όχι αστείο.
Ένα νούμερο τηλεφώνου και κάποια σκόρπια γράμματα γραμμένα με έντονο κόκκινο χρώμα. Πλησίασα το πρόσωπό μου και προσπάθησα να ανακαλύψω... δεν ήξερα τι. 
Η μύτη μου ψαχούλεψε το κόκκινο υγρό. Τα χέρια μου κοκάλωσαν. Η οσμή ήταν πολύ έντονη. Κάποιος ήταν εκεί πριν από λίγες ώρες. Το αίμα του ήταν σχεδόν φρέσκο.
Ξαναδιάβασα το μήνυμα προσεκτικά, κρατώντας το στόμα μου σφιχτά για να μη φωνάξω: "Αν με ψάξεις, το πιο πιθανό είναι πως δε θα με βρεις πουθενά. Οι νεκροί δεν αναπνέουν, δε μιλάνε, δε ζουν. Για αυτό, όποιος κι αν είσαι… φρόντισε πρώτα να βρεις τον εαυτό σου. Τα λέμε…".

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ...


Εκείνη τη μέρα σε περίμενα κοντά στο δασάκι μας, όπως πάντα.
 Ήταν νωρίς το απόγευμα, αλλά είχε μια συννεφιά πρωινή. Θυμήθηκα ένα ξημέρωμα μαζί σου κάπου στα Κύθηρα.
Τελικά, οπουδήποτε μπορείς να περάσεις καλά, ακόμα κι σε ένα παρακμιακό πάρκο με ένα κουτσουρεμένο δασάκι.
Αρκεί να έχεις κάποιο σκοπό, να περιμένεις κάτι που ξέρεις ότι θα το έχεις, που ξέρεις ότι θα έρθει, που είναι δικό σου.

Ένας γέρος με τριμμένο σώμα με πλησίασε.
Με κάρφωσε μες στα μάτια. Τον ρώτησα αν θέλει κάτι.
Πλησίασε με αργά βήματα. Φαινόταν σίγουρος. 
Έσκυψε, και με ανάσα που βρωμούσε αλκοόλ και μυρωδιά μούχλας, μια αναπνοή που δήλωνε άστεγη παρακμή και ώμους καμπουριασμένους από την αθέλητη μοναξιά, είπε στο αυτί μου:

"Μην περιμένεις, δε θα έρθει".
"Ποιός δε θα έρθει" τον ρώτησα ανήσυχος.
"Ξέρουμε και οι δύο" μου ψιθύρισε, "δε με αναγνωρίζεις;"


Τον κοίταξα εμβρόντητος, ενώ εκείνος άφηνε να πέσει από την τσέπη του ένα αυτοκινητάκι κόκκινο με σπασμένες πόρτες, με ξεχαβαρβαλωμένες ταχύτητες, ένα αυτοκινητάκι που δεν μπορούσε να χρησιμεύσει πλέον πουθενά.
Έμοιαζε θλιβερή ανάμνηση μιας περασμένης παιδικότητας.

Σηκώθηκα από το παγκάκι σαν να με είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα.
Αυτό το κόκκινο αυτοκινητάκι ήταν κάποτε δικό μου, το γνώριζα. Ένας φίλος του πατέρα μου μού το είχε κάνει δώρο.
Έσκυψα και το μάζεψα, έτρεμα ολόκληρος.
Το έπιασα στα χέρια μου και περιεργάστηκα το άδειο σαλόνι του. Η απουσία σκοπού έχασκε από παντού.
Γύρισα να βρω το γέρο, μα εκείνος είχε χαθεί.
Κι εσύ ακόμα δεν είχες φανεί.  Πρώτη φορά αργούσες τόσο πολύ. Κάθισα με τα γόνατα στο χώμα και άρχισα να παίζω με το αυτοκινητάκι. Το πάρκο άδειο, ξεχαρβαλωμένο. Το αυτοκινητάκι το ίδιο. Ο γέρος εξαφανισμένος. Εσύ δεν ερχόσουν.
Μια ξαφνική μπόρα με μούσκεψε ως το κόκκαλο. Ξέπλυνε το βρώμικο παγκάκι που καθόμουν και άγχωσε τη μεγαλούπολη, που έκλεινε τις μπαλκονόπορτές της με κρότο και έσκουζε στα παιδιά της να ενταφιαστούν στα τερατώδη διαμερίσματά της.
Σαν βάλσαμο επέστρεψε στο μυαλό μου η εικόνα από τα Κύθηρα. Ξεχαρβαλωμένη κι αυτή, ελλιπής.
Οι λεπτομέρειες της εικόνας είχαν χαθεί. Όμως υπήρχε. Αδυνατούσα να τη θυμηθώ όπως της άξιζε.
Πώς την ξέχασα τέτοια εικόνα; Πώς το έκανα αυτό;
Μήπως για αυτό χάθηκες κι εσύ; 
Πες μου...

ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;


Μήνες έψαχνα. Μήνες. Που είχε εξαφανιστεί; Που είχε πάει;
Γιατί δε μου είπε τίποτα; Γιατί δεν είπε πως θα έφευγε; Γνωριζόμασταν πολλά χρόνια, έπρεπε να με είχε ειδοποιήσει.
Και αυτή η μάνα... κάθε μέρα έπαιρνε τηλέφωνο και με ρωτούσε. Τι να την κάνω κι αυτή, τι να της πω; Πάρε ένα τηλέφωνο ρε παιδί μου να μην ανησυχούμε. Την ώρα εκείνη ακούστηκε ο ηλίθιος ήχος του κινητού μου. Άγνωστο νούμερο. Κόλωσα. Να το σηκώσω ή να το αφήσω;
Ήπια μια τζούρα καφέ και περίμενα να αποφασίσω, λες και δεν ήμουν εγώ, λες και απλά με παρατηρούσα. Τι να κάνω; Τι να κάνω θεέ μου; Ποιος να είναι; Λες να είναι η Κυρά-Ελένη, η μάνα του αγνοούμενου; Αν είναι αυτή, δεν απαντάω, δεν μπορώ άλλο να ακούω τα κλάματά της. Δεν έχω τη δύναμη να τη βοηθήσω κιόλας, τι μπορώ να κάνω; Άρχισε να ξαναχτυπάει το τηλέφωνο, πιο επίμονα αυτή τη φορά.
«Ρε μαλάκα, γιατί δε το σηκώνεις; Πόσες φορές πρέπει να πάρω»; ακούστηκε μια φωνή απόλυτα γνωστή. Γυρίζω και βλέπω την Ελένη, την κόρη της μάνας της που ανησυχούσε, που ρώταγε, που δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ήταν πανέμορφη, απίστευτη. Και δίπλα της στεκόταν ένα τύπος ακριβώς το αντίθετο.
Δεν τόλμησα να τη ρωτήσω που ήταν τόσο καιρό. Δεν ήθελα να μάθω. Κατάλαβα…

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ...


Μόνοι και κουρασμένοι διαβαίναμε στα περασμένα. Δεν ήταν και άσχημα. Εσύ όμως είχες μια περίεργη φαγούρα στο δεξί σου πόδι, που σε έκανε να σταματάς συνέχεια και καθυστερούσαμε. "Έτσι κι αλλιώς δε βιαζόμαστε" μου είπες. Εγώ όμως άρχισα να τρέχω και σε άφησα μόνος σου.
Μόνος μου έμεινα κι εγώ. Δεν επέστρεψα ποτέ από εκεί…ούτε σε είδα ξανά. Περασμένα, ξεχασμένα...

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

ΟΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΙ...


Κι εκείνη η μαυρίλα της ψυχής δε φεύγει τόσο εύκολα.
Είναι από πολλά κι από λίγα.
Τί καθαριστικά δοκίμασες, τι πήρες κάτι τύπου φωσφοριζέ που συνιστούσε ο Τζακ Νόρις ένα βράδυ στο κουτί… εκείνη τίποτα.
Βασίλεψε μέσα σου και δε λέει να ξεκουνήσει.
Είναι που νιώθεις ότι κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να σε καταλάβει.
Είναι κι ένα συνεχές κουτσομπολιό που δεν αφήνει τους Ανθρώπους να επικοινωνήσουν.
Πως όλα κινούνται γύρω από μια σφαίρα περίεργα σκοτεινή, μα και φωτεινή μαζί.
Ότι δεν είσαι για εδώ, τυχαία βρέθηκες, και δεν καταλαβαίνεις τί γίνεται. Δεν έχεις συνηθίσει με τους αριθμούς και τα λόγια.
Οι αριθμοί κρύβουν την αλήθεια και τα λόγια χάνονται στο πρώτο φύσημα του ζεστού καλοκαιρινού αέρα.
Όμως ο νους συνεχίζει να δουλεύει και να φαντάζεται.
Τι ωραίο πράγμα η φαντασία!
Αν δεν υπήρχε, η σκοτεινή σφαίρα δε θα σε άφηνε να ηρεμήσεις, να ξεκουραστείς.
Όλα θα ήταν σφαιρικά χωρίς να σε έχει ρωτήσει κανείς μήπως τυχόν τα ήθελες τετράγωνα, τρίγωνα, πολύγονα, ασχημάτιστα.
Το φως που λάμπει από την άλλη πλευρά έχεις δοκιμάσει να το πλησιάσεις.
Αλλά η αλήθεια είναι πως δεν έχεις τα κότσια.
Κάθε φορά που προσπαθείς, πέφτει ο γενικός και η μαύρη σφαίρα θριαμβεύει.
Όλοι το ξέρουν και γιορτάζουν, μόνο εσύ μένεις μόνος με κάτι παλιά κεριά γενεθλίων, από αυτά που έχει φυλαγμένα η μάνα σου στο πατρικό από τότε ήσουν στα πέντε.
Γυναίκα, φίλοι και γνωστοί γιορτάζουν με τους υπόλοιπους.
Οι συγγενείς είναι καμένοι πάνω στους καναπέδες τους εδώ και χρόνια.
Κι εσύ αναπνέεις δύσκολα, σχεδόν νωχελικά.
Οι γιατροί σε παρατηρούν και επιστημολογούν πάνω από τη σκοτεινή σου ψυχή.
Τελικά απεφάνθησαν: Πάσχεις από τη γρίπη των χειρότερων.